Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

7 Φεβ 2007

Έλα



Απόσπασμα....

Έλα πάρε με,μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα,
να σεργιανίζουμε πέλαγα,
χαμόγελα σπαρμένα.
Έλα πλέξε μονοπάτια,
με κείνου του αστεριού
που πέφτει την τροχιά,
και στης πεθυμιάς τα όνειρα
πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.
Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο
και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα
να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας...

{Χριστίνα Σαββατιανού}



"ΠΑΡΕ ΜΕ"

Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.

Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες...

Χριστίνα Σαββατιανού (2001)

Εγκλήματα - 1





Το πράσινο τηλέφωνο της ρεσεψιόν χτύπησε μια δυο, τρεις...
Ξενοδοχείο "Η στροφή" απάντησε βήχοντας και φτύνοντας μαύρα υπολείμματα τσιγάρου ο Κυρ Λευτέρης σκουπίζοντας τα λιγδωμένα χέρια του στο λάστιχο του σώβρακου που εξείχε από το τριμμένο παντελόνι...
Θέλω ένα ραντεβού με την Αγνή... είπε τσακισμένα η βαριά φωνή από την άλλη άκρη...
Έλα όποτε θέλεις απάντησε ο κυρ Λευτέρης σήμερα δεν έχει τίποτα....
Αργότερα το ίδιο βράδυ.. μια σκοτεινή φιγούρα πέρναγε το ξεφτισμένο κατώφλι της Στροφής...
Ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιο της...
Ορυμαγδός συναισθημάτων τον είχε κυριέψει... την αγαπούσε και μισούσε εκείνο που καμε συνάμα... Ήθελε άλλη μια φορά να τη δει να αποφασίσει...
Εκεινη χτένιζε νωχελικά τα μακριά γκριζαρισμένα μαλλιά της στο ραγισμένο καθρέφτη... Τέτοιες στιγμές δε θύμιζε πόρνη... Ένα φωτοστέφανο φλερτάριζε με το γλυκό πρόσωπό της... έμοιαζε με τις μαντόνες τις αναγέννησης που θρηνούσαν το παιδί τους που αφήνονταν να τις παρασύρει ο χαμός του ενός...
Ο καλοακονισμένος σουγιάς του σάλεψε για μια στιγμή στα χέρια του...
Μια αναλαμπή έκανε θόρυβο στο νου του... Μια σκέψη... Αν της πάρω την ανάσα θα ναι για πάντα δική μου.. Μόνο δική μου....
Πήγε πίσω της ήσυχα νυχοπατώντας σαν αρπακτικό....
της πήρε τη βούρτσα από τα χέρια, της χάιδεψε τα μαλλιά,
ο σουγιάς άστραψε στο φως της γκαζόλαμπας που άχνιζε και μεγάλωνε τις σκιές....
Ο λαιμός της δεν αντιστάθηκε... αφέθηκε να πέσει στα χέρια του και ζεστό ρυάκι κόκκινο βαθύ ξεπετάχτηκε κι έβαψε τα λευκά της εσώρουχα... Ευχαριστώ ψέλλισε καθώς η τελευταία της ανάσα ακούμπησε πάνω του με ένα χαμόγελο λύτρωσης...
Μια τούφα από τα μαλλιά της παραδόθηκε στη μήνη του μαχαιριού κι έπειτα κούρνιασε στη τσέπη του....
Κατέβηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε ανέβει....
κανένας ήχος δεν πρόδωσε την πράξη του, την ύπαρξή του...
Μονάχα η τούφα της ΄φώναζε και πανηγύριζε χαρούμενη στα χέρια τα αγαπημένα....
Η Αγνή είχε επιτέλους βρει τον σύντροφό της....
Πέταξε το σουγιά στη γωνιά του λερωμένου δρόμου, κι η γωνιά άστραψε από το φωτοστέφανό της που χε καρφωθεί πάνω του...
Αγόρασε ένα μπουκέτο κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα...
Τέτοια μόνο θα σου κάνουν συντροφιά πλέον αγαπημένη... Όχι άλλοι πεινασμένοι, όχι άλλοι άρρωστοι, όχι άλλοι βρώμικοι...
όχι άλλα λεκιασμένα σώβρακα, τίποτα δε θα ξαναλερώσει το λεπτό σου σώμα... τίποτα δε θα σκοτεινιάσει ξανά τα πράσινα μάτια σου σκέφτηκε...
Απίθωσε την τούφα από τα μαλλιά της δίπλα στη μοναδική φωτογραφία που της είχαν τραβήξει ποτέ... στόλισε τα τριαντάφυλλα γύρω της και κάθισε στην παλιά φθαρμένη πολυθρόνα του...
Οι φλόγες του τζακιού του ψιθύρισαν... Ευχαριστώ αγαπημένε....
Κι έσκασαν ένα χαμόγελο που του στειλε εκείνη μέσα από τον καθρέφτη της φωτιάς...
Την άλλη μέρα η πυροσβεστική δεν μπόρεσε να καταλάβει πως είχε γίνει το κακό...
Εκείνος είχε απανθρακωθεί αφήνοντας τις σκέψεις του να κάνουν συντροφιά στο μοναδικό πράγμα που δεν είχε καεί.... σε κείνη τη τούφα απ τα μαλλιά της....
Κάποιοι μίλησαν για θαύμα........

Χριστίνα Σαββατιανού

6 Φεβ 2007

Νυχτερινά 1 - 2007




και στάλα τη στάλα ρουφά η νύχτα τις ώρες μου,
κι ο ύπνος μια υποψία ανάμνησης
δεν παύει το ρημάδι το μυαλό να αγωνιά, να ψάχνει λύσεις,
να ονειρεύεται, να βρίζει, να σκαλίζει τη σιωπή της νύχτας...

το παλεύω μα στο κενό η προσπάθεια... χρόνια τώρα...
νύχτες πολλές, νύχτες γιομάτες ξημέρωματα...

και οι ήχοι των πλήκτρων θόρυβος, πονάνε...
και οι λέξεις στην οθόνη βρισιές... υποκρίνονται, αποκρίνονται...

κάποτε ήμουν εκεί, την ώρα που έπρεπε την ώρα τη σωστή...

τώρα παλεύω να φτάσω, μα πάντα αργώ... σκονίζομαι με ιδέες με σκέψεις...
κι ο χρόνος υδάτινος ουρανός που κυλά ένα γύρο...

φεύγει κι αυτή η νύχτα τρεχάτη σαν νιούτσικη κοπέλα στου έρωτα το κατόπι...

κι εγώ εδώ κι ακόμη σκαλίζω... τα χώματα της ψυχής, της σκέψης, του νου...

ξέχασα τι έψαχνα, ξέχασα τι ψάχνω... απλά κοιτάζω τριγύρω μου να δω ξεθωριασμένες πυγολαμπίδες να σταθώ κοντά τους, στην αδέξια προσπάθειά τους να γεμίσουν τη νύχτα φως....

καληνύχτα

Χριστίνα Σαββατιανού... 5-2-2007

5 Φεβ 2007

Ονειρέψου εσύ...




Oνειρέψου εσύ... ονειρέψου χαμογελαστά μουτράκια παιδικά...
κι ίσως το αίμα να σκιαχτεί και φύγει...
Ονειρέψου σοκκάκια γιομάτα παιδιά που δεν φοβούνται...
κι ίσως ο πόλεμος αλλάξει γνώμη...
Ονειρέψου εσύ ουρανούς γαλάζιους, οχι γκρι, όχι καπνο φωτιά γεμάτους.
κι ίσως η επόμενη μέρα ναναι ροδαλή σαν μάγουλο ανθισμένο..
Ονειρέψου πως δεν στερεύουν οι τροφές πως δεν διψάει κανένας,
κι ίσως η γη γίνει τροφός και οι κακοί χαθούνε...
Ονειρέψου εσύ, εγώ, ολοι... ονειρευτείτε...
Κι ίσως το όνειρο βρει χρώμα να γίνει αληθινό..
ίσως η εικόνα τουτου του κόσμου του φτωχού αλλάξει, ζωντανέψει...
Κάποιος κάποτε εγραψε, ότι όταν ποθούμε κάτι όλο το σύμπαν συννομωτεί για να πραγματοποιηθεί...
Ας ποθήσουμε όλοι έναν κόσμο ανθρώπινο κι ίσως το σύμπαν συμμαχήσει μαζί μας...
Ίσως οι πατριώτες μου στο Α του Κενταύρου γίνουν φίλοι και μας δείξουν τρόπους, δρόμους...
Μόνοι κι αδύναμοι είμαστε όταν πορευόμαστε σε μονοπάτια μοναχικά όταν τον εαυτό μας μονάχα θυμούμαστε να καλοπιάνουμε...
Ιδιώτης στην Ελλάδα την παλιά ήταν βρισιά ας την ξανακάνουμε βρισιά κι ας γίνουμε κοινωνία....
Να μην λυπάσαι, να χαίρεσαι που έχεις τα μάτια ανοιχτά...
Να χαιρεσαι που η καρδιά ακόμα μπορεί και πονάει.
Να χαιρεσαι που είσαι ζωντανός και ξύπνιος
Να χαιρεσαι που έχεις ώρα και διαμαρτύρεσαι
Να χαιρεσαι που είσαι άνθρωπος
Κι ίσως ζηλέψουν κι άλλοι τη χαρά σου
κι ίσως η επόμενη μέρα να είναι απ' του ονείρου το σεργιάνι γεννημένη....

Χριστίνα Σαββατιανού

Στις Κυκλάδες




Η δροσιά της αυγής της θύμισε καλοκαίρια στις Κυκλάδες... εκεί που χαύνωνε η ψυχή κάτω από τη ζεστή ματιά του ήλιου... Στην Αμοργό θυμήθηκε πως τρεχανε και σκάβαν το νησί να βρούνε μανδραγόρες να ακούσουνε το κλάμα της ρίζας της τρελλής...
Τα μάτια του λάμπαν με άγριες χαρές καθε που του γέλαγε... Τα χέρια του σκάλιζαν αχνές νότες στα μαλλιά της με κάθε χάδι του αερα, ίσα που άγγιζαν μα ήταν αρκετό η ψυχή να ριγήσει...
Μια αστραπή έδιωξε τη σκοτεινιά του πρωινού... κοίταξε ενα γύρο και το δωμάτιο εγινε φυλακή. Ηταν ακόμη εδώ.. η Αμοργός χάθηκε, το φως της ματιας του χάθηκε, ένα σπασμενο στολίδι στο τραπέζι της είπε πως τα ωραια τελειώνουν και γελασε ειρωνικά...
Το κουκουνάρι απο την εκδρομή στη Πάρνηθα της ψιθύρισε τριζοντας πως τα ωραια είναι μονο στη φαντασία της και σιώπησε με ενα λικνισμα σταματώντας στην ακρη του τραπεζιού...
Τα μάτια της φτύσαν γαλανά νερά, το θέλω της βγήκε σε χρωματιστες βροχές κι αρχισε να υψώνεται στο δωμάτιο...
Φόρεσε το πλεκτό της σκουφί να κρατήσει τη σκέψη δική της...
Ξεχασμένο κόκκινο ανθισε στα χείλη της... ΄Σκέφτηκε τοτε που φιλησε την ακρη των χειλιών του κι εκεινος κοκκίνησε σαν να ταν παιδαρέλι... Ξεχασμένο κόκκινο κι η μυρωδιά του η φρέσκια, η φορτωμένη με ζωή....
Ξανακοίταξε το κουκουνάρι και του αχνογέλασε....
Ναι αλήθεια μου είπες, τα ωραία ειναι μόνο δικά μας εκει στη φαντασία μας... ούτε ζουν ούτε πεθαινουν, μονάχα είναι εκεί να μας ξυπνουν, να μας κοιμίζουν, να μας πονούν...
Η ψυχή αποκαμωμένη γύρισε πλευρό και ξεχάστηκε χαιδεύοντας μια ρίζα μανδραγόρα που δεν εκλαιγε πια, μονάχα παιχνίδιζε στα χέρια μιας παρθένας...
Για αλλη μια φορά η ζωή έτρεχε λεύτερη σε ξένα χωράφια και μαζευε λουλούδια άχρωμα στολίζοντας τα μαλλιά καποιων άλλων....
Ηρθε η νύχτα κι η αστραπή της θύμισε την αλλαγή στα χρώματα...
Χαμογέλασε πονώντας και καληνύχτισε τις μικρες γλυκές της ελπίδες...
Αυριο θα βγω για ψώνια...
Κι έκλεισε τα μάτια σε εναν υπνο βυθισμένο σε σκοτεινά νερά...

Χριστίνα Σαββατιανού / 14-12-2002

Πριν - Μετά




Ξάφνου με μια στραφταλιστή λάμψη κάτι άλλαξε.... το ποτάμι λευτερώθηκε γίνηκε αέρας... το χέρι έσμιξε με το δέρμα της γης...
Από τα βάθια της υπαρξής του βγήκε από την κρυψώνα μια φωνή... αχνή και γλυκιά στην αρχή... άκαμπτη κι ακίνητη έπειτα....
Τα σύνορα ήταν κοντά... μια παράγκα έθετε το όριο του πριν και του μετά... χώριζε το τώρα από το αυριο και το χθες....
Λεύτερος από ερωτηματικά, νέος ξανά κίνησε για το μετά....
Αντάλλαξε το σκουριασμένο δέρμα του με μια νέα ανάσα... ο ουρανός ρόδισε, φόρεσε τα μαβιά του,΄τον αγκάλιασε... χάθηκε στο βάθος παρέα με ενα αετόπουλο που μάθαινε να πετάει....

Χριστίνα Σαββατιανού / 24-8-2002

Το νοίκι...




νοικιασμένες θέσεις... με την ώρα με το χρόνο, άντε ίσα όσο κρατάει ένα σόι στη ζωή.... σε τούτο το τσίρκο που ολο σκοντάφτει... ποιος θα προλάβει το θαυμα να δει;...

νοικιασμένες σκέψεις, με το σώμα με τη γεύση άντε ίσα οσο κρατάει ενα ποτήρι κρασί... σε τούτη τη ζήση που όλο χαζεύει... ποιος θα προκάμει το κόλπο να βρει;

Χριστίνα Σαββατιανού - 2005

Αύριο...




Kι όταν ξυπνήσεις απ το θόρυβο...
θα δεις της σιωπής την άλλη όψη...
εκείνη που ξεχνάει και εκείνη που δεν έχει χρώμα...

Αυριο θα πετάξεις ξανά...
σε εκείνο το αστέρι το γαλάζιο...
θα αγγίξεις πάλι το κενό κι εγώ θα ζηλέψω το πουθενά και το ποτέ...

Αύριο θα είσαι αλλού ξανά και ξανά αλλού...
Κι ακόμα μέσα στο τίποτα θα πνίγεσαι για μια στιγμή ουρανό...

(για τη μητέρα μου που έφυγε νωρίς)

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

ΓΙΑ ΣΕΝΑ




Με τα ξέφτια φτιάνω στρωσίδια
στα μαλακά να αναπαυθείς.
Με τους ήχους τραγούδια σκαρώνω
από τις κραυγές να φυλαχτεις..
Του ουρανού τα δάκρυα διυλίζω,
νερό αγνό για να λουστείς...
Τα στάχυα με χαμόγελα χτενίζω
να τα αγναντεύεις και ποτέ,
ποτέ μη φοβηθείς...

Χριστίνα Σαββατιανού - 2003

4 Φεβ 2007

Πίσω από.....



Πίσω από το καραβάκι

Η γαλήνη στη ζωή μπορεί να γίνει θάνατος, φουρτούνα,
Κίνδυνος, από τη μια στιγμή στην άλλη.
Δέσε γερά τη βάρκα σου.
Μπορείς και πάλι να την αφήσεις να πλεύσει, να παρασυρθεί
Από της γαλήνης την ένταση από της ηρεμίας το πάθος.
Κι αν βουλιάξει, μην κλάψεις,
δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι εκείνο που κρύβουν τα βάθη.
Ίσως και νάναι θησαυρός.



Πίσω από τα στάχυα

Μια μικρή κοινωνία
Αλήθεια δεν μοιάζει λίγο με κείνη των ανθρώπων;
Το κάθε άτομο στη ρίζα του χωρίς ελευθερία
Πηγαίνοντας όπου το σπρώξει ο αέρας…
όπου το θερίσει το χέρι, όπου το αγγίξει η φωτιά...



Πίσω από τον μικρό Άχμεντ

Τι καλύτερο θα μπορούσε να σου τύχει,
από το χαμόγελο ενός παιδιού,
και το ευχαριστώ που λάμπει μέσα στα μάτια του,
την ώρα που του στέγνωσες τα δάκρυα,
με μια σου γκριμάτσα λίγο αστεία!!!



Πίσω από τον Θεό

Μικρή ελπίδα και ζωής φυλακή συνάμα,
παραχώσαμε στο σακί που το ονομάσαμε Θεό.
Κι όμως αυτός τσαλαβουτάει στα λασπόνερα,
κάθε που ξημερώνει καφέ πίνει βαρύ στις πλατείες,
με κείνους τους γραφικούς ξεχασμένους βρώμικους γέρους.
Κι εμείς κοιτάζουμε τα σύννεφα και περιμένουμε..
Λύτρωση δύναμη ζωή.
Εγώ πάω για καφέ στην πλατεία…
Θα παίζω τάβλι με τον Θεό.



Χριστίνα Σαββατιανού

3 Φεβ 2007

ΔΕ ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΓΩ




Δε γράφω ποιήματα εγώ, όχι δε γράφω,
Λέξεις μονάχα ξαστοχώ απ' την αλήθεια κλέβω.
Λέξεις που κάποτε έζησαν, ναι έζησαν
Στα χείλη ενός παιδιού, θυμάσαι;

Λέξεις που ερωτεύτηκαν, πόσο ερωτεύτηκαν!
Στα στήθια μιας κοπέλας τα κρινομοσχομυριστά.

Όχι δε γράφω ποιήματα εγώ, δε γράφω σου λέω.
Δάκρυα αποστεγνώνω. Κλαις;
Μην κλαις σε σκέφτομαι, ακόμα σε αγαπάω,
Μέσα στις λέξεις που 'κλεψα μαζί σου σεργιανίζω.
Μέσα στου ονείρου τη σιωπή τραγούδια φτιάχνω να σου πω.

Λέξεις μονάχα σκάρωσα έτσι για να μεθύσεις.
Λέξεις αδέσποτες ρηχές να πιάσεις να κρυφτείς.
Λέξεις αστέρια και νυχτιές φορτώνω και σου στέλνω.

Δε γράφω ποιήματα εγώ μονάχα τραγουδάω.
Λέξεις μικρές ασήμαντες, λουλούδια τις στολίζω.
Λέξεις μέσα απ την άνοιξη σου βάνω στα μαλλιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Όχι τα μουρμουρίζω.
Στων τραγουδιών το γύρισμα στη χάση της φωνής. Ακούς;
Λέξεις μονάχα αγαπώ, λέξεις χωρίς ουσία, λέξεις φτωχές.
Λέξεις που ξέρουν την καρδιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Φανάρια χάρτινα σκαρώνω.
Μες σε ποτάμια τα πετώ, σε λίμνες, σε πελάγη.
Μαζί του αναστεναγμού το ρόδι το χρυσό.
Λέξεις γιομίζω το χαρτί, αδιάφορο να μοιάζει.
Λέξεις που δεν τις πλήρωσα λέξεις που δεν ξεχνώ.

Δε γράφω ποιήματα εγώ, τις γεύσεις δοκιμάζω.
Γεύσεις που δε μολύνθηκαν στης σκέψης την βοή.
Λέξεις με γεύση αλμυρή, πικρή, χολή και ξύδι.
Λέξεις που αίμα γίνηκαν στα χείλη τα στεγνά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Ποτέ μου δε θα γράψω.
Είμαι μικρός πολύ μικρός. Το θάμα δεν χωρά.
Μόνο μια λέξη έκλεψα και είπα να την ψάξω.
Σε διαστάσεις να τη δω σε χρώμα σε χροιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ, δεν ξέρω πως τα γράφουν
Μια μόνο λέξη κράτησα, αυτό το "Αγαπάω"

Ακούς Αγαπάω

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

νύχτας γραμμές



(συμπλήρωσε ότι θέλεις)

βαρέθηκα...
προσμένω...
σιχαίνομαι...
Έϊ...
ακούω...
σκαλίζω...
διψώ...
πάω αλλού..
αει σιχτίρ...

Η συνέχεια δική σου... κάποτε.... ίσως...

2 Φεβ 2007

Μικρόψυχες στιγμές...




Είναι κάτι μικρόψυχες στιγμές που μυρίζουν αποσύνθεση...
Έτσι τις ώρες που λέγονται τα λάθη τις ώρες που χάνεται η ψυχή...
Είναι κάτι στιγμές που χαράζουν λάκκους με φίδια στα γλυκά μονοπάτια...
Είναι τις ώρες που ενδίδεις στα μικρά...
Κι εκείνα σε εκδικούνται κλέβοντας τα σπουδαία...
Είναι κάτι στιγμές που μόνο εγώ μπορώ να με πληγώσω..
Και το κάνω με όλο το μίσος που δεν ένιωσα ποτέ
Με όλη την ορμή που έκρυψε μέσα μου η εκδίκηση η πιθανή
Με όλη τη πικρή γεύση που αφήνει η σιωπή...
Είναι κάτι στιγμές που χάνεται η φύση
Που τα μικρά στήνουν πανηγύρι και χλευάζουν τα σπουδαία
Κάτι στιγμές που το σωστό γίνεται λάθος και κλέφτης
Έίναι κάτι στιγμές που αποχωρώ... Να όπως και τώρα
Είναι κάτι μικρόψυχες στιγμές που λυγίζουν το τόξο του ανέμου
τη ροή του χρόνου σταματούν
Είναι κάτι μικρόψυχες ματωμένες στιγμές που δεν υπάρχουν...
Είναι το αδύνατο που έρχεται να σώσει το τομάρι του
Είναι το ανόητο που έρχεται γελώντας και σκιάζει το σοφό...
Είναι κάτι στιγμές που είμαστε άνθρωποι σκέτοι...
Είναι κάτι μικρόψυχες στιγμές που γίνονται παγίδες...
Μικρές ώρες που μέσα στο αγλάϊσμα πετάω μαχαίρια στα σημαντικά
Βλέπω τη πληγή κι αναρωτιέμαι σε ποιά στιγμή να τη καρφιτσώσω?
Μικρές στιγμές που άλλο λένε κι άλλο κουβαλούν σα θησαυρό...
Είναι τότε που οι λέξεις μπερδεύονται τα νοήματα κάμπτονται η ζωή ξεστρατίζει...
Είναι οι στιγμές που φέραν τη σιωπή.
Είναι οι μικρές απουσίες που δυναμώνουν το θάνατο του κάθε τώρα.
Είναι κάτι μικρόψυχες στιγμές που λέω να πάψω....

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

1 Φεβ 2007

Έτσι Απλά.....




Στης ψυχής το απάντημα βρέθηκα κι εγώ..
Ευτυχώς είδα.
ευτυχώς δεν ξέχασα.
Ευτυχώς άγγιξα.
Ευτυχώς χάϊδεψα.
Ευτυχώς δεν δάκρυσα.
Ευτυχώς δεν λυπήθηκα. Μπόρεσα κι αγκάλιασα έτσι απλά.
Μπόρεσα και είδα τον άνθρωπο
Πίσω από το χαμένο χέρι,
Πίσω από τα σβηστά τα μάτια.
Πίσω από τα βουβά τα αυτιά,
Πίσω από το νου που ταξίδεψε σε άλλη διάσταση..
Ευτυχώς είμαι ακόμα παράξενη...
Ευτυχώς τον πόνο δεν φοβήθηκα..
Του απάντησα με χαμόγελο
Ετσι απλά...

Χριστίνα Σαββατιανού

Απώλεια

Κάπου κάπου σε ξαφνιάζει δυσάρεστα η ζωή... πονάει και δειχνει νύχια και δόντια... Σοκάρει η απώλεια, και με ποιον να τα βάλεις δεν ξέρεις... το αναπόφευκτο, οι αδικοχαμένοι, η πρόωρη μεταλλαξη του βίου... Μένεις εσύ πίσω να κανεις απολογισμούς να ψέγεις να αναρρωτιέσαι να θυμώνεις...

Ετσι στο έμπα της άνοιξης έφυγε απρόσμενα το πιο γλυκό λουλούδι της ζωής μου, εκείνο το λουλούδι που με κάρπισε που μου δωσε ανάσα, και εμεινα άδεια χωρίς το φως του να πολεμώ ξένα θεριά....

Για αυτό το λουλούδι μου οι λέξεις ειναι λίγες φτωχές... ο πόνος μεγάλος βαθύς, γοή και κενό μαζί... Ο θάνατος είναι δύσκολος για αυτόν που μένει πίσω... έτσι του γραψα τις σκεψεις μου σε χαρτιά και σε πιξελς μήπως και αναθαρήσει η καρδιά και πάρει χρώμα αλλο από το γκρίζο της απώλειας...

Χριστίνα Σαββατιανού

2007

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι




Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν απ το χωριό... Της άρεσε να χαζεύει τις κλαρωτές φούστες των κοριτσιών κόκκινες, πράσινες του κυπαρισιού, μωβ της ψυχής, φτιαγμένες θαρρείς από τρελλούς ζωγράφους μόνο για κείνες τις κοπέλες... Ο πατέρας πριν τον παρουν στην εξορία της ειχε υποσχεθεί μια ίδια φούστα κι ενα σάλι τεράστιο να στολίζει τα μαυρα μαλλιά....

Ο πολεμος συνεχιζόταν στα βουνά κι ο θειός της ο Καπετάν Μακεδόνας νύχτα κατέβαινε στο χωριό να παρει τρόφιμα και νερό για τα παληκάρια... Κρυφά απ τη Φιλία και τον Σωτήρη, της εβαζε στα στριφώματα απ τα τριμμένα φουστανάκια πορτοκαλί σακουλάκια με μηνύματα για τους συντρόφους στη φυλακή...

Έξι χρονών η Αλεξάνδρα, με αντρίκια πυγμή κατέβαινε τα πρωινά όλα τα εφτά χιλιόμετρα απ το χωριό στην πόλη, να δώσει τα μηνύματα του Θείου που φάνταζε ημίθεος σαν τον Ηρακλή, στα παιδικά της μάτια έτσι οπως ήταν με τα φυσεκλίκια ζωσμένος, και το μακρύ μούσι που σκέπαζε το στέρνο πανω απ το αμπέχωνο...

Στο δρόμο παρέα της ειχε τα πουλιά, τα τρύπια της παπούτσια που δεν χώραγαν πια στα πόδια της, και το σπασμένο παιχνίδι που της χάρισε η Μαρία η γριά τσιγγάνα απ την Πύλη.... Κάποτε ήταν κούκλα... Τώρα μια μάζα από ύφασμα και κάτι σαν ξύλο που μοιαζε με χέρι...

Σιγομουρμούραγε τη ζωή της η Αλεξάνδρα κι έφτιαχνε παραμύθια και τραγουδια με λουλούδια και πουλιά χωρίς το αιμα και τον πολεμο που μέσα του γεννήθηκε... Ξέχναγε σε αυτό το δρόμο για τις φυλακές, ξέχναγε ότι ο πατέρας ήταν εξορία κι η μάνα στο νησί μονάχη με τη μικρή τη Βαγγελή...

Ο Δάσκαλος την αγαπούσε και παντα της ελεγε... Αλέκα εσύ θα γίνεις συγγραφέας, τα παίρνεις τα γράμματα, αλλά ο πόλεμος έκοψε τα σχολειά και μετά η μάχη αδερφού με αδερφό....

Τα βράδυα ερχόταν στο σπίτι του παππα Γιώργη ο δάσκαλος και έδειχνε στην Αλεξάνδρα γράμματα κι αριθμούς, της χάρισε κι ενα τετράδιο με μολύβι και γομολάστιχα για να γράφει τα παραμύθια της το Πάσχα... Ετσι έβγαλε και το γυμνάσιο, τις νύχτες με το δάσκαλο και τη λαδόλαμπα να καπνίζει τα μάγουλά της... Και γέμιζε το τετράδιο με ιστορίες με παράπονα με τραγούδια με εικόνες από λέξεις σκαρωμένες...

Θα στα βάλω σε μια θυρίδα στην τράπεζα τα γραπτά σου Αλεξάνδρα μαζί με κανέλλα να μυρίζουν ωραια... θα ναι ο θησαυρός σου αυτός που θα δώσεις κάποτε στην κόρη σου για προίκα να πλουτίσει η ψυχή της απ τα όνειρά σου, της ελεγε...

Ο δρόμος μακρύς τα παραμύθια πολλα καθώς χάζευε τα ζούδια που τρέχαν και πετάριζαν στα χωράφια... Οι φυλακές στο ύψωμα πίσω απ το ξενοδοχείο στην πόλη... Γκρίζες και ψυχρές.

Ο φρουρός την είχε μάθει... Ανάγωγη, γλωσσού και παληκάρι η Αλεξάνδρα... Κάθε φορά που την έψαχνε του παταγε το πόδι και του δάγκωνε το χέρι όπου το πρόφταινε... Μάτωνε το μούτρο της απ το χαστούκι.... "Δεν εισαι παληκάρι εσύ που τα βάνεις με ενα κοριτσάκι που ρθε να δει τον ξαδερφό του" έλεγε και τον έφτυνε όσο πιο ψηλά μπορούσε να φτάσει μάτια και μύτη...

Το δεξί πανω πλευρό σπασμένο απ τα περσι απ την κλωτσιά του φρουρού... πόναγε το κορίτσι κάθε που νότιζε ο καιρός...

Δεν εισαι παληκάρι εσύ που τα βάνεις με κοριτσάκια... έλεγε ξανά και ξανά και σαν διαόλι χοροπήδαγε γύρω του μην την βρει η κλωτσιά.... Είχε φτιάξει και τραγούδι και τον κορόιδευε... Η Αλέκα η μικρούλα τρία βρακιά φορεί, όσο κι αν ψάξει ο Γκέκας μήνυμα δε θα βρεί... και του βγαζε τη γλώσσα και χόρευε χαρούμενη...

Σκληρό το πόδι του πανω της... Κατρακύλαγε η Αλεξάνδρα το λόφο μέχρι σχεδόν την πίσω αυλή του ξενοδοχείου... Έπαιρνε επειτα φόρα και ανέβαινε και ξανά μανά... Δεν εισαι παληκάρι εσύ, φοβητσιάρης εισαι γιατί μονο με κοριτσάκια τα βάνεις, αν ήμουν ο θειός μου ο Μακεδόνας θα σου λεγα γω αν θα κοταγες να με κλωτσήσεις... και πάλι τον κατήφορο με μελανιασμένο μούτρο, κομμένο χειλι σπασμένα πλευρά, απ το βαρύ οργισμένο πόδι του δεσμοφύλακα ...

Την άλλη φορά θα φερω τη μαγκουρα του παππού μου και θα σου δείξω εγώ, φωναζε αποκαμωμένη απ το ξύλο και τότε θα δουμε που σε πονεί και που σε σφάζει προδότη, φώναζε και ξαναφώναζε, κι ετρεχε σαν νεραϊδάκι τριγύρω του...

Ο δρομος του γυρισμού ακόμη πιο μακρύς.... Η Αλεξάνδρα τον απολάμβανε ιδίως όταν ο θειός ο Αργύρης ο τσιγκούνης ο φασίστας, που χε το εστιατόριο στην πλατεία κατω απ τα πλατάνια, της εδινε κανα κουλούρι ή κανα ξεροκόματο....

Μισό για μένα για το δρόμο, μισό για τον Γιωργάκη τον αδερφό μου, σκεφτόταν και εσφιγγε τα δόντια μη φαει τις δυο μπουκιές που μέναν για το Γιώργο...

Μύρια παραμύθια σκάρωνε αυτά τα σουρουπα που γύρναγε απ τις φυλακές μεσα στο αιμα και στο χώμα, με μισό κουλούρι στην τσέπη....

Μύρια λουλούδια γεννιόνταν απ το αιμα που σταζε απ τη μύτη κι απ τα μαγουλα του παιδιού... Οι Αγγελοι την ζήλευαν γιατί χε γερακιού καρδιά και ήρωα ημίθεου ψυχή...

Κι έστελνε ο Θεός παραμύθια στα μάτια τα φλογισμένα απ το ξύλο... έστελνε φορέματα κλαρωτά και ξεδοντιάρες τσιγγάνες να την κερνάνε νερό και σταφύλι τα καλοκαιρια... φασολάδα και μπομπότα τους χειμώνες...

Ετσι αντάρτισσα μεγάλωσε η Αλεξάνδρα...

Στα εικοσιπέντε, στην Αθήνα πια όταν ειχαν τελειώσει οι εξορίες οταν ο Σωτήρης κι η Φιλία ήταν μαζί με τη μικρή στο χωριό, αυτή δούλευε στη γκαρνταρόμπα ενος κοσμικού κέντρου, δούλευε και μεγάλωνε τα άλλα πέντε αδέλφια και τα ανήψια της...
Και στη νύχτα παληκάρι η Αλεξάνδρα...
Μόνο που τώρα αυτή έδινε χαστούκια σε όποιον τόλμαγε να την κοιτάξει δεύτερη φορά... Εγώ ειμαι ανηψιά του Καπετάν Μακεδόνα και δεν σηκώνω μάτια πάνω μου...
Στα εικοσιπέντε έτρωγε ξύλο ξανά απ' την αστυνομία της χούντας, άλλο ένα πλευρό σπασμένο... με σανίδι αυτό πανω σε εναν σαματά στην Πατησίων...

Εκαμε και μια κόρη η Αλεξάνδρα και τη μεγάλωνε σα θησαυρό, η ψυχή της έτρεμε με την έγνοια του παιδιού... Όλες οι μάχες πλέον για σένα κοριτσάκι μου...
Δεν φοβάται η Αλεξάνδρα ξύλο, δεν φοβάται χάρο όσο εχει κοντά της την ανάσα σου κοριτσάκι μου της έλεγε και τη νανούριζε.... Και στόλιζε τα μαλλάκια της με κορδελλάκια και ορτανσίες φρέσκες...

Έτσι περασαν τα χρόνια με την ψυχή του παιδιού της στα χέρια της.... Όλα τα ανήψια που μεγάλωσε ξεχάσαν, και τα αδέρφια ξεχασαν και τα ξαδέρφια, τώρα στα εξήντα τρία της η Αλεξάνδρα στη γειτονιά των αγγέλων τραγουδάει τα παραμύθια της και γνέθει όνειρα στην αγκαλιά των παληκαριών...
Βρήκε τον Αρη και τον Νίκο τα ξαδέρφια της, τους ειχαν ξεκάμει οι φασίστες, Βρήκε την Όλγα τη μεγάλη που έφυγε απ την πεινα και το ξύλο στη φυλακή... Βρήκε και τον Γιώργη τον ξανθό που στα δεκάξι της, της ειχε πει πως θα την πάρει... αλλά τον πρόκαμε η ζωή...

Τα παραμύθια της μείναν σε μια θυρίδα που όσο και να ψάχνει η κόρη της δεν βρίσκει...
Η προίκα της ψυχής μένει εκεί σφαλισμένη όπως τα μυστικά της Αλεξάνδρας όπως κι ο πόνος απ τα σπασμένα πλευρά και το κουφό αυτί απ το χαστούκι του δεσμοφύλακα...

Μικρός ο κόσμος Αλεξάνδρα... Τα παληκάρια πάντα ζούνε... Εδώ είναι και μας θυμίζουν εκείνα που χουν αξία... Κι εσύ μαζί τους ζεις και τραγουδάς εκείνο το τραγούδι...

Η Αλέκα η μικρούλα τρία βρακιά φορεί....

θα στείλω ένα όνειρο στο κορίτσι σου να βρει τα παραμύθια να μάθει τα μυστικά σου...
Να φτιάξει ενα θέατρο πανω στο τάβλι του παππού, με τη μαγκούρα για ντεκόρ και κείνη τη φούστα την κλαρωτή που είχες για καλή, να βάλει για αυλαία... και θα ναι η ζωή σου παραμύθι...

Καλή αντάμωση Αλεξάνδρα παληκάρι...
(αυτή ήταν η μητέρα μου... και μου λείπει...)

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)