έτσι θέλησα σήμερα να στείλω έναν χαιρετισμό σε όλους εκείνους που ηγούνται.... σε κείνους που αποφασίζουν, για σένα, για μένα, για τα παιδιά μας, για τη ζωή μας, για την αξιοπρέπειά μας, για την ασφάλειά μας, για την υγεία μας, για τον πολιτισμό μας....
δεν βρήκα καλύτερο τρόπο από το ακόλουθο βιντεο...
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ..... ΡΑΒΕ ΞΗΛΩΝΕ
και....
http://www.youtube.com/watch?v=IArowiaBPys
Εμφανιζόμενη ανάρτηση
Η Αλεξάνδρα το παληκάρι
Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...
7 Μαρ 2007
Τότε που ζούσε...
Σκόρπιζε βίδες με χαλασμένες στροφές στο παγωμένο δρόμο, μη χαθεί... σε μια απάνεμη γωνιά που έστριψε παρέσυρε στο βήμα του ενα μικρό ΄τσαλακωμένο χαρτί... Έτσι χωρις αιτια αυτο του κινησε την περιέργεια και το πηρε στα χέρια του...
Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια του λέξεις φουξια λέξεις πολλές δε πιστευε οτι χώραγαν τοσες λεξεις σε τουτο το μικρό χαρτάκι...
λέξεις ερωτευμένες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις θυμίαμα σε βωμούς ξεχασμένους παλιούς...
Μια έντονη μυρωδιά από λεβάντα τον ζωντάνεψε... θυμήθηκε τα χέρια της και τη φρεσκάδα του κορμιού της... θυμήθηκε την εποχή που ζούσε....
Ένα ράγισμα στα μάτια ακολούθησε το χτύπο της καρδιάς...
Μια σταγόνα αλμυρή ξεστράτισε στο μαγουλο... την έκρυψε το ψιλοβρόχι... ευτυχώς!
συνέχισε να σκορπά τις βίδες εκεινες που κρατούσαν το νου του σταθερό και τη ψυχή τρομαγμένη....
ο παγωμένος δρομος δεχόταν τις σταγόνες των ματιών στο κορμί του και τις εκανε δικες του τοσο απλα τοσο αθόρυβα!
τσαλάκωσε ξανά το χαρτί και το θυσίασε στον άνεμο και στη βροχή...
έτσι για να μπορέσει να το ξαναβρεί κάποτε μπροστά του και να θυμηθεί ξανά το τότε... Τότε που ζούσε...
Χριστίνα Σαββατιανού / 11-10-2002
Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια του λέξεις φουξια λέξεις πολλές δε πιστευε οτι χώραγαν τοσες λεξεις σε τουτο το μικρό χαρτάκι...
λέξεις ερωτευμένες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις θυμίαμα σε βωμούς ξεχασμένους παλιούς...
Μια έντονη μυρωδιά από λεβάντα τον ζωντάνεψε... θυμήθηκε τα χέρια της και τη φρεσκάδα του κορμιού της... θυμήθηκε την εποχή που ζούσε....
Ένα ράγισμα στα μάτια ακολούθησε το χτύπο της καρδιάς...
Μια σταγόνα αλμυρή ξεστράτισε στο μαγουλο... την έκρυψε το ψιλοβρόχι... ευτυχώς!
συνέχισε να σκορπά τις βίδες εκεινες που κρατούσαν το νου του σταθερό και τη ψυχή τρομαγμένη....
ο παγωμένος δρομος δεχόταν τις σταγόνες των ματιών στο κορμί του και τις εκανε δικες του τοσο απλα τοσο αθόρυβα!
τσαλάκωσε ξανά το χαρτί και το θυσίασε στον άνεμο και στη βροχή...
έτσι για να μπορέσει να το ξαναβρεί κάποτε μπροστά του και να θυμηθεί ξανά το τότε... Τότε που ζούσε...
Χριστίνα Σαββατιανού / 11-10-2002
Το Αγρίμι (οι λέξεις της Αναστασίας)

(λαβύρινθος καλοκαίρι ερωτεύομαι φεγγαροαχτίδα αγρίμι)
Στο γόμισμα του φεγγαριού πέρσι το καλοκαίρι, ένα αγρίμι πρόβαλε σε μια γωνιά του δρόμου... ένα πλάσμα χαμένο, αλλόκοτο, ξένο...
Τρομαγμένο, γυμνό, άγριεμένο, νυχοπατούσε πλάκα την πλάκα στο καυτό πεζοδρόμιο...
Γύρω του μικρές φωτιές σιγοκαίνε στους κάδους των σκουπιδιών, απομεινάρια της πορείας των εργατών που πήγε παρακάτω... καίνε αλλού τώρα, κι εκείνο φοβάται τη φωτιά...
Λαβύρινθος η πόλη στα μάτια του, δέντρα λιγοστά, αέρας πηχτός κόκκινος σαν αίμα, σαν χολή... μοιάζει με κείνους που την κατοικούν, αγέλαστοι, βιαστικοί, γκρίζοι, άχρωμοι, ανύπαρκτοι, σε κόσμους προσωπικούς και φτιασιδωμένους, ανίερους, ανυπόστατους...
Κι η μυρωδιά της φωτιάς, ντροπιαστική, του θύμιζε το δάσος, εκείνη τη μέρα που το κάψαν τα τομάρια... έτσι μύριζε θανατερά, καταστροφή...
Το δάσος είχε μάθει, το δάσος ήταν το σπίτι του, το δάσος η μάνα κι ο γονιός του...
Κι ήρθαν οι αλήτες με φωτιές λαίμαργες, ερήμωσε το σπίτι, φύγαν τα πουλιά, και κείνο για να αποφύγει την ερημιά που σπειρε η φωτιά, κατηφόρισε απ το βουνό στην πόλη που τα βράδυα την άκουγε να μουγκρίζει απειλητικά... πεινάει, φοβάται, απορεί... κουτιά παντού, δέντρα λιγοστά, βουή κουρνιαχτός....
Ηταν πιο άσχημη απ ότι φάνταζε από ψηλά, βρωμούσε, τα πλάσματα γυρω του με πανιά πάνω τους, πολύχρωμα, άλλα γυαλίζαν στου φεγγαριού τη λάμψη κι άλλα κρύβονταν στο σκοτάδι της νύχτας, ίδια τα πανιά που ντύναν τα κορμιά τους με τα μάτια τους... κενά κουρελιασμένα, χωρίς ζωή...
Κι η μυρωδιά τους, τι σκατά μύριζε έτσι? το αγρίμι μπερδευόταν, δεν μυρίζαν ανθρώπινα, ούτε καν σαν ζώα, βαριά μυρωδιά, του θύμιζε τα κουφάρια που σαπίζαν στον ήλιο τα καλοκαίρια... Ο κίνδυνος ήταν παντού... σιχάθηκε, τον οσμίστηκε, και ζάρωσε πίσω απ ένα σκουπιδοτενεκέ να ξεφύγει απ τα φανάρια ενός αυτοκινήτου...
Πατούσε στα ακροδάχτυλα και κρυβόταν κάδο τον κάδο, μέχρι που βρήκε μια γωνιά με δέντρα ανάμεσα σε κάτι χαμόσπιτα... μια μικρή ξεχασμένη πλατεία, σαν αυλή, σκαρφάλωσε επιδέξεια στο πιο ψηλό δέντρο, και κούρνιασε ανάμεσα σε δυο κλαριά... πονάει, πεινάει, αφουγκράζεται τη νύχτα, και ουρλιάζει σιωπηλά, μορφάζει πόνο κι αγωνία.... ησυχάζει...
Ο δρόμος κάτω ήσυχος, μόνο μια κοπέλα πέρασε και στάθηκε εκεί δίπλα, μύρισε τον αέρα γύρω της... σήκωσε τα μάτια ψηλά, μα κείνη η τρελλή φεγγαραχτίδα της έκρυψε το αγρίμι... Ξαναοσμίστηκε, τον αέρα και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα του δέντρου του... νιώθει ζεστά εκεί, όμορφα, μάτια πάνω της, μια μυρωδιά χωμάτινη γεμίζει τη κρυφή αυτή γωνιά... της αρέσει, ησυχάζει μαζί της...
Το αγρίμι τη μύρισε νωρίς, από μακριά πριν στρίψει στη γωνία, φρέσκια μυρωδιά, γλυκειά σαν νιούτσικη πευκοκορφή, μεθυστική σαν παπαρούνας σπλάχνο, ελκυστική σαν μέλι απο κηρήθρα... ερωτεύεται, αχνοκουνιέται στο κλαρί κι ένα φύλλο δραπετεύει απ τα δεσμά του.. πέφτει πάνω στο κορίτσι.... το πιάνει το χαϊδεύει, και του λέει, όποιος κι αν είσαι, ότι κι αν είσαι, έλα, μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω, η μυρωδιά σου είναι γνώριμη, την αγαπώ.... έλα....
Εκείνο δεν καταλαβε τι είπε, αλλά η φωνή της το γλυκανε, έκατσαν εκεί μέχρι το ξημέρωμα που η φεγγαραχτίδα σαλπάρισε για άλλο ουρανό, εκείνη του τραγουδούσε νανουρίσματα και χαιδευε τη σκιά του πάνω στα κλαριά...
Λίγο πριν την πρώτη ηλιαχτίδα, ανηφόριζαν πιασμένοι χέρι χέρι προς το βουνό... μυρίζονταν και χαμογελούσαν, δεν φοβόνταν, δεν ανησυχούσαν, είχαν ένα σπόρο είχαν μια μυρωδιά, μια ανάσα, και φεύγαν, φεύγαν απ τη βρωμιά της πόλης, πηγαίναν εκεί που το χορτάρι πάλι ανάσαινε ανάμεσα απ τα αποκαϊδια που χε αφήσει η φωτιά των ανθρώπων... κάποτε, του είπε, θα έχουμε ξανά δέντρα θα δεις, και του τραγούδησε ένα θαλασσινό τραγούδι...
Στο δρόμο πέταξε το φουστάνι της, πέταξε τα εσώρουχα, και κείνο το κορδελάκι που χε δεμένο στα μαλλιά....
Οι πρωινές εφημερίδες, έγραφαν για τη μυστηριώδη εξαφάνιση της κόρης γνωστού μεγαλοβιομηχάνου, τα ρούχα της βρέθηκαν έξω από την πόλη, οι αρχές φοβούνται για το χειρότερο, μεγάλη αμοιβή δίνεται σε όποιον δώσει πληροφορίες στην αστυνομία....
Υποκληθείτε ρουφιάνοι, τρέξτε να πάρετε κωλόχαρτα, τρέξτε, μα κείνη δε θα τη βρείτε.... ποτέ....
Εκείνη ερωτεύεται το Αγρίμι....
Χριστίνα Σαββατιανού / 8-03-2007
Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)
4 Μαρ 2007
ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ «ΖΩΗ» - (Παραμύθι)

Για ένα ταξίδι πολύ μακρινό απόψε θέλω να μιλήσω. Σ’ ωκεανούς με αλλόκοτα φυτά και ψάρια πεινασμένα.
Καβάλησα κάποτε ένα σάπιο σκαρί την «Ζωή» (όνομα κι αυτό! Γυναίκα και θάλασσα μαζί)…
Γρουσουζιά σκέφτηκα. Η γυναίκα είναι της στεριάς λουλούδι, άσε τη θάλασσα για πιο τραχιούς. Βρέθηκα λοιπόν ένα θαμπό χειμωνιάτικο χάραμα, μέσα στη «Ζωή» να ταξιδεύω. Παλιό μα όμορφο και δυνατό σκαρί κι ας έμοιαζε σάπιο, ποτισμένο με ιδρώτα και αίμα, με δάκρυ και κόπο χίλιων ψυχών που πέρασαν μέσα του.
Χίλιες ψυχές, χίλιες πνοές πάνω σε κάθε σανίδι, σε κάθε ίνα τούτου του καραβιού.
Και νά' μαι λοιπόν στα σπλάχνα του κι εγώ, να τραβάω πίσω μου το δικό μου φορτίο, να φεύγω μαζί του, αναζητώντας την ελευθερία και τη χαρά.
Χίλιες φουρτούνες είχε δει η «Ζωή». Χίλια πελάγη μανιασμένα, τόσα όσες κι οι ψυχές που είχε φιλοξενήσει.
Άλλους τους έτρωγε, άλλοι την τρώγανε. Ταξίδευα λοιπόν πάνω σε τούτο το σκαφίδι σαν επιβάτης, σαν βοηθός.
Το παιδί για όλες τις δουλειές. Κάνε αυτό, φέρε εκείνο, φουντάρισε την άγκυρα, δέσε κάβους. Σιγά σιγά, τα καθήκοντά μου άρχισαν να αυξάνουν, ωσάν τα ψάρια γύρω από το σκουλήκι στου ψαρά τα’ αγκίστρι.
Τα κύματα που κράταγαν τη «Ζωή» μέσα τους άρχισαν να θεριεύουν και ν’ αφρίζουν.
Τα σκυλιά μαζεύονταν κι έκαναν κύκλους πεινασμένα γύρω της προσμένοντας τον πρώτο αδύναμο ή απρόσεχτο να γλιστρήσει στο στόμα τους. Τα λουλούδια του βυθού σήκωναν πανηγύρι στην ποδιά της «Ζωής» και τα πλάσματα που ζούσαν στα βάθη του σήκωναν πεινασμένα μάτια να συναντήσουν τα δικά μου.
Μια βραδιά με φώναξε ο καπετάνιος «ο Νους» όπως τον φώναζαν, και μου είπε: - Ήρθε η ώρα σου να κυβερνήσεις τη «Ζωή». Θα κάτσεις στο τιμόνι της και θα την οδηγήσεις όπου θέλεις μέχρι τη στιγμή που θα τελειώσει το ταξίδι τούτο.
Πανικός, φόβος, άγνοια… Μα πώς καπετάνιο; Είναι δυνατόν να κυβερνήσω εγώ το καράβι; Ούτε κόμπους, ούτε καν την καντηλίτσα δεν ξέρω να φτιάχνω σωστά. Είμαι παιδί ακόμη, το μυαλό μου άγουρο, μικρό. Πού πότε και ποιος θα μου δείξει τον μπούσουλα να γνωματεύω και το τιμόνι ίσια να κρατώ; Τα χέρια μου λεύτερα τα θέλω όχι σε τιμονιέρα, κόντρα στον καιρό. Δύναμη δεν έχουν δες. Το νου μου ανέμελο και όχι με την έννοια των ψυχών που ταξιδεύουν με τη «Ζωή».
Ο καπετάνιος με κοίταξε μ’ ένα μικρό παράξενο χαμόγελο. Δεν είπε τίποτε άλλο… «Πήγαινε τώρα μέχρι να σκαντζάρεις βάρδια. Απ’ το πρωί ετούτο που θα έρθει, εσύ θα έχεις στα χέρια σου το τιμόνι της «Ζωής». Αυτά είπε κι άναψε την πίπα του με τον βαρύ κουβανέζικο καπνό, κι έγειρε πίσω απολαμβάνοντας την γεύση του.
Στο τραπέζι ένα σάπιο μισοφαγωμένο μήλο, στάλες από παλιό καφέ και νερό της φωτιάς. Ένα βαμβάκι και μια ένεση με ίχνη πενικιλίνης. Εκείνος τέλειωσε το ταξίδι του. Μπορεί τώρα κι απολαμβάνει λίγες στιγμές ησυχίας προτού αφήσει τη «Ζωή» για την σιγουριά ενός λιμανιού.
Τον κοιτάζω τρομαγμένος. Το γέρικο πρόσωπο έχει σημάδια απ’ την αρμύρα και τα κύματα. Κάθε φουρτούνα κι ένα σημάδι, μια χαρακιά στο κορμί. Κάθε λιμάνι και μια ένεση βαριά, κάθε γυναίκα και μια θύμηση που άλλη φέρνει πόνο άλλη θλίψη κι άλλη χαρά. Κάθε ταξίδι μια ρυτίδα στο σκαμμένο μούτρο του.
Κανείς δεν τον περιμένει. «Όταν ταξιδεύεις με τη «Ζωή», μου είχε πει κάποτε, δεν υπάρχει λιμάνι ή γυναίκα, απάγκιο ή σιγουριά. Το ταξίδι πάντα συνεχίζεται. Η «Ζωή» λιμάνι δεν έχει. Τραβάει μπροστά συνέχεια…. Πάει… λίγο μόνο σταματά και πάλι φεύγει… Προχωράει πάντα, σε καινούργιες θάλασσες αταξίδευτες. Καινούργιες ψυχές κουβάλα και πάει…
Σε κάθε μεγάλο ταξίδι και νέος καπετάνιος και μέχρι να το αποσώσει, γερασμένος και σημαδεμένος έχει γίνει. Να κοίτα κι εμένα…»
Αυτά μου είχε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».
Κι έλαχε σε μένα σήμερα να γίνω ο νέος καπετάνιος, ν’ αδράξω εγώ το τιμόνι, να φτάσω την «Ζωή» στο τέλος του ταξιδιού της , ή μήπως του δικού μου ταξιδιού;
Και η «Ζωή» όμως, ευλογημένο σκαρί και καλοτάξιδο κι ας μοιάζει σάπιο. Στη φουρτούνα τρίζει μα βαστάει γερά. Σιγά σιγά τα χέρια μου στο τιμόνι έπαψαν να σκίζονται σκλήρυναν. Ο καιρός δεν με πειράζει πια. Γίνομαι πιο δυνατός. Ο μπούσουλας καθώς στρέφει παύει να με ζαλίζει και να με μπερδεύει. Έμαθα τα’ άστρα να διαβάζω. Τώρα ξέρω πως είναι το καράβι που γυρίζει στον καιρό σαν το τιμόνι από τα χέρια μου ξεφύγει. Οι σκύλοι την θωριά μου συνήθισαν και τα σαγόνια τους δεν μοιάζουν απειλή. Για μήπως είμαι εγώ που έμαθα τα χούγια τους και φόβο πια δεν νιώθω; Τα φυτά της θάλασσας όμορφη ζωγραφιά στα μάτια μου γενήκαν. Τα λιμάνια κι η φούρια τους, θόρυβος πια που πονά τα’ αφτιά μου.
Μια βάρδια έχει η «Ζωή» στο τιμόνι. Μια βάρδια μακριά και δύσκολη, σκληρή και πλανεύτρα.
Φουρτούνα και μπουνάτσα, με το πούσι να νοτίζει τα ρούχα ώσου να γίνουν δεύτερο δέρμα και τη σοροκάδα να παρασέρνει τα πάντα στον τρελλό χορό της.
Έχει ομορφάδα η θάλασσα. Την ομορφάδα εκείνης της μικρής. Της φρέσκιας της πρωτάρας απ’ τα’ Αλγέρι, με τα τεράστια απορημένα μάτια. Έχει και πόνο για κείνο που αφήνεις πίσω και που μονάχα τη θύμηση του θα κρατείς.
Έχει ομορφιά και το ταξίδι με τη «Ζωή».
Ποτέ δεν ξέρεις αν θ’ αντέξει. Πότε το τρίξιμό της κοντά στον Ποσειδώνα θα σε στείλει και πότε σε λιμάνι απάγκιο θα βρεθείς. Πότε βίρα θα πάει και πότε θα μπατάρει. Πότε σαν λάγνα γυναίκα στην αγκαλιά του πέλαγου θα αφεθεί και θα χαθεί και πότε σαν γοργόνα ημίθεη θ’ αναδυθεί αφροστόλιστη.
Μου το’ χε πει ο καπετάνιος! «να προσέχεις τη «Ζωή». Πάντα με τα νερά της να την πας. Κόντρα ποτέ».
Οι σκύλοι απειλή μπορεί να πάψουν να σου μοιάζουν, μα πάντα πεινασμένοι περιμένουν.
Κι αλήθεια του, οι σκύλοι πάντα μ’ ανοιχτά σαγόνια περιμένουν. Και του βυθού τα πλάσματα τα σκοτεινά, ξάγρυπνα απομένουν, περιμένουν το λάθος.
Περιμένουν το τέλος του ταξιδιού σου. Το τέλος εκείνο που θα σε πάει σε λιμάνι παραδεισένιο όπως μου’ χε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».
Στο λιμάνι που στο φως είναι λουσμένο.
Εκεί που τα’ αστέρια τα νυχτερινά συνέχεια λάμπουν και ακολουθούν του ήλιου τον φωτεινό χορό. Εκεί που ο καιρός πάντα πρίμα πηγαίνει. Εκεί που το ταξίδι με τη «Ζωή», αυτή η μία βάρδια της τελειώνει.
Εκεί όπου βαθειά μπορείς να σταθείς και να χαρείς για το ταξίδι.
Εκεί που το τιμόνι του σκαριού της παραδίδεις και ξαποσταίνεις καπνίζοντας βαρύ Κουβανέζικο καπνό απολαμβάνοντας τη θύμηση…..
Χριστίνα Σαββατιανού
Κάπου στη δεκαετία του ΄90
1 Μαρ 2007
Φιλί μιας εποχής...

φύλλα κλεει το καλοκαιρι να καλοπιάσει της γης τα εγκατα να καρπίσουν κλαδιά....
στις αλυκές γίνηκε κραυγή, τριγμός του ήλιου το ξεψύχισμα....
κι εσύ κυκλοφορεις αγκαλιά με το φωσφοριζέ σου κράνος και γιομίζεις τους δρόμους χαμογελαστες ανάσες δοξάζοντας της νιότης τη φρεσκάδα....
πόσο αγαπώ αυτές τις ανάσες σου!!!
Χριστίνα Σαββατιανού / 03-09-2002
Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)
Έφυγε....

Ξάφνου με μια στραφταλιστή λάμψη κάτι άλλαξε.... το ποτάμι λευτερώθηκε γίνηκε αέρας... το χέρι έσμιξε με το δέρμα της γης...
Από τα βάθια της υπαρξής του βγήκε από την κρυψώνα μια φωνή... αχνή και γλυκιά στην αρχή... άκαμπτη κι ακίνητη έπειτα....
Τα σύνορα ήταν κοντά... μια παράγκα έθετε το όριο του πριν και του μετά... χώριζε το τώρα από το αυριο και λεύτερος από ερωτηματικά, νέος ξανά κίνησε για το μετά....
Αντάλλαξε το σκουριασμένο δέρμα του με μια νέα ανάσα... ο ουρανός ρόδισε, φόρεσε τα μαβιά του,΄τον αγκάλιασε... χάθηκε στο βάθος παρέα με ενα αετόπουλο που μάθαινε να πετάει....
Χριστίνα Σαββατιανού / 24-8-2002
Καλό μήνα σε όλους... ιδίως στα παιδιά και όσους μένουν παιδιά...
Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Σελίδες
Ετικέτες
τα δικά μου
(327)
περιβάλλον
(91)
writting
(67)
Greece
(57)
poetry
(50)
χρήσιμα
(39)
χαμόγελα
(38)
video
(37)
κοινωνία
(35)
φωτογραφία
(32)
health
(30)
environment
(24)
phtography
(24)
εθελοντισμός
(24)
υγεία
(23)
people
(21)
music
(20)
stories
(15)
blogging
(14)
children
(13)
παιδά
(13)
computers
(12)
information
(11)
μπλογκοπαίχνιδα
(11)
doctor
(10)
πολιτισμός
(10)
συνταγές
(10)
χιούμορ
(10)
medicine
(9)
ελλάδα
(9)
μουσική
(9)
activism
(8)
world
(8)
οι συνταγές της κρίσης
(8)
goverment
(7)
rights
(7)
safety
(6)
services
(6)
Πάρνηθα
(6)
γκρίνιες
(6)
εκθέσεις
(6)
ποίηση
(6)
Επιστήμη
(5)
amalia
(4)
earth
(4)
technology
(4)
Αναδάσωση
(4)
αηδιούλες
(4)
αρθρογραφία απο ιντερνετ
(4)
γιατρός
(4)
πολιτική
(4)
πρωτβουλίες
(4)
σοφά λόγια
(4)
emergency
(3)
theatre
(3)
Εναλλακτική οικονομία
(3)
εκδηλώσεις
(3)
εκθεσεις
(3)
με ενδιαφέρουν
(3)
φύση
(3)
χορός
(3)
ψυχαγωγία
(3)
economy
(2)
games puzles
(2)
είπαν
(2)
εκδόσεις
(2)
ελεύθερος χρόνος
(2)
κόσμος
(2)
νομικά θέματα
(2)
συναντήσεις
(2)
τεχνολογία
(2)
DVD
(1)
Greek movie
(1)
amber alert
(1)
antiwar
(1)
dance
(1)
documentary
(1)
down syndrom
(1)
facebook
(1)
first aid
(1)
funny
(1)
internet security
(1)
nature
(1)
plektaniart
(1)
privacy
(1)
protest
(1)
radio
(1)
ΕΜ
(1)
ΧΡ
(1)
απορίες
(1)
απόκριες
(1)
αστικά τοπία
(1)
βιβλιο - e-book
(1)
διάστημα
(1)
διαβάζω
(1)
εναλλκτική ζωή
(1)
ενεργοί μικροοργανισμοί
(1)
εφημερίδες
(1)
ζωγραφική
(1)
θέατρο
(1)
καλομηνιάσματα
(1)
κινηματογράφος
(1)
παράξενα
(1)
παραδοξόνιο
(1)
παραμύθια
(1)
παραξενα chemtrails
(1)
παρατηρώ
(1)
πειραματα
(1)
περιοδικά
(1)
τεχνες
(1)
της γειτονιάς....
(1)
φακελλάκι
(1)
ψάχνω
(1)