Χρυσά κτερίσματα γόμισε ο ουρανός καθώς ετρεξε να γιομίσει τα ασκιά κρασί κι απόσταγμα βελανιδιών... Ήταν αργά για ονοματα, νωρίς για διακοπές και καθώς μάδαγες την σκισμένη ομπρέλα σου ανοιξε η γη και ξέρασε του κόσμου τις σκεψεις... Όνειρα εφιάλτες ελπίδες φοβοι... χόρεψαν όλα μαζί, αδέλφια ομοζυγωτά της ανοιξης να κλέψουν μυρωδιά...
Ξεχάστηκε του αηδονιού μια νότα στο κεφαλόσκαλο, γιόμισε ήλιους και φεγγάρια η στιγμή... κι επειτα το ξύλινο ποδάρι του κυρ Λάμπρου της έκλεψε τη μελωδία με το τακ τακ στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ... θύμιζε αιώνιου αυνάνα καρδιοχτύπι... αέναα ανικανοποίητο και σιωπηλό...
Σκιστηκε η σελίδα πανω στα λευκά ποδια, ξεχασε πως το βιβλίο ήταν το σπίτι της, έμεινε εκεί στο βελούδο να κοιτάζει χαύνα το νερό που επνιγε την εφηβη μοναξιά της... Το βιβλίο δάκρυσε και ανέβηκε μελαγχολικό στο ράφι -
Όποτε φεύγει έρχομαι, αλλιώς ξεχνιέμαι στο πουθενά.
Κι η βιασύνη ανοιξε τα χέρια κι αγκαλιάστηκε με τον ύπνο, στις ακρες της αμυγδαλιάς, και στις οχθες του Αχέρωντα ανοιξε τα μάτια ενα παιδί, μικρό σαν δαχτυλίθρα ωχρό σαν κεράκι, χτυπησε τη βέργα του πανω στο κύμα, και ο ουρανός εβρεξε τρέντι πολυθρονίτσες
Αργότερα θα θέλεις να φωνάξεις μα σου κόβουν από τώρα τη γλώσσα...
Άργησες, έχασες
Δυστυχε κόσμε λιπόθυμε, κι ετσι σε θέλω κοντά, κι ετσι σε θελω κι ας πονάς..... μέσα, κι έξω, παντού....
Μικρές βελόνες κεντησαν δυο αστέρια κι ενα χαμόγελο πανω στο μαξιλάρι, ο ήλιος δεν ξύπνησε ουτε η νύχτα κύλησε, ολα εκεί καρφιτσωμένα σαν παιδιακίσια ζωγραφιά στο μουχλιασμένο τοίχο... τικ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου θυμίζει το εδώ
κοιταξε το μπρίκι και πνίγηκε στη θολούρα του παλιωμένου μέταλλου καθώς πασχισε για ανάσα θυμήθηκε τη Διονυσία... Γιομάτη χυμούς να τρέχει να προφτάσει το τραινο μικρή αναστάτωση κι αυτη, ανίκανη να διώξει τη θολούρα, μονος πάλι, κι εδώ κι εκεί... Μόνος και στα μάτια της καθώς ειδε το καθρέφτισμα του στο τζάμι... τακ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου ...
Βεβαιωμένη αβεβαιότητα ξημέρωσε και πάλι, το τίποτα θεριεύει, όλοι τρέχουν τρεχουν στο πουθενά, ζωή το λενε τώρα, εγώ γελώ στη θέα - κι εκείνο το ξύλινο ποδάρι χαλάει τη ροή, θυμίζει το τώρα το εδώ, σκάει το τακ του στης μοναξιάς τον ήχο και κουφαινει. Το κλαράκι της κουμαριάς βαραίνει ακόμη απ τον κορυδαλό, και του αηδονιού η παγωμένη νότα σκίζει τη μέρα σε κομματια τόσα όσα τα ονειρα του πριν.
Ένα κομάτι του αγεριού ξεκόλησε κι εκαμε παρέα με μερικά βρεγμένα ρουχα της Φιλίτσας, θυμήθηκε ο Φίλιππος της νιότης το λουλούδι καθώς κοίταξε το παιχνίδι τους...
Ξύπνησε η θεια η Αρχοντούλα και φωναξε φαφούτικες λεξεις, ζητωκραυγασε η Αρχοντούλα του αγεριού το σμίξιμο με της Φιλιώς τα ρούχα, ολα στου ερέβους το βωμό ταγμένα τα ταξίδια...
Βεβαιωμένη αβεβαιότητα ξημέρωσε και πάλι, το τίποτα θεριεύει, όλοι τρέχουν τρεχουν στο πουθενά, ζωή το λενε τώρα, εγώ γελώ στη θέα
Ένα κομάτι του αγεριού ξεκόλησε κι εκαμε παρέα με μερικά βρεγμένα ρουχα της Φιλίτσας, θυμήθηκε ο Φίλιππος της νιότης το λουλούδι καθώς κοίταξε το παιχνίδι τους...
Ξύπνησε η θεια η Αρχοντούλα και φωναξε φαφούτικες λεξεις, ζητωκραυγασε η Αρχοντούλα του αγεριού το σμίξιμο με της Φιλιώς τα ρούχα, ολα στου ερέβους το βωμό ταγμένα τα ταξίδια...
Δυο κόμποι
Ασθματικά ψαράκια πνίγονται στο βούρκο σας, ξερνούν τα περιττώματα σας, ταίζετε χολη και δάκρυ τα παιδιά σας, και το λέτε αυτό πολιτισμό, μικροί μονάχοι θνητοί, τακ τακ ο κυρ Λάμπρος ερχεται
Πότισε τη γλάστρα με μέλι άγριο και κρασί στιφό, ανοιξε τα χέρια και πεταξε μακριά, εκεί που δεν εχει χρόνο
Τακ, τακ.... ο κυρ Λάμπρος έρχεται.....
=========================
Χριστίνα Σαββατιανού 30-03-2008


















0 Πατημασιές στην Άμμο...:
Δημοσίευση σχολίου