Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα stories. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Φεβ 2018

ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ




ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ


Κάπου πολύ ψηλά, στο βασίλειο του Ουρανού...
Μια δυό μέρες λιάζονταν και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Στο διάβα τους πάνω από χώρες και ανθρώπους, λίγο πριν συναντηθούν με τις φίλες τους τις νυχτιές...

Εκεί, σε μια στροφή του ουρανού, νά΄σου ένα συννεφάκι... μικρούλι και μόνο.

Μπά! Μόνο του είναι αυτό; Για ιδές πόσο μικρούλι, Θά΄ναι το παιδί καμμιάς μπόρας που ξεστράτισε.
Γιά ... έλα εδώ μικρό μου, πού σεργιανάς μονάχο σου ανάμεσα σε μέρες και σε νύχτες;

Ξαφνιασμένο, τρεμουλιάζοντας και ρουφώντας τη μύτη, το συννεφάκι τις πλησίασε. Ώρα καλή κυράδες, μήπως μπορώ να μπω στο διάβα σας;

Οι μέρες κοιτάχτηκαν, - Μια σκέψη... «Κι άν μας κρύψει τον ήλιο και το δρόμο μας χάσουμε;»

Σας παρακαλώ κυράδες, βούρκωσε το συννεφάκι, μήν με αφήνετε εδώ μονάχο... Δέν βαστώ. Κι άν στον ήλιο σας μπροστά βρεθώ δέστε, τόσο μικρό που είμαι θα διαλυθώ και λαμπρές δροσοσταλίδες και ουράνια τόξα θα στρώσω στα μονοπάτια σας.

Όχι, Όχι, μ΄ένα στόμα το χαστούκισαν οι μέρες. Βιαστικές είμαστε δες... μας περιμένουν οι νυχτιές... Όχι, όχι... πάμε γειά σου...

Κι έμεινε το συννεφάκι μόνο, βουρκωμένο, μικρούλι, εκεί στη γωνίτσα, πάνω στη στροφή του ουρανού.
Λίγο μετά, δεν ξέρω πόσο... δυό φτερούγες ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Ένας γίγαντας αετός περιδιάβαινε ψάχνοντας να βρει το ταίρι του, απ΄άκρη σ΄άκρη.

Εκεί στη στροφή του ουρανού, είδε ζαρωμένο στη γωνιά, το μικρό συννεφάκι. Σκέφτηκε: «Τί νάναι τούτο;... θάναι παιδί κάποιου ξεθυμασμένου κεραυνού που ξαπόμεινε χαμένο.

Γειά και χαρά σου μικρό... Για που τραβούσες και ξαποσταίνεις στη γωνιά;

Γειά και χαρά σε σένα, τρέμισε το συννεφάκι. Διάβα δεν έχω, πούθε ήρθα δεν ηξεύρω, να συντροφέψω τις φτερούγες σου κυρ΄ γίγαντα, μονάχο να μην είμαι;

Σκέφτηκε μια στιγμή ο Βασιλαετός... Και άν η σκιά του το χρώμα και το μεγαλείο από τις φτερούγες μου σκιάσει; Το ταίρι μου δεν θα εντυπωσιαστεί και θα φύγει...

Άσε μικρό τα ταξίδια μαζί μου, δες γρήγορα πολύ πετώ κι εσύ δεν θα προκάμεις ν΄ακολουθείς. Άντε γειά σου τώρα και καλό βιός...

Ένα βρόχινο δάκρυ γυάλισε στα μάτια του μικρού σύννεφου. Ένας γκρίζος λυπημένος τόνος έβαψε το κορμάκι του και μια παγερή μοναξιά το φούσκωσε λιγάκι, έτσι όπως απόμεινε μόνο στη γωνίτσα πάνω στη στροφή του Ουρανού...

Καθώς το βρόχινο δάκρυ του κυλούσε και πετάριζε λεύτερο και χαρούμενο να συναντήσει ένα ροδοπέταλο, άκουσε ένα θόρυβο παράξενο, δυνατό...

Σαματάς μεγάλος που του πόνεσε τ΄αφτιά, κι εκεί μπροστά του ένας σιδερένιος άγγελος από την κόλαση βγαλμένος.
Βλέποντάς το μέσα στη φούρια του κοντοστάθηκε για λίγο να δει καλύτερα...

Γειά σου μικρό... Σύννεφο είσαι θαρρώ έ; Φύγε από τη μέση γρήγορα.. κυνηγώ στόχους και δεν γουστάρω εμπόδια και παρεμβολές στο δρόμο μου. Τούς στόχους δεν πρέπει να χάσω. Φύγε σου είπα!
Έτσι είπε και χάθηκε με τρομακτικό σαματά φτύνοντας φωτιά και ανάσα καυτή πάνω στο συννεφάκι. Τόσο καυτή που σχεδόν διάλυσε το μικρό.

Γιατί κύριε σιδερένιε άγγελε έκαψες το κορμί μου; Μήπως θα σου έκλεινα τα μάτια και το δρόμο τους στόχους σου να χάσεις; Έτσι σκεφτόταν το συννεφάκι βουρκωμένο, προσπαθώντας τους ατμούς να μαζέψει, το κορμί του να βάλει σε τάξη, να συνεχίσει να ζεί... εκεί στη γωνιά του πάνω στη στροφή του Ουρανού.

Και πάνω που προσπαθούσε τα κομμάτια να ταιριάξει, ένα θρόϊσμα ανάλαφρο, και μια σκοτεινή σκιά αθόρυβα στάθηκε μπροστά του κρύβοντας τον ουρανό...

Μαύρος άρχοντας, παγωμένος και τεράστιος, μαυροντυμένος, αρματωμένος με δρεπάνια και σπαθιά, με μάτια άδεια, με ανάσα βρωμερή... Με φωνή γεμάτη καταχνιά και απόηχους κραυγών του μίλησε׃

Δε μου λές εσύ... Που πήγε ο σιδερένιος άγγελος; Πέρασε τώρα δά από δώ θαρρώ. Λοιπόν πές μου, βιάζομαι να τον προφτάσω! Τις ψυχές που θα κάψει πάω να μαζέψω μην τις προλάβει το φώς... και τις λυτρώσει...

Κ..κ..καλή σου μέρα άρχοντα, ψέλισε το συννεφάκι, γεμάτο φόβο από τα θαύματα που αντίκριζε τούτη τη μέρα.

Πίσω από τους στόχους του έφυγε σαν αστραπή... Μα συγχώρα με άρχοντα... μιά ... μιά ερώτηση να κάνω... Τ...τί είναι στόχοι;

Χα.. Χα..Χα χασκογέλασε ο σκοτεινός άρχοντας κι η ανάσα του πάγωσε το τσουρουφλισμένο σώμα του μικρού σύννεφου...

Στόχοι μικρό μου, είναι ψυχές. Εκείνες που είναι ταγμένες στην ελευθερία και στο φώς... Στόχοι είναι παιδιά που αξιώνουν τη ζωή... Στόχοι είναι σκέψεις επαναστάτριες που αντιστέκονται... Στόχοι είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν κι αγαπούν.

Αρκετά όμως, πες μου κατά που πήγε ο σιδερένιος άγγελος, πρέπει τις ψυχές που θα μακελέψει να βιαστώ να συνάξω...

Το συννεφάκι σκέφτηκε μια στιγμή... Τότε, μια αχτίδα από φώς μπήκε εκείνη τη στιγμή στο άμαθο κι αγνό μυαλουδάκι του. Είδε...

Είδε μες στο μυαλό του το διάβα του σιδερένιου άγγελο...Είδε κόκκινο πολύ, φλόγες, κόκκινο... Είδε ουρλιαχτά και φόβο..., είδε ταπείνωση, είδε και φοβήθηκε, είδε και θύμωσε.

Άλλη μια αχτίδα σκέψης το διαπέρασε. Να βοηθήσω...Ένιωσε το κορμί του να γεμίζει ρεύμα... Ο φόβος του κι η μοναξιά του άδειασαν κι έμειναν στη γωνιά λίγο σαστισμένα που δεν είχαν πια καμμιά ψυχή να τυρρανούν.

Χωρίς να τρέμει πιά, έχοντας φως και ρεύμα, τόνο και πνεύμα, έδειξε με μια μικρή λάμψη το δρόμο στον σκοτεινό άρχοντα.. «Καλή σοδειά Κύριε» είπε, « Θα σου δείξω εγώ» σκέφτηκε...

Και καθώς ο άρχοντας βιαστικός απομακρυνόταν σέρνοντας τ΄άρματα και τη βρωμερή του ανάσα, το συννεφάκι ένιωσε να γεμίζει.

Το φώς το γέμιζε. Οι στάλες συνωστίζονταν στο σώμα του. Το χρώμα του άσπρο λαμπρό, γκρίζο θυμωμένο, έπλεκε τις στάλες με συνοχή, με δύναμη. Το συννεφάκι μεγάλωνε, γινόταν συννεφιά. Άρχισε να μοιάζει στη μάνα του τη μπόρα. Μέσα του ένιωθε την κληρονομιά του πατέρα του του κεραυνού, να βλασταίνει, να θεριεύει...
Αντάριασε νοιώθοντας τούτη τη δύναμη που ξυπνούσε μέσα του βγαλμένη από το φως και βγήκε από τη γωνίτσα που δεν το χωρούσε πια.
Προχώρησε λίγο διστακτικά στην αρχή... γνωρίζοντας την καινούργια του φύση. Την ένιωσε, την καλωσόρισε... Και τότε... οι στόχοι...
Οι στόχοι το στοίχιωσαν, το θύμωσαν, το έβαψαν γκρίζο βαθύ δυνατό θυμωμένο. Ένας μικρός κεραυνός του ξέφυγε με ένα μουγκρητό, και πήγε να κάνει παρέα σε μια σκέψη. Τον σιδερένιο άγγελο να σταματήσω. Όχι παιδιά, όχι ψυχές, όχι σκέψεις αγνές... Πρέπει να βιαστώ, να προλάβω, το κακό να σταματήσω.

Άπλωσε το κορμί του θεριεμένο πια, κι ένας αλήτης καλόψυχος βοριάς που έψαχνε κι αυτός να διαλύσει την καταχνιά, το πήρε μαζί του... «έλα...δεν θα πολεμήσεις μόνο σου τούτο το κακό. Εγώ είμαι παλιός και ξέρω από αυτά, τα έχω ξαναζήσει. Έλα και θα σε βοηθήσω...
Ξεκίνησε λοιπόν το συννεφάκι παρέα με τον αλήτη το βοριά, και το μυαλό του γεμάτο ερωτήσεις, που γίνονταν μικροί κεραυνοί καθώς προχωρούσαν. Πήραν το κατόπι του σιδερένιου άγγελου και του άρχοντα του σκοτεινού που διαφέντευε την καταχνιά.

Καθώς διαβαίναν, το συννεφάκι ρωτούσε συνεχώς τον άνεμο τα τι, τα πως, και τα γιατί. Κάθε απάντηση, κάθε μικρή αχτίδα γνώσης που έμπαινε μέσα του το θέριευαν, κι ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά για να το σπρώχνει, και του ψιθύριζε συνάμα τις απαντήσεις που έψαχνε.

Καθώς προχωρούσαν, ένας άλλος άνεμος μικρούλης, φοβισμένος ξέπνοος, πέρασε δίπλα τους. Η λιγοστή ανάσα του τους έκαψε τα ρουθούνια με την αποφορά της καταχνιάς που κουβαλούσε. Τούς χαιρέτησε θροΐζοντας και βιαστικός κρύφτηκε σε μια μπόρα μήπως και ξεπλυθεί από την βρωμιά.

«Φτάνουμε...», είπε ο αλήτης ο βοριάς, «ετοιμάσου. Σταμάτα να ρωτάς και ξεδιπλώσου, Έλα κι εγώ σε βοηθάω». Έτσι είπε και φύσηξε δυνατά πολύ το σύννεφο ανακατεύοντάς το.
Το συννεφάκι ρίγησε, αναδιπλώθηκε, μεγάλωσε. Όλη η γνώση που του έδωσε ο βοριάς στο δρόμο, γίνηκε ρεύμα και καθώς πλησίαζε την καταχνιά και τον θάνατο, οι κεραυνοί του πήραν δύναμη απ΄ την αγάπη που φυσούσε μέσα του μαζί με τον βοριά.

Το τεράστιο πια σώμα του, με το βαθύ γκρίζο θυμωμένο χρώμα έκρυψε τη μέρα, σκέπασε τον ήλιο, καθώς αντίκρισε την καταχνιά. Ο σύντροφός του ο βοριάς, θυμωμένος κι αυτός, παρέσυρε τα πάντα με το μανιασμένο φύσημά του.

Το συννεφάκι δεν κρατήθηκε άλλο... Τα κομμάτια του πυκνά, δυναμωμένα, χτυπούσαν το ένα στο άλλο και οι κεραυνοί του πήραν να κυνηγούν τον σιδερένιο άγγελο και τον σκοτεινό άρχοντα.

Αυτό είναι. Μπράβο μικρό, δώς τους να καταλάβουν, του φώναξε ο άνεμος και το φύσηξε ακόμη πιό δυνατά.
Την ίδια στιγμή, χοντρές στάλες ξέφυγαν απ΄το κορμί του και ρίχτηκαν με λαχτάρα και μανία πάνω στην καταχνιά και στη φωτιά για να τις διαλύσουν, να τις εξαφανίσουν από το πρόσωπο του κόσμου.
΄Όσο έβρεχε και άστραφτε το συννεφάκι, τόσο πιό δυνατό και μεγάλο γινόταν, τόσο πιό πολλές στάλες γεννιόταν μέσα του, καθώς η ομορφιά της ψυχής του έλαμπε και αναδιπλωνόταν.

Νά΄ταν από μεριά η μπόρα και ο κεραυνός, πόσο θα καμάρωναν για το παιδί τους, που πολεμούσε και κατάστρεφε μονάχο του τόσο μεγάλο κακό, και με τόση χάρη!...
Μέρες πολλές πέρασαν και νύχτιές βιαστικές, δεν ξέρω πόσες να σας πώ... Το συννεφάκι κι ο βοριάς, μαζί, χέρι χέρι, διάλυσαν την καταχνιά, έπνιξαν κι έκαψαν τον σιδερένιο άγγελο και τον θανατερό άρχοντα φοβίσαν κι έδιωξαν.

Κάποτε, όταν πιά είχαν σιγουρευτεί ότι το κακό είχε χαθεί από τον κόσμο το γνωστό, καλμάρισαν. Ο άνεμος φύσηξε τρυφερά και παιχνιδιάρικα το συννεφάκι κι εκείνο ησυχάζοντας και χαμογελώντας του, τίναξε τις τελευταίες βαριές στάλες από το κορμί του που έλαμπε από χαρά.

«Μπράβο μικρό... Μπράβο. Καλά τα κατάφερες. Καλά σε είδα εγώ ότι είσαι άξιο για σπουδαία και μεγάλα έργα. Μπράβο».
Το συννεφάκι τρεμούλιασε μ΄ευχαρίστηση στο δροσερό άγγιγμα του αέρα και είπε «Σ΄ευχαριστώ κυρ΄άνεμε, σ΄ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου όλο τούτο τον καιρό. Σ΄ευχαριστώ για όλα. Άν δεν ήσουν εσύ δεν θα κατάφερνα τίποτα.»

Καθώς ευχαριστούσε τον αλήτη το βοριά μια αχτίδα από φως το γαργάλησε χαμογελώντας και του είπε «Αρκετά έπαιξες με τον άνεμο μικρό... Έλα μαζί μου τώρα στο δρόμο του άρχοντά μου του Ήλιου, να γνωρίσεις και τις ομορφιές αυτού του κόσμου. Τώρα που κατάφερες και έδιωξες την καταχνιά, μπορείς να δεις τα πάντα φωτεινά όπως η φύση τά΄ χει πλασμένα, όμορφα και καθαρά. Αυτό το ταξίδι σου αξίζει».

Το συννεφάκι χαμογέλασε ταπεινά, βάφτηκε ρόδινο από την ηλιαχτίδα και κοίταξε προς τον βοριά. «Άντε μικρό, τί κάθεσαι; Φύγε, στο κατόπι του Ήλιου μόνο θαύματα θα συναντήσεις. Μη νοιάζεσαι για μένα, θα ξεκουραστώ για λίγο και πάλι θα σε συναντήσω σε κάποια γωνιά του ουρανού. Πήγαινε λοιπόν τι περιμένεις ; ΄Αν αργήσεις, το μονοπάτι της ηλιαχτίδας θα χαθεί στη δύση και θ΄ απομείνεις πάλι μόνο σου.

Το συννεφάκι χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση τον άνεμο κι έτσι μικρούλι που ήταν και πάλι, σκαρφάλωσε στη ράχη της ηλιαχτίδας που το περίμενε βιαστική. Ένα βρόχινο δάκρυ χαράς μαζί με ένα ζεστό χαμόγελο αποχαιρετισμού αγγάλιασαν τον άνεμο καθώς το συννεφάκι και η ηλιαχτίδα ξεμάκριναν και έστριψαν σε μια γωνιά του ουρανού, κινώντας να γνωρίσουν τις ομορφιές και τα θαύματα του κόσμου που περίμεναν στο δρόμο του Ήλιου.

Τ Ε Λ Ο Σ

Χριστίνα Σαββατιανού, από τον καιρό ενός πολέμου... πάντα με ενοχλούσαν οι πόλεμοι...

24 Μαρ 2007

Συμπτώσεις...



Καθώς κατηφόριζα το πλακόστρωτο σοκκάκι στο δρόμο της φυγής μου, το πιτσιρίκι που βολτάριζε εκεί γύρω, μου χτυπησε το κουδουνάκι απ το ποδήλατο... Γύρισα να δω, ο ήλιος ανάμεσα σε στάλες χοντρες βροχής μοιάζει με κωνσταντινάτο πια και η ομπρέλα μου η ριγέ μπαζει στις ραφές... Ένας ζητιάνος παραδίπλα, ψαχουλεύει στη σακκούλα με τα φυστίκια και βρίσκει ενα κουκούτσι από ροδάκινο μου το πετάει.... Καθώς σκύβω να το αποφύγω ένας κεραυνός απ το πουθενά ερχεται να συναντήσει τον κορμό του δέντρου δίπλα μου.... Σφυρίζω με θαυμασμό για την τύχη μου, μια στιγμή αργότερα αν εσκυβα θα ειχε βρει εμένα... υπάρχει Θεός σκέφτομαι ή απλά είμαι τυχερή... Το πιτσιρίκι ανοίγει τα χέρια και μου φωνάζει, "κοίτα είμαι αετόπουλο! πετάω!" και με ενα σάλτο φευγει πανω απ το ποδήλατο και σκαει στις πλακες... Εκεί δίπλα στα φούλια που με είχαν μεθύσει πριν λιγες στιγμές...
Παω κοντά του και το αγκαλιάζω - δεν εχει τίποτα αλλά του τραγουδώ τραγούδια παιδικά να το ησυχάσω απ το φόβο... Πρώτα δυνάμωσε τα φτερά σου μικρό πουλάκι και μετά σαλτάρισε απ το ποδήλατο... τοτε θα πετάς....
Ενας διαβάτης που χε κι αυτός κοντοσταθεί, κρυφοκοίταζε, θαρρεις και φοβόταν τον ήλιο και τη βροχή....ή τον τρόμαξε η ζωή;;;
Καθώς ο κόσμος επαιρνε και πάλι το σχήμα του το γνωστό, το τακ τακ απ το ξύλινο ποδάρι του ζητιάνου συντρόφεψε τη σκεψη μου σε άλλο τόπο σε άλλη εποχή.... θυμάμαι... Πήρα τη ριγέ μου ομπρέλα που την εσπασε πριν λίγο ενα κλαδί καμένο που έπεσε απ' το δεντρο και έφυγα σιγοσφυρίζοντας εναν χαρούμενο σκοπό που μου τραγούδαγε η μανα μου οταν ημουν παιδί... θυμάμαι.......

Χριστίνα Σαββατιανού / 13-04-2006

19 Μαρ 2007

Για τον φίλο μου τον Αshur



Νότες παλιές ξαναφέρνουν στη μνήμη του λουλουδιασμένα της νιότης χαμόγελα,
Είκοσι χρόνια έρωτας ριζωμένος σε ψυχή διψασμένη... Τη ζει στης κάθε μέρας το ξημέρωμα την αγκαλιάζει στης κάθε νύχτας το χαλάρωμα...

Το ανεκπλήρωτο όνειρο της νιότης του, το χαμόγελό της, μια ζωή μαζί της, κυλάει σαν αίμα στις μεσήλικες φλέβες του, δεν μπορεί να την αφήσει, δεν μπόρεσε ποτέ, είκοσι χρόνια τώρα, έφυγε, έχτισε τη ζωή του αλλού, αλλά εκείνη μέσα του πάντα, την κουβαλάει φτιάχνει ζεστές εικόνες μέσα του τους χειμώνες και δροσερά λιμάνια τα καλοκαίρια... ξαποσταίνει στη σκέψη της...

Η θύμησή της έντονη, δεν την αφήνει να ξεθωριάσει... την ακούει, την βλέπει την αφουγκράζεται, είναι πάντα μερικά βήματα κοντά, μετρα χιλιάδες μακριά, της γράφει ιστορίες, ζει μέσα τους όλα εκείνα που δεν τόλμησε ποτέ να πει... την αγγίζει της προσφέρει την απολαμβάνει σε κάθε στίχο σε κάθε λέξη σε κάθε γράμμα...

Η ζωή του γίνεται ένα με το χαμόγελο το παιδιακίσιο της κάθε που κοιτάζει τα παιδιά του, ονειρεύεται ότι είναι και δικά της... και η ψυχή του αλαργεύει, εκεί στην Ελλάδα τότε που σπούδαζε, τότε που το χαμόγελο της του κανε συντροφιά, τότε που παιδούλα ατίθαση σκανδαλιές σκάρωνε και μοίραζε ένα γύρο... κι αυτός σιωπή, δεν μίλησε ποτέ... σφάλισε την καρδιά του κι έφυγε....

Κάθε που κοιτάζει το σπίτι που φτιαξε, θαρρεί πως ειν το χέρι της που το στόλισε κι ανασαίνει ανακουφισμένος, κάθε που ακούει νότες και λόγια ερωτευμένα, νιώθει πως ειναι εκείνης λόγια για κείνο που δεν έζησε μαζί της, για κείνο το όνειρό του που δεν τόλμησε στης μέρας την ποδιά να το απιθώσει...

Δεν της μίλησε ποτέ, στάθηκε φίλος πιστός, είκοσι χρόνια τώρα...
μόνο στα όνειρά του την αγκάλιασε μόνο στα όνειρά του τον ερωτεύτηκε... μόνο στα όνειρά του ζει μαζί της, κι αυτή η ζωή του ειναι η πιο πραγματική... η πιο αγαπημένη

Μούσα και έμπνευση, αποκούμπι και ελπίδα του είκοσι χρόνια τώρα, κι άλλα τόσα αν χρειαστεί.. Δεν θα τη διώξει ποτέ απ την καρδιά του, κι η σκέψη του παραδομένη θα ναι όσο ζει σε κείνο το λαμπρό χαμόγελο εκείνο που θυμάται, εκείνο που δεν ξεθωριάζει εκείνο που αγαπά....

Τι ναναι εκείνο που τους έρωτες της νιότης τους ανεκπλήρωτους κρατάει πάντα ζωντανούς?

Χριστίνα Σαββατιανού / 19-03-2007

22 Φεβ 2007

ΕΝΝΙΑ ΜΕΡΕΣ - ΕΝΝΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ (οι λέξεις του κλέαρχου)



άνθρωπος παράθυρο καρδιά χτύπος εννιά

Εννιά μέρες πέρασαν, εννιά στιγμές τόσο σιωπηλές... λες κι ο κόσμος είχε σταματήσει τη στιγμή που σταμάτησε και η καρδιά της να χτυπά... ο κόσμος ξανάρχισε, έμεινε η σιωπή του...

Έτσι απλά σταμάτησε, λύγισε κι αποφάσισε να βάλει τέλος...

Χρόνια πολλά κουβαλούσε μέσα της χίλια μυστικά αυτή η καρδιά... Κάθε της χτύπος κι ένα παράπονο, απ τον αδελφό της το Γιώργο, απ την αδελφή της τη Βαγγελιώ, από τα ανήψια της, τον άντρα της τους φίλου... κάθε χτύπος κι ένα δάκρυ στο υφαντό της ζωής της...

Αν τα μάζευε όλα τα δάκρυα θα χε μια λίμνη τόσο μεγάλη να χωρέσουν τα μισά καράβια του κόσμου... Αν γινόταν να τα ανταλλάξει με χρυσάφι, θα ήταν η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου...

Η Αλέκα όμως, τα κρυβε τα δάκρυα, τη νύχτα στο μαξιλάρι, τα απόθετε βουβά, τις ώρες που περίμενε το κορίτσι της να γυρίσει απ τη βόλτα ξάγρυπνη... και οι χτύποι της καρδιάς της σπαταλιόνταν με κάθε δάκρυ...

Εννιά στιγμές χρειάστηκαν να ανασάνει για να φύγει, εννιά ζωές έχασε και το κορίτσι της στο σταμάτημα της καρδιάς της...

Τι είναι ο άνθρωπος αναρωτήθηκε το κορίτσι; ένα ανοιχτό παράθυρο, και μπαινοβγαινει η ψυχή κατά πως γουστάρει... Τίποτα δεν είναι, Τίποτα κι εγώ...

Τι ήσουν εσύ Αλέκα μου; η φυλακή μου ή η λευτεριά μου;

Εννιά απαντήσεις πήρε το κορίτσι...

Η σπηλιά μου ήσουν που με φύλαγε και με έκρυβε απ τα κακά που με φοβίζαν... μια αγκαλιά στείλε μου πάλι...

Ο δεσμός μου ήσουν ο σιδερένιος που δεν με άφησε να πετάξω κατά πως όριζε η καρδιά μου... δικαιολογίες στην ανημπόρια μου... δεν τόλμησα απλά... κι εγώ όπως κι οι άλλοι....

Η ρίζα μου ήσουν σε σαθρό χώμα μέσα, και όταν χάθηκες βούλιαξα κι εγώ... αναπνέω ακόμα....

Η ελπίδα μου ήσουν, κάθε που η βλακεία μου με φόβιζε, με κοίταγες στα μάτια και ξέχναγα το δάχτυλο και κοίταγα ξανά τα αστέρια... δες λαμπυρίζουν!

Το μυστικό μου ήσουν, εκείνο που λαχταρούσα να μαι αλλά ποτέ πριν δεν κατάλαβα πως ήδη ήμουν... τώρα ξέρω... θυμάμαι...

Η ευχή μου ήσουν, τις ώρες που λυγισμένη από ανόητες σκέψεις ήθελα να φύγω να χαθώ... δεν τόλμώ να είμαι αδύναμη τώρα...

Το πιο αγνό μου χάδι ήσουν, εκείνο που μόνο οι άγγελοι και τα παιδιά απολαμβάνουν... μου λείπεις...

Η μεγαλύτερή μου αγάπη ήσουν, εκείνη που ποτέ απ την καρδιά μου δεν θα χαθεί, κι ας είναι το ποτέ μεγάλη λέξη, κι ας είναι η καρδιά μου μικρή... εσύ χωράς, πάντα....

Καρδιά μου ζεστή - μάνα πολύτιμη... μην ξαναπονέσεις... τα μυστικά σου καλά σφραγισμένα με του τελευταίου χτύπου σου τον ήχο... πονάω....

Μόνο στείλε μια ματιά εδώ στο κορίτσι σου... κι ένα χάδι αέρινο, απ το ανοιχτό παράθυρο... να νιώσω σιγουριά ότι ακόμη κι αν έφυγες είσαι κοντά... Σ'αγαπάω...

Υστερόγραφο¨: πονάει καιρό ο θάνατος μανούλα.... θα γιάνω...

Χριστίνα Σαββατιανού / 23-02-2007

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΗΜΟΥΝ... (οι λέξεις του philos)



δημόσιο, πρόστιμο, καφέ, κίνηση, μουσική.

Τα τελευταία δυο χρόνια ο Δημήτρης δουλεύει στο δημόσιο, έχει μια θέση καλή, αξιοπρεπή, σπουδαία για κάποιους... έναν μισθό μέτριο, αν και με τα πτυχία και τα διδακτορικά του, θα πρεπε να παιρνει τα διπλά... έχει και γραμματέα...

Κάτι όμως τα απογεύματα, λίγο πριν φύγει απ τη δουλειά τον ενοχλεί... Όχι δεν είναι το γραφείο, έχει όμορφη θέα, έξω στο διπλανό δασάκι της πλατείας της Νέας Κηφισιάς...

Ούτε η Τασούλα η ηλικιωμένη συγκάτοικός του στο γραφείο είναι, αυτή η γυναίκα έχει μια γλύκα που του θυμίζει τη συγχωρεμένη τη μάνα του... με τα ξεφτισμένα ξανθά μαλλιά, και τα γυαλάκια της πρεσβειοπίας χαμηλά στη μύτη... έτσι ήταν και η κυρα Μάρθα, αρχόντισσα στο χωριό, κυρά του προέδρου της κοινότητας, έβγαινε στο ξύλινο μπαλκόνι του σπιτιού τους και κένταγε με τα καφετιά γυαλάκια της χαμηλά... χωρίς να χάνει ούτε μια στιγμή από τα τεκταινόμενα της πλατείας απέναντι απ το σπίτι... Η κυρία προέδρου πρέπει να τα ξέρει όλα, έλεγε...

Κάτι άλλο τον ενοχλεί δεν τον χωράνε οι τοίχοι, άλλο ήθελε, κι αλλού βρέθηκε...

Ο Δημήτρης από παιδί αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε την κίνηση... το χορό το τραγούδι, πρώτος από πιτσιρικάς με κοντό παντελονάκι στα πανηγύρια, να χορεύει τσάμικο τόσο λεβέντικα που λίγωνε τις κοπελες κι ας ήταν μια σταλιά...

"Σαν μεγαλώσει ο Δημητρός, θα κάψει τα κορίτσα μας", λέγαν οι γιαγιάδες, και τονε ζηλεύαν οι γέροντες που δεν είχαν ποδια να βαστάνε το χορό σαν τα δικά του...

Ο πατέρας του ο κύριος Σοφοκλής ή ο "κυρ Πρόεδρος" όπως τονε λέγαν, δεν τον άφηνε να πολυχορεύει, ούτε να χαζεύει τους μουσικούς... Αντί για λαγούτο που θελε να μάθει, τον έστελνε στη πόλη να μάθει εγγλέζικα και γερμανικά, και έπειτα να σου τα φροντιστήρια να περάσει σε μια καλή σχολή, να γίνει επιστήμονας να βρει μια καλή θέση στο Δημόσιο... κι ίσως κάποτε τον έβλεπε και πρωθυπουργό... τέτοια ονειρευόταν ο κύριος Σοφοκλής για τον μονάκριβό του...

Έτσι κι έκανε ο Δημήτρης, άκουσε τον πατέρα του, ξέχασε το λαγούτο, το κρυψε σε μια γωνίτσα της καρδιάς του τυλιγμένο με δέρματα και καθαρά πανιά να μη σκονίζεται και αραχνιάζει... και σκίστηκε στο διάβασμα, αρίστευσε, σπουδασε, διδακτορικά χαρτιά πολλά και περγαμηνές, διαπιστευτήρια λαμπρά στα οικονομικά, στην κοινωνιολογία... και κατάφερε χωρίς μέσο και δόντι, να μπει σε μια "καλή θέση" στο δημόσιο... 'Ηταν κι η εποχή πρόσφορη... ήταν και τυχερός...

Ναι δεν τον χωρούσανε οι τοίχοι, ήθελε να ταξιδεύει, κάθε μέρα να του χαμογελάει κι άλλος ουρανός, να παίρνει το αμάξι φορτωμένο με όργανα μικρόφωνα ενισχυτές, και με έναν καφέ στη θήκη δίπλα του να ξημερώνεται σε άλο τόπο κάθε πρωινό...

Δεν τον ένοιαζε να ναι γνωστός, ούτε να βγάζει πολλά, να παίζει λαγούτο ήθελε, να ξαλεγράρει το μυαλό του με τις νότες, να αγκαλιάζουν τα μάτια του χίλια πρόσωπα, να βλέπει κόσμο να μεθάει να χορεύει, να ερωτοτροπεί μεσα στη γύρα του χορού, να αγγίζει τα όνειρά τους μέσα στης μουσικής τη δίνη, να τους τα ομορφαίνει, να τους χαρίζει χαμόγελα και δροσερά φιλιά από κορίτσια ζαλισμένα... τα πανηγύρια αγαπούσε ο Δημήτρης και τη μουσική... να πλανεύει ήθελε με δαύτη... κι ήξερε πως μπορούσε...

Στριμωχνόταν στην καρέκλα του γραφείου, πόναγε το στόμα του που θελε να χαμογελάει συχνά, αλλά δεν μπορούσε, τα στελέχη "πρέπει να ναι σοβαρά"... κι όσο γλυκά και αν του φερόταν η Τασούλα, ο καφές που του φερνε δεν ήταν νόστιμος, είχε αλλιώτικο αέρα μέσα του, εκείνον της κλεισουρας, της πόλης, είχε καυσαέριο, είχε μια ξυνίλα σαν παλιωμένος να ταν κι ας ήταν ολόφρεσκος...

Στριμωχνόταν στη δουλειά του, δεν έκανε για επιστήμονας αυτός, ούτε για "manager" όπως τον ήθελε η θέση του... σκότωνε το μυαλό του να σκέφτεται πως θα έχει έσοδα η υπηρεσία, να κόψουμε πρόστιμα, να βάλουμε φόρους... "σκατά" σκεφτόταν, ποιος τα γαμάει όλα αυτά? κι εκεί λίγο πριν φύγει απ τη δουλειά σουρούπωνε το βλέμμα του....

Την πρώτη μέρα στη δουλειά ήταν χαρούμενος γιατί ο πατέρας του ήταν χαρούμενος...

Τη δεύτερη μέρα ομως κάτι τον ενόχλησε λίγο πριν τελειώσει το ωράριό του... ήταν μια νότα απ τη διπλανή καφετέρια που μπήκε κρυφά απ το παράθυρο που βλεπε στο πάρκο, και του θύμισε που ήθελε να είναι...

Από κείνη τη στιγμή κάθε μέρα ήταν μια τιμωρία, το πρωί που ξεκίναγε για τη δουλειά στριμωγμένος μεσα στο κοστούμι, με άνοστη μουσική στο ραδιόφωνο, μπλοκαρισμένος μια ώρα στην κίνηση στον Κηφισό ένιωθε τα πόδια να βαραίνουν στο γκάζι... 'Εβριζε τη τύχη του, και την επιλογή του... "Το δημόσιο είναι σίγουρο, κι εσύ με τις γνώσεις σου θα διαπρέψεις" του λεγε ο κυριος Σοφοκλής... Ακουσε τον πατέρα σου, ξέρω το καλό σου ποιο είναι.... Κι έφτυνε τον καθρέφτη του που χε ακούσει.... Μερικές φορές έχυνε κι ενα δάκρυ για το χαμένο χρόνο στο διάβασμα, νότες έπρεπε να μαθαίνω κι όχι τις μαλακίες που μαθα, νότες κι όχι το ψέμμα που σερβίρω τώρα... νότες κι όχι πως να εκμεταλλεύομαι με χάρη τον κοσμάκη.... αυτά σκεφτόταν ο Δημήτρης στο δρόμο για τη δουλειά...

Κάθε μέρα και πιο δύσκολη, κάθε μέρα και πιο μαύρη... η ψυχή του αιμοραγούσε πάνω στα χαρτιά με τα υπηρεσιακά σημειώματα, και τα πλάνα οργάνωσης, και ο νούς του έσκαγε με κάθε νουμερο κι υπολογισμό που έκανε, σαν πυροτέχνημα μετά την Ανάσταση... πριν το πανηγύρι...

Προπαραμονή Χριστουγένων του δεύτερου χρονου του στη δουλειά, δεν άντεξε, μισή ώρα πριν φύγει έδιωξε τη Τασούλα και με λάγνα χαρά έφτιαξε ένα τελευταίο χαρτί, προς τον διευθυντή της υπηρεσίας...

"Για προσωπικούς λόγους είμαι αναγκασμένος να υποβάλλω την παραίτησή μου"... Έτσι στεγνά λιγόλογα, έσπασε την αλυσίδα του...

Το άφησε στη γραμματέα του, μπήκε στο αμάξι, και τράβηξε κατά το κέντρο στο μαγαζί με τα όργανα... το βλεπε μήνες τώρα το λαγούτο στη βιτρίνα, λίγωνε η ψυχή του, τις νυχτιές ονειρευόταν πως παιζει με δαύτο, πως μελώνει τον κόσμο, κι ημέρευε η ψυχή του στου ονείρου την άκρη...

Αγόρασε το λαγούτο... γράφτηκε στο ωδείο... πούλησε το αμάξι... βρήκε δουλειά σαν γκαρσόνι σε ένα κοσμικό εστιατόριο για να μπορεί να ζήσει... έκρυψε τα πτυχία που χε κρεμασμένα στον τοίχο στο μπαούλο της κυρα Μάρθας που χε πάρει μαζί του απ το χωριό, μην τονε ζορίζουν μην τον πνιγουν τα προγράμματα κι οι αριθμοί, και ξέχασε να τηλεφωνήσει στον κύριο Σοφοκλή...

Τώρα, τρία χρόνια μετά, τίποτα δεν τον ενοχλεί... κάθε πρωινό τον καλημερίζει κι άλλος τόπος κι είναι ευτυχισμένος.....

Χριστίνα Σαββατιανού / 22-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ.... (λέξεις από τον τυχάρσπαστο)



Γιασεμί, θάνατος, θαύμα, κύκνος, "ερωτοφοτόσχιστος"

Τρεις μήνες πριν, το Κατερινιώ χτένιζε τα μακριά ξανθά μαλλιά έξω στην αυλή, πλάϊ στο πηγάδι, ανάμεσα στις φορτωμένες λεμονιές, και το μεγάλο πεύκο...
Είκοσι χρονών τότε το Κατερινιώ, όλη η Λευκάδα την καμάρωνε... Η πιο όμορφη κι άξια κοπέλλα που βγαλε το νησί τα τελευταία χρόνια, και πράγματι, μάτια ελαφίνας, κορμοστασιά κυπαρισσιού, μαλλιά που θύμιζαν σταροχώραφο ψημένο στου καλοκαιριού τον ήλιο... Τα χείλη της, βύσσινα νιούτσικα από κείνα τα ξερικά που φτιάχνουν τη "λιγούρα" τη γλυκόπιοτη... Χέρια λεπτά φτιαγμένα να υφαίνουν να κεντούν όνειρα πάνω σε καμβάδες μέσα σε ψυχές, να χαράζουν στιγμές λάγνες, γεμάτες πόθους στις σκέψεις των αγοριών.... Ψηλόλαιμη ίδια με ώριμο κύκνο, να της στολίζεις το λαιμό με άστρα και γιασεμιά, με πέρλες και κοχύλια... να τον κεντάς με φιλιά, να γινεται η ματιά σου ουρανός και θάλασσα μαζί, γη και αγέρας σαν την κοιτάζεις...

Η Κατερίνα σπούδαζε στην Αθήνα να γίνει φυσικός ήθελε, να διαβάσει τα άστρα, πως ειν φτιαγμένα, να διαβάσει τον άνθρωπο, να τον αποκρυπτογραφήσει... εκεί στου ατόμου τον πυρήνα να χαθεί... - "θα γίνει σπουδαία μια μέρα να μου το θυμηθείς, θα μας κάνει όλους περήφανους, έλεγαν οι γριές στα καλντερίμια, καθώς σκέφτονταν τη νεράϊδα του νησιού... Σπουδάζει και δύσκολα πράματα, επιστήμη τρανή!!! Ναι ναι, θα τηνε πάρουνε στην Αμερική να αλλάξει τον κόσμο... Ετσι καλόψυχη κοπέλα που ναι, θα αλλάξει και τα μυαλά των αφεντάδων με της καρδιάς της τα λουλούδια... Αχ να χαμε δυο τρία τέτοια κορίτσια ακόμη θα ταν ο κόσμος πιο γλυκός... Ελεγαν και καμάρωναν για το κορίτσι τους οι ντόπιοι, χωρίς να ξέρουν πως ζούσε στην Αθήνα, χωρίς να ξέρουν το σαράκι της ψυχής της...

Η Κατερίνα χρόνια τώρα είχε μια στενάχωρη σκέψη, μια θλίψη στα μεγάλα μάτια που όλοι την περναγαν για βαθυστοχασιά και σοβαρότη... Ηταν επτά χρονών τότε που ο πατέρας της έφυγε, και την άφησε, ρίζωσε μέσα της το σαράκι... της ρουφούσε το αίμα τη σκέψη.. φοβόταν, εγώ τον έκανα να φύγει έλεγε και ξανάλεγε στον καθρέφτη, δεν ήμουν καλό κορίτσι, δεν τον άφησα να με χαϊδεύει όταν ήθελε, κι έφυγε...
Η μάνα της του κάκου προσπαθούσε χρόνια τρία να κάνει το κορίτσι να χαμογελάσει... μαράζωνε κι αυτή μαζί με το στερνοπούλι της τη μοναχοκόρη της... τα πέντε αδέλφια της δεν την άφηναν μονάχη στιγμή... Ο Πέτρος την τραβολογούσε σε κάθε γιορτή και πανηγύρι, Ο Σταυράκης την ανέβαζε στο ποδήλατο και τη σεργιάνιζε στα δάση του νησιού, ο Αγγελής έφτιαχνε κούκλες από κουτσουπιά και πευκοβελόνες και της χάριζε εκεί δίπλα στο πηγάδι και όμορφες ζωγραφιές της θάλασσας να της στολίζει τον τοίχο πλάι στο κρεβάτι, και της έπαιζε κουκλοθέατρο... Ο Ζαφείρης πάλι έκανε κωλοτουμπες κι εσπαγε τη μούρη του, όλη την ώρα μπας και η μικρή του πριγκιπέσσα σκάσει χαμόγελο... και ο Διαμαντής την έπιανε σαν κούκλα και χόρευε με τις ώρες μαζί της... Οσο κι αν παλεύαν όμως τα αγόρια και η κυρα Φωτεινή δεν εβαζαν χαμόγελο στα χείλη της Κατερίνας... Τα ρόδινα μάγουλα πάντα ξεφούσκωτα από χαράς ίχνη... τα μάτια της, συννεφιασμένη θάλασσα πριν από μπουρίνι... κι σκέψη στα χέρια του πατέρα που την ψάχναν τις βραδιές κι εκείνη αρνιόταν... εγώ τον έδιωξα, δεν μ' αγαπάει, δεν ήμουν καλό κορίτσι...

Το ριξε στο διάβασμα η Κατερίνα, να μην νιώθει ένοχη που φυγε ο πατέρας, να μην προκάμει να σκέφτεται, άριστη πρώτη στο σχολείο, πρώτη πέρασε στο πανεπιστήμιο... και έφυγε για την Αθήνα... Τα καλοκαίρια μόνο ερχόταν στο νησί, ούτε Χριστούγεννα ούτε Πάσχα...

Τον πρώτο χρόνο δεν είχε σηκώσει μάτι απ τα βιβλία, κι η θλίψη της κράταγε μακριά όποιον ήθελε να την πλησιάσει...

Στα μισά της δεύτερης χρονιάς, γνώρισε μια κοπέλα την Μεταξία, ασχημούλα λίγο, μελαχροινή μαυροτσούκαλο, έμοιαζε μαζεμένη, και μελετηρή, είχε κι εκείνη μια θλίψη στη ματιά, όμοια με της Κατερίνας, άρχισαν να μοιράζονται τη θλίψη τους...

Η Μεταξία, είχε χάσει τη μάνα της δέκα χρόνια πριν, και η νέα γυναίκα του πατέρας της τη μίσησε, τη ζήλεψε μη τύχει και χάσει τη προσοχή του άντρα εξ αιτίας της, την βασάνισε πολύ, την χάραξε την έκαψε την σακάτεψε... Μίσησε κι Μεταξία τον κόσμο μέσα απ το μίσος εκείνης... μίσησε και τον πατέρα της, και πιο πολύ τον εαυτό της....

Καθώς τα δυο κορίτσια έρχονταν πιο κοντά, η Κατερίνα παρατήρησε ότι στιγμές στιγμές η Μεταξία γέλαγε πολύ, και είχε μια ματιά χαμένη πλανεμένη... ανεξήγητο της φαινόταν και μια μέρα όταν ένιωσε έτοιμη τη ρώτησε...

Η Μεταξία πήγε στον κοιτώνα της και γύρισε με ενα σακκουλάκι... ξεραμένα φύλλα μέσα - "τι είναι αυτό δυόσμος?" ρώτησε η Κατερίνα.... Έσκασε στα γέλια η Μεταξία, "οχι ρε ζώον" χόρτο είναι το κανπνίζουνε... "αααα καπνός δηλαδή" είπε η Κατερίνα.... λιγώθηκε πάλι απ τα γέλια η Μεταξία, και έβγαλε τσιγαρόχαρτο κι εφτιαξε ενα τσιγάρο...

Το μοιράστηκε με την Κατερίνα να της δείξει που κρύβεται το γέλιο, που βρίσκεται της ζωής η χαλαρότητα κι η ξενοιασιά... να της δείξει πως ξέχναγε για λίγες ώρες το μίσος, που έβρισκε αγάπη για τον καθρέφτη της που πάντα την έφτυνε και την αδικούσε....

Η Κατερίνα έχασε το φως της στη δεύτερη ρουφηξιά "κράτα τον καπνό μέσα σου" της είπε η Μεταξία αλλιώς δεν θα σε πιάσει... έβηξε πνίγηκε μα τον κράτησε μέσα της τον καπνό... Ζαλάδα ανείπωτη το κεφάλι βάρυνε κι αρχισε να στοβιλίζει, κι ενα γέλιο ανάβλυσε μεσα απ τη ζαλάδα... χαχάνισε μια στιγμή κι έψαξε ένα γύρο κάτι να δέσει το κεφάλι της που ήθελε να φύγει απ τον λαιμό.... Χαχάνισε ξανά, και σκέφτηκε παράξενο, δεν έχω λόγο να γελώ, μα μου αρέσει, κι αφέθηκε στο χαλαρό γελαστό αίσθημα....

Εκεί κατω απ το δέντρο της πλατείας τα δυο κορίτσια φτιαχτηκαν και γέλαγαν δυο ώρες χωρίς λόγο... έτσι βρήκε η Κατερίνα μια πηγή που έδιωχνε το φόβο και την ενοχή για τον πατέρα, έδιωχνε τα αδιάκριτα χέρια του από πάνω της που ψαχούλευαν τα πόκρυφά της... έδιωχνε τη θλίψη...

Τους πρώτους τρεις μήνες όλα μοιάζαν καλά, καπνιζε ένα τσιγάρο η Κατερίνα και χαλάρωνε, διάβαζε με ακόμη περισσότερο μεράκι και κέφι, δεν έμοιαζε να της κάνει κακό... Δεν φανταζόταν τη συνέχεια... Θυμόταν τις συμβουλές του Παύλου και του Ζαφείρη αλλά μοιάζαν ανόητες, αφού το μόνο που της συνέβαινε ήταν αυτή η χαλαρότητα κι η ευθυμία, ούτε εθισμός ούτε αρρώστια.... Συνέχισε....

Τον τρίτο μήνα μετά από κείνο το πρώτο τσιγάρο, σε ένα πάρτυ που θα ήταν κι ο Αλέξης, της άρεσε ο Αλέξης της Κατερίνας, η Μεταξία ήλθε με κάτι νέο... κάτι χάπια σε σχήμα καρδιάς και ρόμβου... "Μην πιεις ποτό της είπε, θα πάρουμε τούτα... πιο καλά, θα δεις" και της έχωσε στο στόμα δυο χάπια.... και τα ξέπλυνε με γκαζόζα...

Μια δύναμη απόκοσμη γιόμισε μετά από λίγο το κορμί της Κατερίνας, η μουσική την τράβηξε απ το χέρι και χόρευε, χόρευε σαν ξωτικό, και έψαχνε η ματιά της τον Αλέξη... Ο Αλέξης ήταν εκεί, την είδε που τον κοίταζε, κολακεύτηκε που η νεράϊδα τούτη χόρευε μόνο για αυτόν, την πήρε απ το χέρι, την ακολούθησε, τον μάγεψε το κορμί το τριζάτο, κι η ματιά η λάγνα, έγινε ο κόσμος του ερωτοφοτόσχιστος τη στιγμή που η Κατερίνα κόλησε τις κινήσεις της πάνω του... η ψυχή του της δόθηκε το κορμί του την πόθησε, η σκέψη του φυλακίστηκε στις κινήσεις της και στου λαιμού της τη λιγνάδα... Την άγγιξε την μύρισε, χόρεψε μαζί της ώρα... χωρίς να καταλάβει που έβρισκε η νεράϊδα του δύναμη... Κι η Κατερίνα χαμένη στου χαπιού τη δράση, έπλασε όνειρα με τον Αλέξη πρωταγωνιστή, αργότερα κοιμήθηκαν μαζί... δεν θυμόταν καλά τι έκαναν, ήταν η πρώτη της φορά που βρέθηκε με άντρα, αλλά δεν θυμόταν, μόνο μια γλυκειά μυρωδιά θυμόταν σαν το αγιόκλημα της γιαγιάς της που ανέδινε το κορμί του Αλέξη...
Ξύπνησε ζαλισμένη, μουδιασμένη, με εναν ανεπαίσθητο πόνο ανάμεσα στα σκέλια της, δίπλα της ο Αλέξης γυμνός, αχνανάσαινε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο...

Ηταν τυχερή η Κατερίνα στην πρώτη της φορά, κι αυτό ήταν το θαύμα! ο Αλέξης την αγάπησε δυνατά, έγινε η σκιά της, αλλά του κράτησε ένα μυστικό... ποτέ μπροστά του δεν κάπνισε, ποτέ δεν πήρε χάπι, ποτέ δεν ρούφηξε τη σκόνη που της έφερνε μια φορά τη βδομάδα η Μεταξία... αυτά τα κράταγε για τις ώρες που ο πατέρας της την άγγιζε, τοτε που η σκέψη της σκοτείνιαζε κι η ενοχές κι ο φόβος της αγκριφώναν τη ψυχή...

Τέσσερις μήνες αργότερα σε μια γιορτή πάλι, είχαν πάει οι τρείς τους κι η Μεταξία είχε καλή σκονη μαζί της... Τα κορίτσια πήγαν μια στιγμή να σιαχτούν στην τουαλέτα, και γύρισαν με μύτες κόκκινες και μάτια γυαλένια... με ένα κέφι πρωτόγνωρο. Τότε ήταν που ο Αλέξης κατάλαβε τι έκανε η νεράϊδα του... Στην αρχή θύμωσε, μετά πανικοβλήθηκε, "θα τη χάσω" "αυτή η φίλη αυτό το φίδι μου τη σκοτώνει"κάτι πρέπει να κάνω να τη σώσω"... Την πήρε παράμερα, τη ρώτησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά του θαρρείς και θα την έσωνε το σφιχταγκάλιασμα.... Η Κατερίνα το αρνήθηκε, τη πρώτη, εκείνος όμως επέμεινε, και του τα είπε, "δεν με πειράζει όμως" με βοηθάει να διαβάζω, και να ξεχνώ όσα θέλω να σβήσω... αλήθεια δεν με πειράζει... δεν είμαι σαν τους άλλους" "ξέρω τι κάνω" και χασκογέλασε....

Το εξάμηνο που ακολούθησε, η Κατερίνα έχασε πέντε μαθήματα, κι ο Αλέξης είχε χάσει τις ελπίδες του να τη βοηθήσει, είχε κι εκείνος τα δικά του... αλλά άντεχε ακόμη ναναι κοντά... είχε ρωτήσει κι εναν γιατρό, αλλά η συμβουλή του δεν βοηθούσε, έπρεπε η ίδια να δει πως καταστρέφεται και να αποφασίσει να προσπαθήσει, και πάλι, η επιτυχία δεν ειναι βέβαιη....

Με θανάσιμη οδύνη έβλεπε ο Αλέξης τη νεράϊδα του να λιώνει... τα μάτια τα λαφίσια είχαν γίνει σταχτιά και όλο πιο γυάλινα... η μύτη έτρεχε, κι όταν δεν είχε σκόνη, πόναγαν τα πλευρά της, μάταια τα τριψίματα και τα μασάζ που της έκανε, και φοβόταν φοβόταν πολύ, έσκουζε στον ύπνο της "όχι μπαμπά, δε θέλω μηηηη" "όχι μπαμπά μη φύγεις, θα είμαι καλό κορίτσι, να δε με νοιάζει να με χαιδεύεις" "όχι μπαμπά"...

Λίγο καιρό μετά την έχασε για τρεις μέρες... ούτε στους κοιτώνες ήταν ούτε στα μαθήματα πήγε το τηλέφωνό της κλειστό... κι η Μεταξία άφαντη κι αυτή... Πανικόβλητος ρώταγε δω κι εκεί, δεν ήθελε να τηλεφωνήσει στο νησί μην ανησυχήσει τους δικούς της... κι έψαχνε στα νοσοκομεία στα τμήματα... παντού...
Μια μέρα στη βιβλιοθήκη της σχολής άκουσε καποιους να χασκογελάνε σιγανά, και να μουρμουρίζουν για την μορφονιά τη Λευκαδίτισσα, και πόσο καλά τον έπαιρνε... αρκούσε να της κουνήσεις το φιξάκι με τη σκόνη και σου κανε κάτι κόλπα! ούτε η καλύτερη πουτάνα δεν τα ξερε....

Επιασε τον έναν απ το λαιμό ο Αλέξης, και τον ανάγκασε να του πει που θα την έβρισκε...

Πήγε μεσάνυχτα στη γκαρσονιέρα στο θησείο... Φοβόταν για αυτό που θα δει... έτρεμε για τη νεράϊδα του... έβριζε τη πουτάνα τη Μεταξία που έμπλεξε τον θησαυρό του... φοβόταν....

Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν χειρότερο από κάθε φόβο του... Η νεράϊδα του κειτόταν στην είσοδο του σπιτιού στο υπόγειο... γυμνή, ματωμένη, μελανιασμένη, χαραγμένη, και τρυπημένη στο αριστερό το χέρι με μια μικρή κόκκινη γραμμή να χαράζει το μπράτσο της... Δεν είχε σκεφτεί ότι δεν θα την προλάβαινε... Δεν είχε σκεφτεί ότι κάποιος θα φερόταν με τόση κτηνωδία σε αυτό το λουλούδι που μύριζε πάντα γιασεμί.... Δεν είχε σκεφτεί πως θα χανόταν τόσο μόνιμα η νεράϊδα του...

Την σήκωσε στα χέρια του, ήταν τόσο ελαφριά, τόσο αδύνατη... τόσο λευκή, σαν τα γιασεμιά που αγαπούσε τόσο... Για καλή του τύχη ξέμπλεξε εύκολα απ τις ερωτήσεις της αστυνομίας, που έψαχνε καιρό τη Μεταξία για διακίνηση...

Δυο μέρες μετά με την ιατροδικαστική έκθεση στο χέρι "υπερβολικη δόση ηρωίνης και βάναυση κακοποίηση και βιασμό - δεν ήταν σίγουρο αν πέθανε από τη δόση, ή απ τα χτυπήματα" και το σώμα της Κατερίνας στη νεκροφόρα πίσω του, κίνησε για το νησί της... Η κυρα Φωτεινή είχε λιποθυμήσει όταν άκουσε τα νέα, κι ο Παύλος κι ο Διαμαντής κίνησαν να βρουν να σφάξουν τη Μεταξία που έκλεψε τη ζωή της πριγκιπέσσας τους... δεν πήγαν στην κηδεία... δεν μπορούσαν να τη δούν ξέπνοη, δεν θέλησαν να πιστεψουν ότι δεν θα ξαναντικρύσουν τα εικοσάχρονα λαφίσια μάτια της... μονο δυο μπουκέτα γιασεμιά απ τον κήπο της γιαγιάς άφησαν στον Αλέξη να της τα δώσει από κείνους....

Τα καλντερίμια του νησιού είχαν παγώσει... άφωνες οι γριές κουνούσαν τα κεφάλια παραξενεμένες... "πως είναι δυνατόν το Κατερινιώ να έμπλεξε έτσι;" "αυτό ήταν το καλύτερο κορίτσι του νησιού, προκομένο, μυαλωμένο, άξιο" "Κρίμα, κρίμα η λαφίνα μας..." και βουβά απόθεταν γιασεμιά που της αρέσαν δίπλα στο λιανό άψυχο κορμάκι....

Ο πατέρας της περίμενε παράμερα να φύγουν όλοι απ τον τάφο, και λιγο πριν αρχίσουν να παραχώνουν το παιδί του... άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει.... "τι σου κανα κοριτσάκι μου;" Εγώ φταιω για όλα... εγώ έπρεπε να μαι στη θέση σου αγγελούδι μου...

Την επόμενη το ξημέρωμα τον βρήκαν σκοτωμένο δίπλα στις βάρκες στο λιμάνι....


Χριστίνα Σαββατιανού / 22-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

18 Φεβ 2007

Η ώρα της σιέστα...



Η ώρα της σιέστα, το μεσημέρι γκρίζο βρώμικο μοιάζει…
Και οι σκουριές στήνουν χορό, τα γεράκια ψάχνουν να τραφούν κι η ησυχία φωνάζει βοήθεια.
Η συνείδηση κόβει τις φλέβες της σκέψης για να μη ξυπνήσει ο άγγελος
και το μικρό μου το μωρό κάνει κωλοτούμπες όσο υπάρχει χόρτο να φυτρώνει στο χώμα, μετά, όταν το χόρτο μαραθεί, θα του χαρίσω στάχτες, μετά θα το κοιμίσω με χάπια, μετά η φωνή θα σιωπήσει η κούραση θα φύγει, μετά θα είναι όλα ασφαλή,
κουκουλωμένα με μανδύες γκρίζους και σαθρούς πλουμισμένους με στρασάκια... στρασάκια!
Ναι κοίτα, έρχεται το φαλακρό πουλί της νιότης μου να ζητήσει δικαίωμα, να μου χαλάσει τον καναπέ...
Και πάνω στο ξενέρωμα του ονείρου σκίζεται η φωτογραφία σκίζεται η ψυχή σε κείνα τα κομμάτια τα αταίριαστα…
Κι εμείς μονάρχες και σκυφτοί, σωτήρες και χαμένοι, με την έννοια του χθες και του αύριο φορτωμένοι, ξεχνάμε του τώρα την ορμή χάνουμε τη πορεία, και η ανοησία μας παντιέρα γίνεται, παντιέρα λεκιασμένη από της ψυχής μας την ανεπάρκεια, παντιέρα ξεφτισμένη από του καναπέ τη σκλίθρα που σκίζει τα θέλω και καθηλώνει τα μάτια πάνω σε κουτιά… με ψέμμα φορτωμένα, με της ψευδαίσθησης το βρώμικο ρούχο... εκεί στον καναπέ...
Και κείνο το κύμα τσαλακώνεται στα βράχια πάνω, στα βράχια που σμιλεύει μια διεστραμμένη λίμπιντο, που ξεχνάει το θέλω και ουρλιάζει για άνοστη επιβεβαίωση.
Κι ο ανήφορος γιομίζει αγκάθια και πέτρες κοφτερές και όνειρα σκοτωμένα στις γωνιές.
Και τα πόδια σκίζονται στη προσπάθεια και ματώνει η ψυχή στης έλλειψης την άκρη.
Και τα άνθια κλάψαν στης άνοιξης τη ποδιά για του ουρανού το κόκκινο... έκατσα να αποσώσω την ανάσα και γέμισε η μέρα σκουλήκια πεινασμένα για των παιδιών τα χαμόγελα που αχνοφέγγουν εκεί στην ανατολή… για των παιδιών τα χαμόγελα που θα πεθάνουν σε θολές σιδηροσκέπαστες και φλογοστολισμένες συννεφιές…
Μια απειλή άστραψε στης μέρας τη μουντάδα, το αύριο δε θα ναι εδώ!
Θα χάσει το ραντεβού του με τη ζωή μας.
Θα χάσει το χρώμα του το μάγουλο το δεξί.
Θα μείνει μόνο το γκρίζο… εκείνο το σταχτί.
Το χρώμα θα ξεράνει τα πινέλα θα τα κάνει ανάμνηση στα χέρια τα κομμένα, θα τα κάνει στοιχειά στα δάχτυλα τα σαπισμένα απ τον καπνό, απ τη φωτιά…
Και η παλέτα ξεθωριάζει στου βρώμικου ήλιου το φως και πέφτουν τα κεφάλια θλιμμένα στο χώμα, δε πρόλαβαν να φωνάξουν, δε πρόλαβαν να γεράσουν...
Κι ήρθαν οι σωτήρες από μακριά, με μαγικά χαρτιά στα χέρια και με νύχια βρώμικα μεγάλα να φτάνουν στα σπλάχνα εύκολα θανατερά…
Τρώω πικραμύγδαλα και λεμόνια κίτρινα σαν το ποδήλατο του μικρού παλαιστίνιου
που κρατούσε λεπτή ισορροπία πάνω στα χαλάσματα, ανάμεσα στο δάκρυ και το γέλιο… τότε ήταν πιο καλά…
Έφαγα και τη ψυχή μου κι έπειτα την έφτυσα να ξεκουραστεί το στόμα…
Ήταν κι αυτή βρώμικη γεμάτη φόβο, γεμάτη βόλεμα, κενή…
Κι έβαλα πεταλούδες στη θέση της και κουκούλια μεταξένια να μη χαθεί ο σπόρος για μετά..
Δανείζω τις λέξεις που χω στις σελίδες της μνήμης στις επόμενες γενιές, μην είναι ανάπηρες μην είναι αστοησμένες, και τη παλέτα με τα ξεθωριασμένα χρώματα, να ξαναβάψουν τον κόσμο απ την αρχή….
Μόνο μια φωνή μου έμεινε, μια ανάσα ακόμα πριν το τέλος… Να πω όχι κι ας τρελλαθώ, να πω όχι κι ας γίνω γραφική φιγούρα, να πω όχι κι ας με κοιτάξουν παράξενα, να πω όχι κι ας με κοροϊδέψουν, να πω όχι για να ησυχάσει η ψυχή, να βρω του ύπνου τη γωνιά να κουρνιάσω… να πω όχι να μη ξυπνήσει ο εφιάλτης τη νυχτιά, να πω όχι να με καταδεχτεί η άνοιξη… να πω όχι για να παραμείνω άνθρωπος

Όχι μη κηρύξετε πόλεμο στη ζωή… το μετά θα ναι σκοτάδι και τρόμος… θα ναι εφιάλτης….


Χριστίνα Σαββατιανού

16 Φεβ 2007

Ο συνεργάτης





Μια χούφτα εικόνες στο νέο φάκελλο, η σειρά με το φίδι, εκείνη με τα σπασμένα παιχνίδια, τα φρούτα, ο καιρός.... Εικόνες σκόρπιες απ το μυαλό του με χρώματα έντονα, πινελιές αδρές σαν τη φωνή του που της είχε γίνει πολύτιμος σύντροφος τις τελευταίες μερες...
Εικόνες στου ροδιού και του μούσμουλου το χρώμα ...το κόκκινο που του αρέσει να βάφει τη ζωή του το κόκκινο που τον ανησυχεί. Ετσι της είχε γράψει...

Κάθε πρωί κοιτάζει το γραμματοκιβώτιό της με αγωνία... Έστειλε άλλες εικόνες; το βράδυ περιδιαβαίνει στα αχνάρια που αφήνει μέσα τους η ζωγραφική του... κοιτάζει αχόρταγα, τόσο ξένος και τόσο γνώριμος... Της είπε φυλάξου από αυτούς που δεν γνωρίζεις... ειμαστε ιδιοτελείς οι άνθρωποι δεν χαρίζει κανείς στιγμές τζάμπα...
Κι από σένα να φυλαχτώ; τον γνωστό μου;
Γέλασε βαθειά... πήγε να της πει κάτι αλλά σταμάτησε... σκέφτηκε, μαζεψε τη σκέψη πίσω από τη λογική το πρέπει; ή πίσω απ τα σπασμένα παιχνίδια της κόρης του που έστεκαν μπροστά απ την εικόνα της που του άρεσε; Της είχε πει ότι είναι παράλογο, της ειπε οτι τον ζεσταίνει... της τόπε ή της το ζωγράφισε; δεν θυμάται...

Η μυρωδιά του..., στέναξε καθώς σκέφτηκε τη μυρωδιά του, αγιόκλημα και μούστος και χλωράδα απ το φρεσκοτρυγημένο σταφύλι... μυρωδιά μεθυσμένη αδρή ξεκάθαρη της φωνάζει σε θέλω... Μα στάσου δεν τον ξέρεις πως ξερεις τη μυρωδιά του; Είμαι σίγουρη ότι έτσι μυρίζει... φρέκσα και βαριά μαζί, δυναμικά, αντίθετα κι όμοια με την σκληρή του πινελιά, με την χυδαία ειρωνία που χει το χρώμα του...

Κοίταξε τις πινελιές του και κοκκίνησε, είχε να τολμήσει τέτοιες σκέψεις χρόνια τώρα, από τότε που είπε ναι σε μικρούς άτολμους συμβιβασμούς, έτσι σαν τα σπασμένα παιχνίδια που αποδέχονται να μείνουν στη γωνιά... σκέφτηκε το κορμί της παλέτα στο πινέλο του σκέφτηκε το δερμα της καναβάτσο και πάνω του εκείνος να ζωγραφίζει ατέλειωτα χρώματα.. Χρώματα τέλεια χρώματα ζωντανά όμοια με τη μυρωδιά του...

Οι εικόνες με το φίδι την ανατρίχιασαν... άραγε πλησίασε ποτέ του φίδι; το νιωσε; είναι ζεστό ή ψυχρό όπως λένε πολλοί;... Γιατί ζωγράφισε φίδι; αμαρτία ξομολογήθηκε, πάθος ή το φόβο αυτόν το κόκκινο που τον ταράζει; Μήπως το φίδι ήταν αυτός που με τόση ευκολία πλάνευε τις αισθήσεις της; Άραγε το ήξερε; το καταλάβαινε;

Κάθε φορά που της αρνιόταν κάτι το λαχταρούσε περισσότερο, δενόταν κόμπος το στομάχι της με χαρά και προσμονή μαζί. Θέλει να τον δει μα δεν το λέει πια, φοβάται... Ξορκίζει τη σκέψη με την ελπίδα ότι κάτι θα τον διώξει από κοντά της οταν τη πλησιάσει... ότι θα σβήσει την εικόνα της απ τη σκέψη του που την αγκάλιασε έτσι απαιτητικά... Μα θέλει αλήθεια να τη σβήσει απ το μυαλό του; το ξανασκεφτηκε και αποφάσισε όχι θελει να ζήσει έστω μια στιγμή μαζί του... έτσι στο κόκκινο κι ας πονάει... πόσο πονάει ένα χρώμα αλήθεια;

Καθώς άπλωνε τα φρέσκα ρούχα στην πίσω αυλή τον ξανασκέφτηκε έτσι πολυμορφικό, να αλλάζει έκφραση με κάθε της κίνηση με κάθε μορφασμό της και να κρυφογελάει... Μου αρέσει όπως με κοιτάς του είπε και του χάρισε ενα χαμόγελο που στέγνωσε τη μπλουζα του Λεφτέρη που άπλωνε εκείνη τη στιγμή...

Αυτό πρέπει ναναι που φοβάται σκέφτηκε... αυτό ειναι ναι το άγνωστο μα τόσο οικείο! Για μια στιγμή τον πόθησε άγρια, μετά ξεχάστηκε στις μέρας τις υποχρεώσεις...

Ξανά το γραμματοκιβώτιο, της άνοιξε μικρές ηδονικές πόρτες, όχι στο σώμα όχι...
Ναι αυτό φοβάται... αυτό του μυαλού το ξάφνιασμα, αυτό το θέλω που δεν εχει εικόνα μονο τις πινελιές του, προσπάθησε να μπει μέσα του να καταλάβει... Η εικόνα γυμνή, στεγνή από ήχους και μυρωδιές αλλά ο χώρος της γεμάτος από αυτόν σα στοιχειωμένος...

Γέλασε όταν του είπε ότι η ενέργεια κοινωνάει τους ανθρώπους... πόσο χαζή είσαι, είπε... ίσως τελικά να είσαι κι αφελής όπως μου λες... Γέλασε αλλά την κοίταξε με οξύτητα σαν να ηθελε να μπει στην ψυχή της κατακτώντας κάθε σπιθαμή της μέσα κι έξω... Την ήθελε απόλυτα... ναι αυτό φοβάται... αυτό τον ταράζει το παράδοξο αυτό...

Ένα ρίγος σαν χάδι πάνω της την τρόμαξε. Ηταν μόνη της αλλά την κοίταζε ξανά, το ήξερε το ένιωθε... ρούφαγε κάθε κίνηση, ζωγράφιζε κάθε της βήμα καθε λικνισμα του κορμιού της ακόμη και τη στιγμή που σκόνταψε στο παιχνίδι του Λεφτέρη...
Χαμογέλασε μονη της και σκέφτηκε το παράδοξο... Οσμίστηκε ξανά τον αέρα γύρω της ακουμπώντας το μάγουλο στον ώμο... Μούσμουλο νέφτι μούστος κι αγιόκλημα, είναι εδώ πολύ κοντά, μου κρατάει τον ώμο με κάνει να τρεκλίζω, διασκεδάζει που σκοντάφτω, χαίρεται απολαμβάνει... ναι είναι εδώ δίπλα και δεν με αφήνει στιγμή απ τη ματιά του.

Το χτύπημα του τηλεφώνου την τρόμαξε... σηκώθηκε απ το κρεβάτι τρεκλίζοντας σκονταψε σε ένα παιχνίδι του μικρού αλλά το πρόλαβε... Παρακαλώ;

Στην άλλη άκρη της γραμμής η φωνή του βαθειά και ζεστή την αγκάλιασε άλλη μια φορά... Κυρία Ζέρβα; μάλιστα η ίδια.. έκανε πως δεν τον κατάλαβε μην προδώσει τη σκέψη της... το όνειρο που έβλεπε πριν λίγο με κείνον να τη γλεντάει σαν να ταν εφηβη... Ζαφείρης Πέτρου... ήθελα να σας ρωτήσω εάν λάβατε τα έργα ΄μου... πρέπει να κουβεντιάσουμε ξέρετε....

Θεέ μου σκέφτηκε θα πρέπει να τον δω... πως θα κρύψω τη σκέψη μου πως θα κρατηθεί το αίμα μην πλημυρίσει τα μάγουλα πως θα αντισταθώ στη μυρωδιά του αγιοκλήματος και του μούστου;

Μάλιστα κύριε Πέτρου η δουλειά σας με ενθουσίασε και νομίζω πως μπορούμε να προχωρήσουμε στην έκθεση... κόμπιασε λιγο μια μικρή παύση για να ξαναβρεί την ανάσα και το χτύπο της καρδιάς της που εσπαγε... Θα πρέπει να βρεθούμε από κοντά για να τα πούμε καλύτερα του είπε...

Κυρία Ζέρβα μπορώ να σας μιλώ στον ενικό; η φωνή σας μου δημιουργεί μια ευχάριστη οικειότητα. Φυσικά κύριε Πέτρου άλλωστε θα συνεργαστούμε... Οι εικόνες του χόρεψαν τρελά μπρος στα μάτια της... ζωντάνεψαν όλες μαζί το φίδι τα σπασμένα παιχνίδα τα φρούτα ο καιρός...

Δεν ξέρεις πόση χαρά μου δίνεις Χυσούλα, νιώθω ότι κάτι όμορφο θα βγει από αυτή τη συνεργασία, κάτι όμορφο έρχεται...

Η φωνή του βάθυνε κι άλλο ηρέμησε, σαν να τον βασάνιζε η απόσταση που ειχαν, και τώρα που χάθηκε ησύχασε...

Εσπασε εκείνος το αμήχανο σιωπηλό λεπτό... λοιπόν πότε θα βρεθούμε και που; πες μου Χρυσούλα να περάσω από το γραφείο σου ή θελεις να πάμε κάπου πιο χαλαρά για την πρώτη κουβέντα μας;

Η ηδονική ζαλάδα ξανάρθε έτσι οπως και στο όνειρο... Ζαφείρη μπορώ να έχω λιγο χρόνο να κανονίσω τα ραντεβού μου; αν δε σε ενοχλήσω θα σε πάρω σε καμμιά ώρα...

Εντάξει γλυκειά μου είπε και της ευχήθηκε καλό πρωινό...

Εμεινε εκεί η Χρυσούλα με το ακουστικό ακόμη στο χερι να ζει σε μια δίνη από χρώμα και μυρωδιά... ένιωθε απέραντη χαρά γιομιζε το κορμί χυμούς γιόμιζε το μυαλό εικόνες γιόμιζε το σώμα μυρωδιές δικές του... από αγιόκλημα και μούστο...

Οταν την ξύπνησε ο Βαγγέλης η ώρα ειχε περάσει... Χρυσούλα είσαι καλά; τόση ώρα σε φωνάζω και δεν ξυπνάς... μπορείς να ερθεις στο τηλέφωνο; κάποιος κύριος Πέτρου σε ζητάει είναι ο ζωγράφος που σου έστειλε εργα του για να τα δεις... θα του μιλήσεις ή θα τον πάρεις εσύ;

....
Θα τον πάρω εγώ, πες του να αφήσει το νούμερο του.... είπε και ξαναβυθίστηκε στο παράδοξο όνειρο οπου ο Ζαφείρης την κατακτούσε με χίλιους τρόπους και χρώματα και κείνη δεν ανησυχούσε...

Χριστίνα Σαββατιανού... 2005

15 Φεβ 2007

Μόνο μπροστά....




Ο ρυθμικός θόρυβος του τραίνου πάνω στις ράγες τον νανουριζαν... κρακ κρακ κρακ χόρευε η ζωή μπροστά του καρφιτσωμένη πάνω στα κιτρινα και τα πορτοκαλιά φθινοπωρινά φύλλα που ανακατεύονταν στο πέρασμα του....

Στην κουκέτα η ζέστη κι η υγρασία τον έπνιγαν, το ρούχο είχε σμίξει με τον ιδρώτα και την υγρασια και έμοιαζε δεύτερο δέρμα πάνω του... σαν το δέρμα εκείνης, τις ώρες του ύπνου με τη βελούδινη σχεδόν μωρουδιακή μυρωδιά και την ανεπαισθητη υποψία ιδρώτα στο βύθισμα της νύχτας...

Ο επιβάτης απέναντί του σταύρωνε τα χέρια σε στάση χαρούμενης προσμονής...

Προσπάθησε να ακούσει ένα γύρο τι γινόταν στο τραίνο.... Μιλιά πουθενά... μεσημέρι ζεστό, άλλοι το χαν ρίξει στον ύπνο κι αλλοι στον ρεμβασμό του φθινοπωριάτικου τοπίου....

Εκείνος σκέφτηκε τις μέρες που ένιωθε χαρά εκείνη την παιδιάτικη χαρά, μέσα στα μάτια και στα χέρια της....

πνίγηκε για μια στιγμή μέσα στο λυγμό του... πόνεσε μα συνήλθε γρήγορα χαζεύοντας ένα φύλλο που κόλησε στο τζάμι δίπλα του...

Σκέφτηκε την Δώρα τη φίλη του την καρδιακή... Ο πρώτος κανόνας Λευτέρη είναι να μην κοιτάς ποτέ πίσω, ούτε στα καλά ούτε στα άσχημα... μόνο μπροστά...

Ετσι είναι είπε σχεδόν φωναχτά, μόνο μπροστά... ποτέ πίσω...
Σηκώθηκε να παρει καφέ και να σχεδιάσει την επόμενη μέρα της καινούργιας του ζωής, κλεινοντας το βιβλίο εκείνης, που το' χε ακόμη ανοιχτό στη ψυχή του...

Αντίο άγγελέ μου.... μόνο μπροστά... ποτέ πίσω....

Xριστίνα Σαββατιανού / 9-9-2004

13 Φεβ 2007

Μείνε όπως είσαι...






Ημ/νία 02-12-2002
Ώρα 04:37

Η βρύση έκλαψε αχνιστό νερό στην στρογγυλή μπανιέρα της....
Κοίταζε χαυνωμένη τα μπουκάλια με τα χρωματιστά υγρά σαπούνια.... Το σφίξιμο στο στήθος της εσμιξε με τους υδρατμούς, ταξίδι αλλοκοτο μέχρι το ταβάνι και πίσω ξανά στη θέση της καρδιάς...
Χωρίς να σκεφτεί πολύ, ΄έσβησε το φως μη τύχει και ο καθρέφτης της θυμίσει τον πόνο... της ζητήσει να τον γνωρίσει να τον αγγίξει να ενωθεί...
Δυο κομμάτια ηταν τώρα... Εκείνο το μικρό που ζαρωνε με το χρόνο αγγιζε ακόμα τα μύχια ζητώντας να έρθει ξανα στη ζωή... απαιτώντας φωνάζοντας σκίζοντας τη λογική στα δύο και μετά στα τέσσερα, στα χίλια...
Το άλλο, νιούτσικο θεριεμένο, θρεμμενο με το καφέ της γης και το άσπρο του ταξιδιάρικου σύννεφου της άρπαζε τα θέλω και τα ζάλιζε με χορούς και λόγια απλά...
Το νερό αχνιζε στη μπλε ανταύγεια του σκοταδιού, μπήκε μέσα να καψει το τώρα να κάψει το θέλω, να καψει το πρέπει...
Η ηθική φώναζε απο μακριά... ασυνάρτητα λόγια που έμπλεκαν μακριά δάχτυλα μέσα στη καρδιά της... Σκάλιζαν εκει πονώντας περισσοτερο ακόμη...
Δε σκεφτόταν μονάχα ένιωθε... κάθε μικρή στιγμή ειχε μια αιώνια ύπαρξη που απαιτούσε πραγματωση απαιτούσε μια ώρα από τη ζωή της... μια απεραντοσύνη μέσα της...
Η εικονα που ειδε πρώτη, ηταν ενα χαμογελο λίγο αμήχανο... ματια που ετρεξαν ενα γύρω πανω της, χαμογέλασαν κι αυτά ευχαριστηθηκαν μαλλον απο την όψη... Έπειτα καποιος της άγγιξε τα μαλλιά... χάδι απαλό παιδιακίσιο, δεν ειχε προκαμει να βρωμίσει με σκοπιμότητες και λάσπη...
Η ανηφορα της φάνηκε ευκολη, δε λαχάνιασε δε φοβήθηκε... Ενιωθε ακόμη το χάδι στα μαλλιά....
Η σιωπή γίνηκε αφόρητη καθώς χόρεψε με το θορυβο του καυτου νερού...
Ηταν μονη, τελειως μόνη... Χιλιάδες προσωπα την αναζητούσαν μα εκεινη μόνη, εκει, να καψει τα θελω να καψει την ορμή να καψει την οργή... να καψει τα λαθη, να καψει το χρόνο...
Το άρωμα του σαπουνιού την ξύπνησε, το χάδι χάθηκε... τα χαμογελαστά ματια αποκοιμήθηκαν στη ζέστη των υδρατμών...
Τυλίχτηκε με την μεγάλη πετσέτα ριγώντας στο άγγιγμα του βουβού σπιτιού....
Κάθισε έτσι βρεγμένη ακόμη μπροστά στον υπολογιστή...
είχε κολλήσει στο e-mail... δεν εσβησε, δε χάθηκε....

"Μείνε όπως είσαι..." διάβασε... κι ενα διαμάντι στόλισε τη ματιά της....

Χριστίνα Σαββατιανού

11 Φεβ 2007

Σαράντα και κάτι...




Ημ/νία 29-05-2002

Μέσα σε μια θύελα από σκέψεις και φαντάσματα της μεσόκοπης ζωής του έτσι λίγο πριν ο βρόχος σφίξει γύρω από το όνειρο, στάθηκε ξαρματωμένος μια στιγμή στης έλλειψης την άκρη...
Πήρε ανάσα βαθιά άγχος γιομάτη... το γλεντοκόπημα σταμάτησε κι η επίστρωση του χρυσαφιού ξέφτισε σαν κοίταξε τα μάτια στον καθρέφτη...
Είχαν περάσει 42 χρόνια άδεια χωρίς ουσία χωρίς χαρά και πόνο... μόνο άδεια....
Τα χέρια στέρεψαν οι λέξεις έχασαν το νόημα έπεα πτερόεντα γενήκαν σε τραγούδια αλλοτινών καιρών...
Η νιότη χλεύασε για μια στιγμή κι έκατσε παραδίπλα σε ένα νιούτσικο κλαράκι...
Παρέα του η σιωπή κι οι κεραυνοί που του πετάει η αναμένη τηλεόραση που συντροφεύει τον ύπνο του...
Αγκομαχώντας, έρποντας βρήκε το δρόμο για το κρεβάτι...
Άραγε θέλει να ξυπνήσει το ερχόμενο πρωί?

Χριστίνα Σαββατιανού

TΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ (παραμύθι)





(Xριστίνα Σαββατιανού- Αντιπολεμικό παραμύθι,1995)

Κάπου πολύ ψηλά, στο βασίλειο του Ουρανού...

Μια δυό μέρες λιάζονταν και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Στο διάβα τους πάνω από χώρες και ανθρώπους, λίγο πριν συναντηθούν με τις φίλες τους τις νυχτιές...

Εκεί, σε μια στροφή του ουρανού, νά΄σου ένα συννεφάκι... μικρούλι και μόνο.

- Μπά! Μόνο του είναι αυτό; Για ιδές πόσο μικρούλι, Θά΄ναι το παιδί καμιάς μπόρας που ξεστράτισε.

- Γιά ... έλα εδώ μικρό μου, πού σεργιανάς μονάχο σου ανάμεσα σε μέρες και σε νύχτες;

Ξαφνιασμένο, τρεμουλιάζοντας και ρουφώντας τη μύτη, το συννεφάκι τις πλησίασε. -Ώρα καλή κυράδες, μήπως μπορώ να μπω στο διάβα σας;

Οι μέρες κοιτάχτηκαν, - Μια σκέψη... «Κι άν μας κρύψει τον ήλιο και το δρόμο μας χάσουμε;»

- Σας παρακαλώ κυράδες, βούρκωσε το συννεφάκι, μήν με αφήνετε εδώ μονάχο... Δέν βαστώ. Κι άν στον ήλιο σας μπροστά βρεθώ δέστε, τόσο μικρό που είμαι θα διαλυθώ και λαμπρές δροσοσταλίδες και ουράνια τόξα θα στρώσω στα μονοπάτια σας.

- Όχι, Όχι, μ΄ένα στόμα το χαστούκισαν οι μέρες. -Βιαστικές είμαστε δες... μας περιμένουν οι νυχτιές... Όχι, όχι... πάμε γεια σου...

Κι έμεινε το συννεφάκι μόνο, βουρκωμένο, μικρούλι, εκεί στη γωνίτσα, πάνω στη στροφή του ουρανού.

Λίγο μετά, δεν ξέρω πόσο... δυό φτερούγες ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Ένας γίγαντας αετός περιδιάβαινε ψάχνοντας να βρει το ταίρι του, απ΄άκρη σ΄άκρη.

Εκεί στη στροφή του ουρανού, είδε ζαρωμένο στη γωνιά, το μικρό συννεφάκι. Σκέφτηκε: «Τί νάναι τούτο;... θάναι παιδί κάποιου ξεθυμασμένου κεραυνού που ξαπόμεινε χαμένο.

- Γειά και χαρά σου μικρό... Για που τραβούσες και ξαποσταίνεις στη γωνιά;

- Γειά και χαρά σε σένα, τρέμισε το συννεφάκι. Διάβα δεν έχω, πούθε ήρθα δεν ηξεύρω, να συντροφέψω τις φτερούγες σου κυρ΄ γίγαντα, μονάχο να μην είμαι;- Σκέφτηκε μια στιγμή ο Βασιλαετός... Και άν η σκιά του το χρώμα και το μεγαλείο από τις φτερούγες μου σκιάσει; Το ταίρι μου δεν θα εντυπωσιαστεί και θα φύγει...

- Άσε μικρό τα ταξίδια μαζί μου, δες γρήγορα πολύ πετώ κι εσύ δεν θα προκάμεις ν΄ακολουθείς. Άντε γειά σου τώρα και καλό βιός...

Ένα βρόχινο δάκρυ γυάλισε στα μάτια του μικρού σύννεφου. Ένας γκρίζος λυπημένος τόνος έβαψε το κορμάκι του και μια παγερή μοναξιά το φούσκωσε λιγάκι, έτσι όπως απόμεινε μόνο στη γωνίτσα πάνω στη στροφή του Ουρανού...

Καθώς το βρόχινο δάκρυ του κυλούσε και πετάριζε λεύτερο και χαρούμενο να συναντήσει ένα ροδοπέταλο, άκουσε ένα θόρυβο παράξενο, δυνατό...

Σαματάς μεγάλος που του πόνεσε τ΄αφτιά, κι εκεί μπροστά του ένας σιδερένιος άγγελος από την κόλαση βγαλμένος.

Βλέποντάς το μέσα στη φούρια του κοντοστάθηκε για λίγο να δει καλύτερα...

- Γειά σου μικρό... Σύννεφο είσαι θαρρώ έ; Φύγε από τη μέση γρήγορα.. κυνηγώ στόχους και δεν γουστάρω εμπόδια και παρεμβολές στο δρόμο μου. Τούς στόχους δεν πρέπει να χάσω. Φύγε σου είπα!

Έτσι είπε και χάθηκε με τρομακτικό σαματά φτύνοντας φωτιά και ανάσα καυτή πάνω στο συννεφάκι. Τόσο καυτή που σχεδόν διάλυσε το μικρό.

- Γιατί κύριε σιδερένιε άγγελε έκαψες το κορμί μου; Μήπως θα σου έκλεινα τα μάτια και το δρόμο τους στόχους σου να χάσεις; Έτσι σκεφτόταν το συννεφάκι βουρκωμένο, προσπαθώντας τους ατμούς να μαζέψει, το κορμί του να βάλει σε τάξη, να συνεχίσει να ζει... εκεί στη γωνιά του πάνω στη στροφή του Ουρανού.

Και πάνω που προσπαθούσε τα κομμάτια να ταιριάξει, ένα θρόισμα ανάλαφρο, και μια σκοτεινή σκιά αθόρυβα στάθηκε μπροστά του κρύβοντας τον ουρανό...

Μαύρος άρχοντας, παγωμένος και τεράστιος, μαυροντυμένος, αρματωμένος με δρεπάνια και σπαθιά, με μάτια άδεια, με ανάσα βρωμερή... Με φωνή γεμάτη καταχνιά και απόηχους κραυγών του μίλησε.

- Δε μου λες εσύ... Που πήγε ο σιδερένιος άγγελος; Πέρασε τώρα δα από δω θαρρώ. Λοιπόν πες μου, βιάζομαι να τον προφτάσω! Τις ψυχές που θα κάψει πάω να μαζέψω μην τις προλάβει το φως... και τις λυτρώσει...

- Κ..κ..καλή σου μέρα άρχοντα, ψέλλισε το συννεφάκι, γεμάτο φόβο από τα θαύματα που αντίκριζε τούτη τη μέρα.

- Πίσω από τους στόχους του έφυγε σαν αστραπή... Μα συγχώρα με άρχοντα... μιά ... μιά ερώτηση να κάνω... Τ...τί είναι στόχοι;

- Χα.. Χα..Χα χασκογέλασε ο σκοτεινός άρχοντας κι η ανάσα του πάγωσε το τσουρουφλισμένο σώμα του μικρού σύννεφου...

- Στόχοι μικρό μου, είναι ψυχές. Εκείνες που είναι ταγμένες στην ελευθερία και στο φως... Στόχοι είναι παιδιά που αξιώνουν τη ζωή... Στόχοι είναι σκέψεις επαναστάτριες που αντιστέκονται... Στόχοι είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν κι αγαπούν.

Αρκετά όμως, πες μου κατά που πήγε ο σιδερένιος άγγελος, πρέπει τις ψυχές που θα μακελέψει να βιαστώ να συνάξω...

Το συννεφάκι σκέφτηκε μια στιγμή... Τότε, μια αχτίδα από φως μπήκε εκείνη τη στιγμή στο άμαθο κι αγνό μυαλουδάκι του. Είδε...

Είδε μες στο μυαλό του το διάβα του σιδερένιου άγγελου...Είδε κόκκινο πολύ, φλόγες, κόκκινο... Είδε ουρλιαχτά και φόβο..., είδε ταπείνωση, είδε και φοβήθηκε, είδε και θύμωσε.

Άλλη μια αχτίδα σκέψης το διαπέρασε. Να βοηθήσω...Ένιωσε το κορμί του να γεμίζει ρεύμα... Ο φόβος του κι η μοναξιά του άδειασαν κι έμειναν στη γωνιά λίγο σαστισμένα που δεν είχαν πια καμμιά ψυχή να τυραννούν.

Χωρίς να τρέμει πιά, έχοντας φως και ρεύμα, τόνο και πνεύμα, έδειξε με μια μικρή λάμψη το δρόμο στον σκοτεινό άρχοντα.. «Καλή σοδειά Κύριε» είπε, « Θα σου δείξω εγώ» σκέφτηκε...

Και καθώς ο άρχοντας βιαστικός απομακρυνόταν σέρνοντας τ΄άρματα και τη βρωμερή του ανάσα, το συννεφάκι ένιωσε να γεμίζει.

Το φως το γέμιζε. Οι στάλες συνωστίζονταν στο σώμα του. Το χρώμα του άσπρο λαμπρό, γκρίζο θυμωμένο, έπλεκε τις στάλες με συνοχή, με δύναμη. Το συννεφάκι μεγάλωνε, γινόταν συννεφιά. Άρχισε να μοιάζει στη μάνα του τη μπόρα. Μέσα του ένιωθε την κληρονομιά του πατέρα του του κεραυνού, να βλασταίνει, να θεριεύει...

Αντάριασε νοιώθοντας τούτη τη δύναμη που ξυπνούσε μέσα του βγαλμένη από το φως και βγήκε από τη γωνίτσα που δεν το χωρούσε πια.

Προχώρησε λίγο διστακτικά στην αρχή... γνωρίζοντας την καινούργια του φύση. Την ένιωσε, την καλωσόρισε... Και τότε... οι στόχοι...

Οι στόχοι το στοίχειωσαν, το θύμωσαν, το έβαψαν γκρίζο βαθύ δυνατό θυμωμένο. Ένας μικρός κεραυνός του ξέφυγε με ένα μουγκρητό, και πήγε να κάνει παρέα σε μια σκέψη. -Τον σιδερένιο άγγελο να σταματήσω. Όχι παιδιά, όχι ψυχές, όχι σκέψεις αγνές... Πρέπει να βιαστώ, να προλάβω, το κακό να σταματήσω.

Άπλωσε το κορμί του θεριεμένο πια, κι ένας αλήτης καλόψυχος βοριάς που έψαχνε κι αυτός να διαλύσει την καταχνιά, το πήρε μαζί του... «έλα...δεν θα πολεμήσεις μόνο σου τούτο το κακό. Εγώ είμαι παλιός και ξέρω από αυτά, τα έχω ξαναζήσει. Έλα και θα σε βοηθήσω...

Ξεκίνησε λοιπόν το συννεφάκι παρέα με τον αλήτη το βοριά, και το μυαλό του γεμάτο ερωτήσεις, που γίνονταν μικροί κεραυνοί καθώς προχωρούσαν. Πήραν το κατόπι του σιδερένιου άγγελου και του άρχοντα του σκοτεινού που διαφέντευε την καταχνιά.

Καθώς διαβαίναν, το συννεφάκι ρωτούσε συνεχώς τον άνεμο τα τι, τα πως, και τα γιατί. Κάθε απάντηση, κάθε μικρή αχτίδα γνώσης που έμπαινε μέσα του το θέριευαν, κι ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά για να το σπρώχνει, και του ψιθύριζε συνάμα τις απαντήσεις που έψαχνε.

Καθώς προχωρούσαν, ένας άλλος άνεμος μικρούλης, φοβισμένος ξέπνοος, πέρασε δίπλα τους. Η λιγοστή ανάσα του τους έκαψε τα ρουθούνια με την αποφορά της καταχνιάς που κουβαλούσε. Τούς χαιρέτησε θροΐζοντας και βιαστικός κρύφτηκε σε μια μπόρα μήπως και ξεπλυθεί από την βρωμιά.

- «Φτάνουμε...», είπε ο αλήτης ο βοριάς, «ετοιμάσου. Σταμάτα να ρωτάς και ξεδιπλώσου, Έλα κι εγώ σε βοηθάω». Έτσι είπε και φύσηξε δυνατά πολύ το σύννεφο ανακατεύοντάς το.

Το συννεφάκι ρίγησε, αναδιπλώθηκε, μεγάλωσε. Όλη η γνώση που του έδωσε ο βοριάς στο δρόμο, γίνηκε ρεύμα και καθώς πλησίαζε την καταχνιά και τον θάνατο, οι κεραυνοί του πήραν δύναμη απ΄ την αγάπη που φυσούσε μέσα του μαζί με τον βοριά.

Το τεράστιο πια σώμα του, με το βαθύ γκρίζο θυμωμένο χρώμα έκρυψε τη μέρα, σκέπασε τον ήλιο, καθώς αντίκρισε την καταχνιά. Ο σύντροφός του ο βοριάς, θυμωμένος κι αυτός, παρέσυρε τα πάντα με το μανιασμένο φύσημά του.

Το συννεφάκι δεν κρατήθηκε άλλο... Τα κομμάτια του πυκνά, δυναμωμένα, χτυπούσαν το ένα στο άλλο και οι κεραυνοί του πήραν να κυνηγούν τον σιδερένιο άγγελο και τον σκοτεινό άρχοντα.

- Αυτό είναι. Μπράβο μικρό, δώς τους να καταλάβουν, του φώναξε ο άνεμος και το φύσηξε ακόμη πιο δυνατά.

Την ίδια στιγμή, χοντρές στάλες ξέφυγαν απ΄το κορμί του και ρίχτηκαν με λαχτάρα και μανία πάνω στην καταχνιά και στη φωτιά για να τις διαλύσουν, να τις εξαφανίσουν από το πρόσωπο του κόσμου.

Όσο έβρεχε και άστραφτε το συννεφάκι, τόσο πιο δυνατό και μεγάλο γινόταν, τόσο πιο πολλές στάλες γεννιόνταν μέσα του, καθώς η ομορφιά της ψυχής του έλαμπε και αναδιπλωνόταν.

Νά΄ταν από μεριά η μπόρα και ο κεραυνός, πόσο θα καμάρωναν για το παιδί τους, που πολεμούσε και κατάστρεφε μονάχο του τόσο μεγάλο κακό, και με τόση χάρη!... Μέρες πολλές πέρασαν και νυχτιές βιαστικές, δεν ξέρω πόσες να σας πω... Το συννεφάκι κι ο βοριάς, μαζί, χέρι χέρι, διάλυσαν την καταχνιά, έπνιξαν κι έκαψαν τον σιδερένιο άγγελο και τον θανατερό άρχοντα φοβίσαν κι έδιωξαν.

Κάποτε, όταν πιά είχαν σιγουρευτεί ότι το κακό είχε χαθεί από τον κόσμο το γνωστό, καλμάρισαν. Ο άνεμος φύσηξε τρυφερά και παιχνιδιάρικα το συννεφάκι κι εκείνο ησυχάζοντας και χαμογελώντας του, τίναξε τις τελευταίες βαριές στάλες από το κορμί του που έλαμπε από χαρά.

- «Μπράβο μικρό... Μπράβο. Καλά τα κατάφερες. Καλά σε είδα εγώ ότι είσαι άξιο για σπουδαία και μεγάλα έργα. Μπράβο».

Το συννεφάκι τρεμούλιασε μ΄ευχαρίστηση στο δροσερό άγγιγμα του αέρα και είπε «Σ΄ευχαριστώ κυρ΄άνεμε, σ΄ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου όλο τούτο τον καιρό. Σ΄ευχαριστώ για όλα. Άν δεν ήσουν εσύ δεν θα κατάφερνα τίποτα.»

Καθώς ευχαριστούσε τον αλήτη το βοριά μια αχτίδα από φως το γαργάλησε χαμογελώντας και του είπε «Αρκετά έπαιξες με τον άνεμο μικρό... Έλα μαζί μου τώρα στο δρόμο του άρχοντά μου του Ήλιου, να γνωρίσεις και τις ομορφιές αυτού του κόσμου. Τώρα που κατάφερες και έδιωξες την καταχνιά, μπορείς να δεις τα πάντα φωτεινά όπως η φύση τά΄ χει πλασμένα, όμορφα και καθαρά. Αυτό το ταξίδι σου αξίζει».

Το συννεφάκι χαμογέλασε ταπεινά, βάφτηκε ρόδινο από την ηλιαχτίδα και κοίταξε προς τον βοριά. «Άντε μικρό, τί κάθεσαι; Φύγε, στο κατόπι του Ήλιου μόνο θαύματα θα συναντήσεις. Μη νοιάζεσαι για μένα, θα ξεκουραστώ για λίγο και πάλι θα σε συναντήσω σε κάποια γωνιά του ουρανού. Πήγαινε λοιπόν τι περιμένεις ; ΄Αν αργήσεις, το μονοπάτι της ηλιαχτίδας θα χαθεί στη δύση και θ΄ απομείνεις πάλι μόνο σου.

Το συννεφάκι χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση τον άνεμο κι έτσι μικρούλι που ήταν και πάλι, σκαρφάλωσε στη ράχη της ηλιαχτίδας που το περίμενε βιαστική. Ένα βρόχινο δάκρυ χαράς μαζί με ένα ζεστό χαμόγελο αποχαιρετισμού αγκάλιασαν τον άνεμο καθώς το συννεφάκι και η ηλιαχτίδα ξεμάκρυναν και έστριψαν σε μια γωνιά του ουρανού, κινώντας να γνωρίσουν τις ομορφιές και τα θαύματα του κόσμου που περίμεναν στο δρόμο του Ήλιου.



Γιατί δεν αγαπώ τον πόλεμο…


Τ Ε Λ Ο Σ

Χριστίνα Σαββατιανού

7 Φεβ 2007

Εγκλήματα - 1





Το πράσινο τηλέφωνο της ρεσεψιόν χτύπησε μια δυο, τρεις...
Ξενοδοχείο "Η στροφή" απάντησε βήχοντας και φτύνοντας μαύρα υπολείμματα τσιγάρου ο Κυρ Λευτέρης σκουπίζοντας τα λιγδωμένα χέρια του στο λάστιχο του σώβρακου που εξείχε από το τριμμένο παντελόνι...
Θέλω ένα ραντεβού με την Αγνή... είπε τσακισμένα η βαριά φωνή από την άλλη άκρη...
Έλα όποτε θέλεις απάντησε ο κυρ Λευτέρης σήμερα δεν έχει τίποτα....
Αργότερα το ίδιο βράδυ.. μια σκοτεινή φιγούρα πέρναγε το ξεφτισμένο κατώφλι της Στροφής...
Ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιο της...
Ορυμαγδός συναισθημάτων τον είχε κυριέψει... την αγαπούσε και μισούσε εκείνο που καμε συνάμα... Ήθελε άλλη μια φορά να τη δει να αποφασίσει...
Εκεινη χτένιζε νωχελικά τα μακριά γκριζαρισμένα μαλλιά της στο ραγισμένο καθρέφτη... Τέτοιες στιγμές δε θύμιζε πόρνη... Ένα φωτοστέφανο φλερτάριζε με το γλυκό πρόσωπό της... έμοιαζε με τις μαντόνες τις αναγέννησης που θρηνούσαν το παιδί τους που αφήνονταν να τις παρασύρει ο χαμός του ενός...
Ο καλοακονισμένος σουγιάς του σάλεψε για μια στιγμή στα χέρια του...
Μια αναλαμπή έκανε θόρυβο στο νου του... Μια σκέψη... Αν της πάρω την ανάσα θα ναι για πάντα δική μου.. Μόνο δική μου....
Πήγε πίσω της ήσυχα νυχοπατώντας σαν αρπακτικό....
της πήρε τη βούρτσα από τα χέρια, της χάιδεψε τα μαλλιά,
ο σουγιάς άστραψε στο φως της γκαζόλαμπας που άχνιζε και μεγάλωνε τις σκιές....
Ο λαιμός της δεν αντιστάθηκε... αφέθηκε να πέσει στα χέρια του και ζεστό ρυάκι κόκκινο βαθύ ξεπετάχτηκε κι έβαψε τα λευκά της εσώρουχα... Ευχαριστώ ψέλλισε καθώς η τελευταία της ανάσα ακούμπησε πάνω του με ένα χαμόγελο λύτρωσης...
Μια τούφα από τα μαλλιά της παραδόθηκε στη μήνη του μαχαιριού κι έπειτα κούρνιασε στη τσέπη του....
Κατέβηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε ανέβει....
κανένας ήχος δεν πρόδωσε την πράξη του, την ύπαρξή του...
Μονάχα η τούφα της ΄φώναζε και πανηγύριζε χαρούμενη στα χέρια τα αγαπημένα....
Η Αγνή είχε επιτέλους βρει τον σύντροφό της....
Πέταξε το σουγιά στη γωνιά του λερωμένου δρόμου, κι η γωνιά άστραψε από το φωτοστέφανό της που χε καρφωθεί πάνω του...
Αγόρασε ένα μπουκέτο κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα...
Τέτοια μόνο θα σου κάνουν συντροφιά πλέον αγαπημένη... Όχι άλλοι πεινασμένοι, όχι άλλοι άρρωστοι, όχι άλλοι βρώμικοι...
όχι άλλα λεκιασμένα σώβρακα, τίποτα δε θα ξαναλερώσει το λεπτό σου σώμα... τίποτα δε θα σκοτεινιάσει ξανά τα πράσινα μάτια σου σκέφτηκε...
Απίθωσε την τούφα από τα μαλλιά της δίπλα στη μοναδική φωτογραφία που της είχαν τραβήξει ποτέ... στόλισε τα τριαντάφυλλα γύρω της και κάθισε στην παλιά φθαρμένη πολυθρόνα του...
Οι φλόγες του τζακιού του ψιθύρισαν... Ευχαριστώ αγαπημένε....
Κι έσκασαν ένα χαμόγελο που του στειλε εκείνη μέσα από τον καθρέφτη της φωτιάς...
Την άλλη μέρα η πυροσβεστική δεν μπόρεσε να καταλάβει πως είχε γίνει το κακό...
Εκείνος είχε απανθρακωθεί αφήνοντας τις σκέψεις του να κάνουν συντροφιά στο μοναδικό πράγμα που δεν είχε καεί.... σε κείνη τη τούφα απ τα μαλλιά της....
Κάποιοι μίλησαν για θαύμα........

Χριστίνα Σαββατιανού

5 Φεβ 2007

Στις Κυκλάδες




Η δροσιά της αυγής της θύμισε καλοκαίρια στις Κυκλάδες... εκεί που χαύνωνε η ψυχή κάτω από τη ζεστή ματιά του ήλιου... Στην Αμοργό θυμήθηκε πως τρεχανε και σκάβαν το νησί να βρούνε μανδραγόρες να ακούσουνε το κλάμα της ρίζας της τρελλής...
Τα μάτια του λάμπαν με άγριες χαρές καθε που του γέλαγε... Τα χέρια του σκάλιζαν αχνές νότες στα μαλλιά της με κάθε χάδι του αερα, ίσα που άγγιζαν μα ήταν αρκετό η ψυχή να ριγήσει...
Μια αστραπή έδιωξε τη σκοτεινιά του πρωινού... κοίταξε ενα γύρο και το δωμάτιο εγινε φυλακή. Ηταν ακόμη εδώ.. η Αμοργός χάθηκε, το φως της ματιας του χάθηκε, ένα σπασμενο στολίδι στο τραπέζι της είπε πως τα ωραια τελειώνουν και γελασε ειρωνικά...
Το κουκουνάρι απο την εκδρομή στη Πάρνηθα της ψιθύρισε τριζοντας πως τα ωραια είναι μονο στη φαντασία της και σιώπησε με ενα λικνισμα σταματώντας στην ακρη του τραπεζιού...
Τα μάτια της φτύσαν γαλανά νερά, το θέλω της βγήκε σε χρωματιστες βροχές κι αρχισε να υψώνεται στο δωμάτιο...
Φόρεσε το πλεκτό της σκουφί να κρατήσει τη σκέψη δική της...
Ξεχασμένο κόκκινο ανθισε στα χείλη της... ΄Σκέφτηκε τοτε που φιλησε την ακρη των χειλιών του κι εκεινος κοκκίνησε σαν να ταν παιδαρέλι... Ξεχασμένο κόκκινο κι η μυρωδιά του η φρέσκια, η φορτωμένη με ζωή....
Ξανακοίταξε το κουκουνάρι και του αχνογέλασε....
Ναι αλήθεια μου είπες, τα ωραία ειναι μόνο δικά μας εκει στη φαντασία μας... ούτε ζουν ούτε πεθαινουν, μονάχα είναι εκεί να μας ξυπνουν, να μας κοιμίζουν, να μας πονούν...
Η ψυχή αποκαμωμένη γύρισε πλευρό και ξεχάστηκε χαιδεύοντας μια ρίζα μανδραγόρα που δεν εκλαιγε πια, μονάχα παιχνίδιζε στα χέρια μιας παρθένας...
Για αλλη μια φορά η ζωή έτρεχε λεύτερη σε ξένα χωράφια και μαζευε λουλούδια άχρωμα στολίζοντας τα μαλλιά καποιων άλλων....
Ηρθε η νύχτα κι η αστραπή της θύμισε την αλλαγή στα χρώματα...
Χαμογέλασε πονώντας και καληνύχτισε τις μικρες γλυκές της ελπίδες...
Αυριο θα βγω για ψώνια...
Κι έκλεισε τα μάτια σε εναν υπνο βυθισμένο σε σκοτεινά νερά...

Χριστίνα Σαββατιανού / 14-12-2002

1 Φεβ 2007

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι




Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν απ το χωριό... Της άρεσε να χαζεύει τις κλαρωτές φούστες των κοριτσιών κόκκινες, πράσινες του κυπαρισιού, μωβ της ψυχής, φτιαγμένες θαρρείς από τρελλούς ζωγράφους μόνο για κείνες τις κοπέλες... Ο πατέρας πριν τον παρουν στην εξορία της ειχε υποσχεθεί μια ίδια φούστα κι ενα σάλι τεράστιο να στολίζει τα μαυρα μαλλιά....

Ο πολεμος συνεχιζόταν στα βουνά κι ο θειός της ο Καπετάν Μακεδόνας νύχτα κατέβαινε στο χωριό να παρει τρόφιμα και νερό για τα παληκάρια... Κρυφά απ τη Φιλία και τον Σωτήρη, της εβαζε στα στριφώματα απ τα τριμμένα φουστανάκια πορτοκαλί σακουλάκια με μηνύματα για τους συντρόφους στη φυλακή...

Έξι χρονών η Αλεξάνδρα, με αντρίκια πυγμή κατέβαινε τα πρωινά όλα τα εφτά χιλιόμετρα απ το χωριό στην πόλη, να δώσει τα μηνύματα του Θείου που φάνταζε ημίθεος σαν τον Ηρακλή, στα παιδικά της μάτια έτσι οπως ήταν με τα φυσεκλίκια ζωσμένος, και το μακρύ μούσι που σκέπαζε το στέρνο πανω απ το αμπέχωνο...

Στο δρόμο παρέα της ειχε τα πουλιά, τα τρύπια της παπούτσια που δεν χώραγαν πια στα πόδια της, και το σπασμένο παιχνίδι που της χάρισε η Μαρία η γριά τσιγγάνα απ την Πύλη.... Κάποτε ήταν κούκλα... Τώρα μια μάζα από ύφασμα και κάτι σαν ξύλο που μοιαζε με χέρι...

Σιγομουρμούραγε τη ζωή της η Αλεξάνδρα κι έφτιαχνε παραμύθια και τραγουδια με λουλούδια και πουλιά χωρίς το αιμα και τον πολεμο που μέσα του γεννήθηκε... Ξέχναγε σε αυτό το δρόμο για τις φυλακές, ξέχναγε ότι ο πατέρας ήταν εξορία κι η μάνα στο νησί μονάχη με τη μικρή τη Βαγγελή...

Ο Δάσκαλος την αγαπούσε και παντα της ελεγε... Αλέκα εσύ θα γίνεις συγγραφέας, τα παίρνεις τα γράμματα, αλλά ο πόλεμος έκοψε τα σχολειά και μετά η μάχη αδερφού με αδερφό....

Τα βράδυα ερχόταν στο σπίτι του παππα Γιώργη ο δάσκαλος και έδειχνε στην Αλεξάνδρα γράμματα κι αριθμούς, της χάρισε κι ενα τετράδιο με μολύβι και γομολάστιχα για να γράφει τα παραμύθια της το Πάσχα... Ετσι έβγαλε και το γυμνάσιο, τις νύχτες με το δάσκαλο και τη λαδόλαμπα να καπνίζει τα μάγουλά της... Και γέμιζε το τετράδιο με ιστορίες με παράπονα με τραγούδια με εικόνες από λέξεις σκαρωμένες...

Θα στα βάλω σε μια θυρίδα στην τράπεζα τα γραπτά σου Αλεξάνδρα μαζί με κανέλλα να μυρίζουν ωραια... θα ναι ο θησαυρός σου αυτός που θα δώσεις κάποτε στην κόρη σου για προίκα να πλουτίσει η ψυχή της απ τα όνειρά σου, της ελεγε...

Ο δρόμος μακρύς τα παραμύθια πολλα καθώς χάζευε τα ζούδια που τρέχαν και πετάριζαν στα χωράφια... Οι φυλακές στο ύψωμα πίσω απ το ξενοδοχείο στην πόλη... Γκρίζες και ψυχρές.

Ο φρουρός την είχε μάθει... Ανάγωγη, γλωσσού και παληκάρι η Αλεξάνδρα... Κάθε φορά που την έψαχνε του παταγε το πόδι και του δάγκωνε το χέρι όπου το πρόφταινε... Μάτωνε το μούτρο της απ το χαστούκι.... "Δεν εισαι παληκάρι εσύ που τα βάνεις με ενα κοριτσάκι που ρθε να δει τον ξαδερφό του" έλεγε και τον έφτυνε όσο πιο ψηλά μπορούσε να φτάσει μάτια και μύτη...

Το δεξί πανω πλευρό σπασμένο απ τα περσι απ την κλωτσιά του φρουρού... πόναγε το κορίτσι κάθε που νότιζε ο καιρός...

Δεν εισαι παληκάρι εσύ που τα βάνεις με κοριτσάκια... έλεγε ξανά και ξανά και σαν διαόλι χοροπήδαγε γύρω του μην την βρει η κλωτσιά.... Είχε φτιάξει και τραγούδι και τον κορόιδευε... Η Αλέκα η μικρούλα τρία βρακιά φορεί, όσο κι αν ψάξει ο Γκέκας μήνυμα δε θα βρεί... και του βγαζε τη γλώσσα και χόρευε χαρούμενη...

Σκληρό το πόδι του πανω της... Κατρακύλαγε η Αλεξάνδρα το λόφο μέχρι σχεδόν την πίσω αυλή του ξενοδοχείου... Έπαιρνε επειτα φόρα και ανέβαινε και ξανά μανά... Δεν εισαι παληκάρι εσύ, φοβητσιάρης εισαι γιατί μονο με κοριτσάκια τα βάνεις, αν ήμουν ο θειός μου ο Μακεδόνας θα σου λεγα γω αν θα κοταγες να με κλωτσήσεις... και πάλι τον κατήφορο με μελανιασμένο μούτρο, κομμένο χειλι σπασμένα πλευρά, απ το βαρύ οργισμένο πόδι του δεσμοφύλακα ...

Την άλλη φορά θα φερω τη μαγκουρα του παππού μου και θα σου δείξω εγώ, φωναζε αποκαμωμένη απ το ξύλο και τότε θα δουμε που σε πονεί και που σε σφάζει προδότη, φώναζε και ξαναφώναζε, κι ετρεχε σαν νεραϊδάκι τριγύρω του...

Ο δρομος του γυρισμού ακόμη πιο μακρύς.... Η Αλεξάνδρα τον απολάμβανε ιδίως όταν ο θειός ο Αργύρης ο τσιγκούνης ο φασίστας, που χε το εστιατόριο στην πλατεία κατω απ τα πλατάνια, της εδινε κανα κουλούρι ή κανα ξεροκόματο....

Μισό για μένα για το δρόμο, μισό για τον Γιωργάκη τον αδερφό μου, σκεφτόταν και εσφιγγε τα δόντια μη φαει τις δυο μπουκιές που μέναν για το Γιώργο...

Μύρια παραμύθια σκάρωνε αυτά τα σουρουπα που γύρναγε απ τις φυλακές μεσα στο αιμα και στο χώμα, με μισό κουλούρι στην τσέπη....

Μύρια λουλούδια γεννιόνταν απ το αιμα που σταζε απ τη μύτη κι απ τα μαγουλα του παιδιού... Οι Αγγελοι την ζήλευαν γιατί χε γερακιού καρδιά και ήρωα ημίθεου ψυχή...

Κι έστελνε ο Θεός παραμύθια στα μάτια τα φλογισμένα απ το ξύλο... έστελνε φορέματα κλαρωτά και ξεδοντιάρες τσιγγάνες να την κερνάνε νερό και σταφύλι τα καλοκαιρια... φασολάδα και μπομπότα τους χειμώνες...

Ετσι αντάρτισσα μεγάλωσε η Αλεξάνδρα...

Στα εικοσιπέντε, στην Αθήνα πια όταν ειχαν τελειώσει οι εξορίες οταν ο Σωτήρης κι η Φιλία ήταν μαζί με τη μικρή στο χωριό, αυτή δούλευε στη γκαρνταρόμπα ενος κοσμικού κέντρου, δούλευε και μεγάλωνε τα άλλα πέντε αδέλφια και τα ανήψια της...
Και στη νύχτα παληκάρι η Αλεξάνδρα...
Μόνο που τώρα αυτή έδινε χαστούκια σε όποιον τόλμαγε να την κοιτάξει δεύτερη φορά... Εγώ ειμαι ανηψιά του Καπετάν Μακεδόνα και δεν σηκώνω μάτια πάνω μου...
Στα εικοσιπέντε έτρωγε ξύλο ξανά απ' την αστυνομία της χούντας, άλλο ένα πλευρό σπασμένο... με σανίδι αυτό πανω σε εναν σαματά στην Πατησίων...

Εκαμε και μια κόρη η Αλεξάνδρα και τη μεγάλωνε σα θησαυρό, η ψυχή της έτρεμε με την έγνοια του παιδιού... Όλες οι μάχες πλέον για σένα κοριτσάκι μου...
Δεν φοβάται η Αλεξάνδρα ξύλο, δεν φοβάται χάρο όσο εχει κοντά της την ανάσα σου κοριτσάκι μου της έλεγε και τη νανούριζε.... Και στόλιζε τα μαλλάκια της με κορδελλάκια και ορτανσίες φρέσκες...

Έτσι περασαν τα χρόνια με την ψυχή του παιδιού της στα χέρια της.... Όλα τα ανήψια που μεγάλωσε ξεχάσαν, και τα αδέρφια ξεχασαν και τα ξαδέρφια, τώρα στα εξήντα τρία της η Αλεξάνδρα στη γειτονιά των αγγέλων τραγουδάει τα παραμύθια της και γνέθει όνειρα στην αγκαλιά των παληκαριών...
Βρήκε τον Αρη και τον Νίκο τα ξαδέρφια της, τους ειχαν ξεκάμει οι φασίστες, Βρήκε την Όλγα τη μεγάλη που έφυγε απ την πεινα και το ξύλο στη φυλακή... Βρήκε και τον Γιώργη τον ξανθό που στα δεκάξι της, της ειχε πει πως θα την πάρει... αλλά τον πρόκαμε η ζωή...

Τα παραμύθια της μείναν σε μια θυρίδα που όσο και να ψάχνει η κόρη της δεν βρίσκει...
Η προίκα της ψυχής μένει εκεί σφαλισμένη όπως τα μυστικά της Αλεξάνδρας όπως κι ο πόνος απ τα σπασμένα πλευρά και το κουφό αυτί απ το χαστούκι του δεσμοφύλακα...

Μικρός ο κόσμος Αλεξάνδρα... Τα παληκάρια πάντα ζούνε... Εδώ είναι και μας θυμίζουν εκείνα που χουν αξία... Κι εσύ μαζί τους ζεις και τραγουδάς εκείνο το τραγούδι...

Η Αλέκα η μικρούλα τρία βρακιά φορεί....

θα στείλω ένα όνειρο στο κορίτσι σου να βρει τα παραμύθια να μάθει τα μυστικά σου...
Να φτιάξει ενα θέατρο πανω στο τάβλι του παππού, με τη μαγκούρα για ντεκόρ και κείνη τη φούστα την κλαρωτή που είχες για καλή, να βάλει για αυλαία... και θα ναι η ζωή σου παραμύθι...

Καλή αντάμωση Αλεξάνδρα παληκάρι...
(αυτή ήταν η μητέρα μου... και μου λείπει...)

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)