Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Οκτ 2011

33,,,, ένα βράδυ μονάχα

ένα βράδυ μονάχα ζητώ να με δεις στο όνειρό σου, ένα βράδυ, απόψε, που όλα γύρω μυρίζουν φωτιά και η κόλαση τη πλατεία φλερτάρει κι οι αγγέλοι ένα γύρο με σπασμένα φτερά....

ένα βράδυ αγάπησέ με σαν να ήμουν παιδί, ένα βράδυ μονάχα να πάρει θάρρος η ψυχή.... ένα βράδυ να ερωτευτείς τη γεύση από φράουλα και γλυκό νεράντζι, και να ξεχάσεις πως εκεί έξω βροχή το δάκρυ και το ξύλο πολύ...

ένα βράδυ μονάχα ζητώ, σε παράνομο έρωτα να ανοίξω την πόρτα, έτσι από όλα να φύγω να ξεχαστώ, και στα μάτια απλά να κοιτάξω, ένα βράδυ που φόβο και δάκρυ δε θα χει μόνο αγάπη ρε, μόνο αγάπη αγνή της ψυχής παιδί...

ένα βράδυ μονάχα ζητώ, να ξεφύγω απ τη δίνη που μου ορίσαν, και σαν ξένη από ξένη μεριά να κοιτάξω μονάχα εσένα, με δυο μάτια που δεν τα χεις δει, με δυο χέρια δειλά να σε αγγίξω, και να ζήσω μια τόση στιγμή, χωρίς φόβο δάκρυ και μίσος...

ένα βράδυ σου λέω μονάχα, αγκαλιά να με πάρεις κρυφά, από όλους κι από όλα μακριά, ένα βράδυ ζωής ως της πρέπει, ένα βράδυ χωρίς απειλή, χωρίς αίμα και πόνο χωρίς πείνα και τρόμο, ένα βράδυ γεμάτο ζωή....

ένα βράδυ γυρεύω να αγγίξω ένα αστέρι και να ξεχαστώ, ένα βράδυ γλυκά να φιλήσω, σε δυο χέρια γερά να αφεθώ, ένα βράδυ χωρίς τα θηρία, χωρίς χρήμα και λόγια κενά, χωρίς ψέματα, χωρίς φασαρία ένα βράδυ να ζήσω απλά, όπως τότε που ήμουν παιδί, ένα βράδυ γεμάτο ζωή...

ένα βράδυ χωρίς τους σωτήρες, χωρίς άρχοντες κι αφεντικά, ένα βράδυ με δύο ποτήρια και με μάτια ένα γύρο γλαρά και γλυκά.... ένα βράδυ με φίλους κι αγάπες, ένα βράδυ με γέλια πολλά, χωρίς σκέψεις χωρίς εφιάλτες, ένα βράδυ με ανθρωπινή γεύση και μυρωδιά....

ένα βράδυ μονάχα ζητάω, ένα βράδυ να ζήσω σαν τότε που ήμουν παιδί, με ανέμελη σκέψη με όνειρα χίλια, με γεύσεις και λέξεις απλές, ένα βράδυ μονάχα, ένα μόνο ζητάω και ύστερα αγκαλιά τον τρελλό μου, θα πάρω και θα ξανάβγω στους δρόμους σε γωνιές και σοκάκια να ζω....

ένα βράδυ μονάχα που άνθρωπος θα μαι με αξία και λόγο, με ανθρώπους σε ανθρώπινη γη, ένα βράδυ σαν όνειρο ναναι και μαζί μου να είσαι κι εσύ... ένα βράδυ μονάχα ζητάω... τίποτε άλλο, τίποτε πιο λίγο, τίποτε πιο πολύ.... ένα βράδυ μονάχα.... και να σαι εκεί...

Χριστίνα Σαββατιανού 20-10-2011

16 Απρ 2010

Μενέλαος Λουντέμης: Είμαι καλά

το βρήκα εδώ




Μενέλαος Λουντέμης: Είμαι καλά

Γραμμένο στη μακρόνησο όπoυ οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόν "ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει"

Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγεται απ' την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι κάλα.

"Πρώτον, Σεβαστή μου ..."
"Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ..." Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι "Είναι καλά ..."
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω"
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
"Πρώτον, Μητερούλα ..." Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
"Είμαι καλά".

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα "Είμαι καλά"'
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
"Είμαι καλά".

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω ...
"Είμαι καλά".

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να 'ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου"
"Είμαι καλά".

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
"Είμαι καλά".

Αχ, να μπορούσα να 'χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα 'χυνα στο διάστημα ...
Για να 'ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να 'ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
"Είμαι καλά".

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ' άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ' απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
"Είμαι καλά"
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ' αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ





11 Μαρ 2010

ΣΩΠΑ!! - Αζιζ Νεσιν



ΣΩΠΑ - ΑZΙΖ ΝΕΣΙΝ

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή, κόψ' τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί, έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν:
«σώπα!».

Στο σχολείο μου κρύψανε την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»

Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσ...σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα!».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα!»

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, και τα 'μαθα να σωπαίνουν,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες, με συμβουλεύανε:
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το «Σώπα!».

«Σώπα!» ο ένας, «σώπα!» ο άλλος, «σώπα!» οι επάνω, «σώπα!» οι κάτω,
«σώπα!» όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
«Σώπα!» οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας... Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα!». Και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ εύκολα,μόνο με το «Σώπα!».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα»!

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.Κόψ'την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απ' το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς!

Και δεν θα μιλάς,θα γίνεις φαφλατάς,θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:

ΜΙΛΑ!




22 Μαρ 2009

Αντισταθείτε - Μιχάλης Κατσαρός

Κάτι με πιάνει μερικές φορές, και λέω και ξαναλέω τα ίδια και τα ίδια, παπαγαλίζω για να νιωσω, παπαγαλίζω για να εμπεδώσω, παπαγαλίζω για να μην παραδοθώ... ξανά και ξανά οι λέξεις γίνονται σαν εκείνα τα ταντρικά και τα βουδιστικά τα μάντρας μπας και σώσω τα ελάχιστα ίχνη της ανθρωπιάς μου μπας και διατηρήσω τις μνήμες τις ενστικτώδικες... ξανά και ξανά οι λέξεις γίνονται πέτσα και δέρμα, γίνονται τυφλοσούρτης κι οδηγός, ξανά και ξανά βουβός παπαγάλος με συναισθηματικά κενά και νοητικές δυσαρμονίες, μπας και παραμείνω εκείνο που γεννήθηκα...

ετσι σήμερα αφήνω εναν ποιητή να με οδηγήσει, στης επανάληψής μου το χορό... μπας και τα πει λίγο καλύτερα, μπας και τα φωνάξει με δύναμη ψυχής εκείνης των αγγέλων...

σημερα λέω και ξαναλέω... με τον κυρ Μιχάλη μαζί, αντισταθείτε...



21 Νοεμβρίου 1998, πέθανε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός.

Ένας ποιητής, του οποίο το έργο παραμένει ακόμα και σήμερα άφαντο, άσημο και παρεξηγημένο. Τα τελευταία δυο-τρεία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια από ανθρώπους αξιόλογους για την ανάδειξη της ποίησής του.

Δυστυχώς, θάφτηκε κι αυτός κάτω από τη σκιά άλλων μεγάλων ονομάτων, όπως του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου. Δεν πειράζει όμως. Ποιητής που πάλεψε για τη ζωή ο Μιχάλης Κατσαρός, για τα πιστεύω του, για τις απόψεις του, ξεδιπλώνει το είναι του μέσα από το γνωστότερο ίσως έργο του: Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ. Απολαύστε το.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις

σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι

στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες

σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών

σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές

στον άνεμο

σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.




11 Φεβ 2009

Κωστής Παλαμάς - Φοίβος Δεληβοριάς

βρήκα τουτο δω το νοστιμο στο μπλογκ της φιλης μου της Λου

και μια και λατρεύω και ποιητή και ερμηνευτή το έκλεψα εγώ αυτή τη φορά απο τη φιλη - να που μου εδωσες ευκαιρία να κλεψω κατι τις Λου...

6 Μαΐ 2007

μικρές περιπλανήσεις (αγγλιστί - Τα μπαλόνια της ώρας 3)



took a string from your heart and made a flower on the wall,
took some blood drops from your vains and offered them
sacrifice to time...
tears dried on the glass, fears died while time
passed...
the ride is far it never ends until a hand reaches out
for you, and there is a friend...
today I discovered you, today I embrassed you with the
petals of my heart with the wings of my mind, I am
grateful


----------------------------

eyes of the blinded... more like a promish for a
miracle... behold... nothing left to see but yet the
spark is here....


----------------------------

I'm missing a word, a word that would cover it all...
I'm missing a moment, a moment that bears a tiny spark...
I'm missing an echo, of years that passed, and left
shadowed momentos the moment they last.
I'm missing a prayer, for those yet unborn, and those
that have left us to face the unknown...


----------------------------

try not to remember, said the summer to the autumn
cloud, or you will be mislead by false impressions...
cover not, said the autumn to the winter wind, or you
will forget forever how to be you... let time fulfill
your path, let your path fulfill your life, let your
skin be there to fit on you...
and the wind blew a happy swirl and swept the golden
leaves in happy dancing paths...


Χριστίνα Σαββατιανού

18 Απρ 2007

Είστε ποιητής ή ποιήτρια; Περιμένουμε τα ποιήματά σας!

όπως αναφέρει στην ανάλογη σελίδα του ο εκδοτικός οίκος ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ προσκαλεί όλους τους σύγχρονους 'Ελληνες ποιητές ανοίγοντας τις σελίδες του ποιητικου ημερολογίου του 2008, είτε τα έργα τους έχουν εκδοθεί είτε όχι.

περισσότερα εδώ...

μπορεί και το δικό σου ποίημα να είναι μέσα...

15 Απρ 2007

Λίγο πριν φύγεις




Κονταίνει η ανάσα σου χαραυγή μου, και με ρωτάς γιατί
Και γω πώς να σου πω ποιος σε φλερτάρει;
Πώς να σου δείξω τον μαύρο πρίγκιπα που σε ζήλεψε και έρχεται για σένα νύφη να σε κλέψει;

Φοβάσαι τον πόνο ηλιαχτίδα μου, και μου ζητάς βοήθεια
Και γω μικρό κι αδύναμο παιδί γίνομαι, ξαναγίνομαι. Ποθώ στα σπλάχνα σου να μπω και να φωλιάσω.
Σε κρύβω μες στον κόρφο μου αγκαλιά που σου στερούσα, τον φόβο να μη δεις, ο πόνος να σε χάσει.

Δακρύζει η ματιά σου νεραϊδένια μου, και του πνιγμού να του ξεφύγεις μου ζητάς
Και γω κολύμπι ακόμη δεν έμαθα το τέλος δεν μπορώ να αποφύγω.
Με ένα χάδι στα μαλλιά σου κοράλλια και παράξενα της θάλασσας φυτά παλεύω να στολίσω
μη τύχει και ο άρχοντας το υγρό το φοβηθεί. Φύγει και σε ξεχάσει.

Βαραίνει ακόμη η ψυχή σου αγαπημένη μου, και με κοιτάς με απορία της αγάπης μου το βάθος
για να δεις.
Κι εγώ που χρόνια τώρα φαρμάκι πίκρα και χολή σε πότιζα χαμόγελα φτωχά, θρηνώ,
για κείνα που σου στέρησα, και εκείνα που στερήθηκα κι εγώ.

Αχνοχάνεται ο χτύπος της καρδιάς σου μεταξένια μου. Μα η αγάπη σου ακόμα με αγκαλιάζει.
Κι εγώ ευχή μαχαίρι στην καρδιά μου κάνω το διάβα σου ναναι γοργό να μην πονέσει άλλο το κορμί..
Αγκάλιασε με μάνα μου κι εγώ κοντά στο κατευόδιο θε να είμαι.
Κι ας μου κοστίσει η φυγή σου την άλλη τη μισή μου τη ζωή

23-03-04 Για τη μεγαλύτερή μου αγάπη

πέρασαν κι όλας τρία χρόνια που έφυγες μανούλα, περνάει γρήγορα ο καιρός, σαν ανάσα, έτσι γρήγορα περασες κι εσύ, σαν ανάσα, σαν σήμερα σε φίλησα για τελευταία φορά και σε αποχαιρέτησα λουλουδάκι μου... χθες ήσουν εδώ, τώρα σε ψάχνω στης καρδιάς μου το χτύπο, στο χρώμα του ουρανού που ντύθηκες, στις παιδικές μου τις αναμνήσεις, αλλά οι εικόνες θολές, ο χτύπος αδύναμος, η φωνή σου αχνή ψίθυρος, κι η μυρωδιά σου σκάλωσε στης νερατζιάς τον ανθό... μου λείπεις σαν να σαι εδώ... κι ας μοιάζει παράδοξο αυτό...

Χριστίνα Σαββατιανού

21 Μαρ 2007

μπα σε καλό μου απόψε...



με μια δυο λέξεις παγώνει η ώρα
με δυο στίχους γιομίζει το τώρα
χαρτι παλιό που ταξιδεύει,
μέσα σε πίξελς και κοροϊδεύει
φτύνει τις μέρες μέσα στις λέξεις
γεμίζει ώρες με άδειες σκέψεις
πετρωνει σκίζει χλευάζει γνέφει
μικρά σπουδαία τα καταστραστρέφει

είναι το τώρα της κάθε μέρας,
είναι ο κακός τους πηχτός αέρας
μας τον ποτίζουν φαρμάκι σκέτο
μας φυλακίζουν σε ένα πακέτο
με θέσεις χρήμα και συνουσία
ξεχνάμε ότι κι αν έχει λίγη αξία

θυμώνω κάθε που τους ακούω
θυμώνω κι όταν τους παρακούω
φοβάμαι πάντα μήπως με βρούνε
και με εξοντώσουν για να κρυφτούνε
λέω ας πάνε να γαμηθούνε
δεν τους αφήνω παιχνίδια παίζω
τους παριστάνω τον γιαπωνέζο

"ο αποψινός ειναι μαϊστρος κατά πως φαίνεται κι όχι οίστρος αλλά μια και εκτίθεμαι δε βαριέσαι... "

Καλό ξημέρωμα

Χριστίνα Σαββατιανού / 21-03-2007

18 Μαρ 2007

Λέξεις χωρίς σκοπό



διάφανη απόψε η ματιά σου, διάφανη κι η ψυχή... κι ο κόσμος από τσίτι αραχνοϋφαντο φτιαγμένος

κάψε τα βιβλία με τα λόγια τα σπουδαία, φτύσε τις προκατασκευασμένες ιδέες που σε ποτίσαν, όλες εκείνες τις δικαιολογίες που σε κάνουν να αδρανείς πέταξε, κι έλα να ανακαλύψουμε τον κόσμο απ την αρχή...

να γίνουμε φιλόσοφοι, θεοί, κι ανθρώποι, να γίνουμε παιδιά και ζώα και δέντρα, να ενωθούμε με της γης και του ουρανού τα θαύματα...

φύγε απ το βόλεμα και έλα να ζήσεις κι εσύ...

θυμήσου, η ευτυχία δεν είναι στα πολλά, αλλά σε κείνα που αξία μοναδική έχουν... κι είναι τόσο λίγα! μια κουβέντα, μια ματιά, δυο τρεις λέξεις ένας ήχος κι ενα χρώμα...

όλα διάφανα απόψε... κι η ζωή απλή... παιδικό τραγούδι μοιάζει από γραμμόφωνο παιγμένο...

ξεβολέψου μην αργείς... θα ξημερώσει...


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

Τρεισίμιση λεπτά....




Τρεισίμιση λεπτά δημοσιότητας... αναγνώριση, ευκαιρία να κάνει εντύπωση! ευκαιρία να μιλήσει...

Μετά σιωπή, κλείνει η κουρτίνα και μένει εκεί, μόνος, με την αναμασημένη ιδέα που του φορτώσαν, τοτε που ήταν παιδί... με αυτή που μυρηκάζει σαράντα χρόνια τώρα...

Τρεισίμιση λεπτά ήταν σπουδαίος, τον βλέπαν όλοι, ξεστόμισε μια θορυβώδικη γνώμη, μαζί με τους υπόλοιπους που αλυχτούσαν σαν μανιασμένα σκυλιά, αν τον άκουσε κάποιος θα νιώσει καλά...

τρεισίμιση λεπτά, όλη η ζωή του...

Σκέψεις που σκούριασαν απ της αναμονής την υγρασία, καλοραμένα ρούχα που τσαλακώθηκαν μέσα στα χρόνια, και λίγη πούδρα να μη γυαλίζει ο ιδρώτας, όλη η ζωή για αυτά τα τρεισίμιση λεπτά...

Πόσο λίγα ήταν τελικά....

Μόνο τρεισίμιση λεπτά... κι όμως χώρεσε μέσα τους, πόσο μικρός ήταν!


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

17 Μαρ 2007

Νυχτας απορίες...

Όταν ξεφτίζει η ψευδαίσθηση, αρχίζει η ζωή...
μαζί της φέρνει όλα εκείνα που αρνούμαι να κοιτάζω, γιατί με πονούν, μαζί της φέρνει όλα εκείνα που με κάνουν να φωνάζω, γιατί με βαραίνουν...

Όταν τελειώνει το παραμύθι που έπλασα, μένει η μέρα στεγνή, γυμνή... Κοιτάζω και φοβάμαι, δεν μιλώ, λουφάζω και κοιτώ...

Τότε είναι που τα μάτια δακρύζουν, γιατί βλέπουν τα αληθινά χρώματα κι όχι εκείνα που η σκέψη μου ορίζει... κι η ψυχή σκίζεται απ το θόρυβό τους, κομμάτια ανύπαρκτα, σε παζλ που χλευάζει γίνεται...

Τότε παύω να ερωτεύομαι, τότε αρχίζει η οργή, και η φωνή από χαδιάρα γίνεται κραυγή, και το χέρι από τρυφερό γίνεται γροθιά... να σπάσει το γυάλινο τείχος ποθεί, μα η δύναμη λίγη, η ελπίδα λιπόθυμη...

Όταν η αυταπάτη γκρεμίζεται, αρχίζει η μέρα, η μέρα που μου ορίσανε, εκείνοι που δεν διάλεξα... η μέρα που δεν έχει ουρανό, τον κρύβει το τσιμέντο και το γυαλί τους, η μέρα που δεν έχει άνοιξη γιατί τα λουλούδια γίνηκαν θεμέλια για τα όμορφα σπίτια τους στα δάση που μου δίναν κάποτε αέρα κι όνειρα, και χώρο να παίζω...

και τότε ο έρωτας γίνεται ακίδα στην καρδιά, και κείνη η παιδική ιδέα ότι με όλα είμαι ερωτευμένη γίνεται αστεία, πως να ερωτευτώ την ασχήμια;...

Όταν τα χέρια ροζιάζουν απ το μόχθο και τον κόπο, κι όταν το σώμα το σκάβει ο ιδρώτας, ποια μάτια είναι εκείνα που θα δούνε πίσω απ το ψέμα τούτο που μας κερνάνε την ομορφιά που λουφάζει τρομαγμένη;

Που είναι κρυμμένα τα παιδιά, θυμάμαι τη γειτονιά παλιά, λαλίτσες και γελάκια ήταν γεμάτη, σαν σπουργίτια και αηδόνια κελαηδούσαν... τώρα σιωπή, και θόρυβος, όχι γέλια, όχι λαλίτσες, κι η καλημέρα κουρνιάζει στα χείλη των τρελλών, τώρα τα παιδιά τα φυλακίσαν πίσω από οθόνες και μεσα σε τσιμεντένιους διαδρόμους παίζουν σκοινάκι... φυλακίζουν τη νιότη... την ελπίδα μας, φυλακίζουν το αύριο το δικό μας, το δικό τους... κι εγώ, εσύ, κοιτάζουμε, σιωπούμε, ακολουθούμε... πες μου τι να ερωτευτώ; τα σταχτιά τους μάτια, και τα κιτρινισμένα μάγουλα; τη σιωπή μου; την αδράνειά μας; τι να ερωτευτώ που να εμπνέει; τι θα ζωντανέψει τα όνειρα;

Τι να ερωτευτώ, με τι καρδιάς απομεινάρι, που μου κλέβουν τον κόσμο μου μέρα τη μέρα, σταγόνα τη σταγόνα; που ορίζουν το συναίσθημά μου το ρυθμίζουν σε φόβο μόνο να πλησιάζει, σε αγωνία, σε αγώνα σε λειψή ελπίδα για ένα τώρα τόσο φτωχό και αδέξιο, και για ένα αύριο τόσο μα τόσο άχρωμο... πες μου πως να ερωτευτώ;

Τι να ερωτευτώ; και πως να συνεχίσουν οι λέξεις να αναβλύζουν; να αγγίζουν; πως;

Εσεις οι νέοι τι ερωτεύεστε;

Χριστίνα Σαββατιανού / 15-03-2007

16 Μαρ 2007

"ΠΑΡΕ ΜΕ"




Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.



Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες...

Χριστίνα Σαββατιανού

15 Μαρ 2007

Μικρά ασυλόγιστα ταξίδια... (παραληρήματα στης νύχτας τις άκρες)

Ο πρίγκιπας σκόνταψε στου λουλουδιού το αγκάθι και τσακίστηκε ανάμεσα σε βρώμικες σελίδες που ξεψύχησαν δίπλα στη φωτιά δυο ματιών που γλάρωσαν απ' της ανάγνωσης την λησμονιά.. Πρίγκιπα να σου βάλω ιώδιο;

Κηδέψανε της νιότης ένα λουλούδι και έναν πρίγκιπα που ήξερε εκείνη, καλό ταξίδι λουλούδι, καλό σου ύπνο πρίγκιπα...

Και ένα τραίνο να τρέχει να κρυφτεί μην περάσουν τον καπνό του για λέξεις και το σκοτώσουν πριν μεγαλώσει...

Εμπρός και στο χορό της φλόγας με το νταούλι και δυο εικόνες που τις κάνει αγίες μια μαζική υστερία κάτι σαν τις λέξεις μου απόψε, και με κάλπικες δεκάρες περασμένες σε κλωστή να κουδουνίζουν κάλπικες νότες

Να χαζεύουν μέσα σε σχήματα κακής γεωμετρίας στραβές διατάξεις δήθεν ζωής και πρώιμα χαμένα νιάτα

Τα όνειρα ξεχάστηκαν και πνίγηκαν στης μέρας το πηχτό ζουμί.. έφτυσε πάλι η ζωή και βγήκαμε εμείς, εμείς που ενδίδουμε στης φύσης τα τερτίπια και σε κείνα τα μικρά φλογισμένα ταξίδια που η φαντασία τα έκανε λέξεις και οράματα γυάλινα θαμπά

Δίνω κλωτσιά στην ψεύτικη εικόνα μου και αφήνω εκείνη την άλλη τη λιγνή και χαμογελαστή να τρέξει να ακαλιάσει θύελλες και καταιγίδες.. Μικρή δροσιά στα χέρια μου και δυο μικρές ακίδες από κείνο το λουλούδι που του στέρησα τη ζωή τα μαλλιά μου να στολίσω.. ακόμα το αγαπώ

Ένας γέρος λειψός βαρκάρης στάθηκε για λίγο στο καρνάγιο... θυμήθηκε στης νιότης του τη γλύκα τότε που τα χέρια ατσάλι κι η καρδιά λεύτερη όξω απ'το σώμα ταξίδευε και καλωσόριζε τον πουνέντε στα λευκά πανιά... θυμήθηκε εκείνη τη φυσαρμόνικα που ζωγράφιζε στο κύμα τα μάτια της αγάπης του και τώρα στέκει σκουριασμένη στο τσεπάκι του τριμμένου απ το κύμα γιλέκου... θυμήθηκε και δάκρυσε...

O δυόσμος γέμισε χνούδι από το ξεφτισμένο χρωματιστό κορδελάκι των μαλλιών της... έτσι κλεισμένος στο κουτί της μνήμης της θολής που μοιάζει με τη λήθη... άραγε τι χρώμα να'χει τώρα ο ουρανός; θυμάμαι το γαλάζιο σαν έσμιγε με της νυχτιάς τη δροσερή ανάσα πως γινόταν ροδαλό... θαρρείς ντρεπόταν απ'το σμίξιμο... τα δευτερόλεπτα κάναν τη νύχτα αρχόντισσα και το γαλάζιο όνειρο της μέρας... ο ανθός της λεμονιάς δίπλα του το κοίταξε κι έδωσε μια ανάσα από το πιο γλυκό του άρωμα το τελευταίο... αφέθηκε να ταξιδέψει... να δεθεί κι αυτός μέσα στα χνούδια και στα ξέφτια... μήπως ήταν της καρδιάς μου;

Τούτος ο πόλεμος ζωή χαρίζει και αθάνατο νερό ποτίζει τις στρατιές που τον υπηρετούν, μην πάψει η ψυχή να ανασταίνεται, να συνεχίσουν οι πεθυμιές να αποπλανούνται, να θεριέψουν τα όνειρα να ταξιδεύουν με του καπνού τις γιρλάντες και να χορεύουν τα χαμόγελα....

Ναι κοίτα, σαϊτιές κεντάνε το νερό... μικρές παιχνιδιάρικες φιγούρες με φλογισμένα μάτια ξεπροβάλουν, είναι της ζωής τα παιχνιδίσματα που ξεγλιστρούν μαζί του.... πόσο χαζή ήμουν όταν στεκόμουν στο σκοτάδι...όμως η ανάσα μου με οδήγησε στην άφεση... Ξεκόλλησα μια μέρα με μια ανάσα βαθιά κι αντί να πνιγώ ταξίδεψα... κι από τότε στο δρόμο μου φλόγες και μυρωδιές ευχάριστες συναντώ σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι. Κοίτα το φως, ναι πάντα σε οδηγεί αν δεν φοβηθείς στα μάτια να το βάλεις

Τα ταξίδια είναι μικρά, τα βήματα μεγάλα... τρέχει η ψυχή πιο γρήγορα με την ανάσα της χαράς παρέα, και τα τραγούδια την ακολουθούν και μπλέκονται στα ξέπλεκα μαλλιά της σαν μαγιάτικα κρίνα, μοσχοβολιές στον άνεμο σκορπώντας... κι εκείνη η φλογίτσα θεριεύει και χάνεται χωρίς να νοιάζεται για λογική.... απλά παιχνιδίζει με ορμή και τρυφεράδα κι όλες τις ίνες αγγίζει κείνες τις κρυφές....

Αλαργεύει ο φόβος πιο πολύ, στης προσμονής την σκέψη, και μέσα στις φυλλωσιές τρεμοπαίζει η ροδιά με του πάθους το φόρεμα ντυμένη και ξεγελάει ένα αγριοπούλι και του κλέβει μια ματιά.... Το τσιγάρο διέλυσε τη θολή καλημέρα και ο καπνός ανέβασε την ψυχή κοντά σε κείνο το βροχοσύννεφο, να πάνε μια βόλτα μαζί να πιουν και να μεθύσουν με τις στάλες και να ξεχαστούν στου όνειρου το διάβα το πολύχρωμο Ξημέρωσε ξανά και ο καπνός στάθηκε στης καλημέρας το κατώφλι να πάρει μιαν ανάσα ήρθε η ώρα του ονείρου μου

Πάλι σε μιαν ακτή ξέμεινα να κοιτάζω τον αφρό που τρεμοπαίζει και μου κλείνει το μάτι... Πιστή κι εγώ στην ακτή μου ξέχασα να πετάξω... Τα αστέρια έμαθα να μετρώ και να αναπολώ... Μα σαν εκείνη η φλόγα μέσα μου θεριεύει χείμαρρος γίνομαι κι ενώνομαι με της θάλασσας την απεραντοσύνη, ταξίδι πάνω στου βοριά το φύσημα αρχινώ και την ψυχή μου καθαρίζω πάλι και πάλι με του χαμόγελου το γάργαρο τραγούδι κι αν ξεχαστώ είναι το όνειρο που με ξυπνά και πίσω να ξεμείνω δεν με αφήνει

Χορδές τεντωμένες οι αισθήσεις να πιάσουν αναζητούν ν' αγγιξουν το άπειρο... Το χρώμα του φιλιού μαβί σαν μούρο μεστό, όχι η ζωή δεν έχει αρχή και τέλος μόνο να ζει ξέρει να πηγαίνει... Είναι παντού η φωτιά εκεί που πέφτει η ματιά σου και ο καπνός της οδηγός γίνεται για τις λέξεις που γεννιούνται εδώ, κι υψώνουν δειλά το πρόσωπο τους στον ήλιο των ματιών σου και προσμένουν μ' αγωνία το επόμενο χαμόγελο σου...

Το φεγγάρι κυλίστηκε σε ξεραμένα φύλλα και σε ανθισμένα χαμομήλια ανάμεσα...Μάδησε μαργαρίτες να του πουν αν το αγαπώ... Ο άνεμος δεν του ψιθύρισε αλήθειες και έκρυψε την φωτιά μου από τα μάτια του.. Κι εκείνο κάθε νύχτα στην πορεία του την βασανιστική ψάχνει, ψάχνει την μικρή του αγάπη πίσω από τις γραμμές των αστεριών

Δυο φτερά κι ένα κοχύλι, μέσα στης χαραυγής το γέλιο...μονοπάτι αταξίδευτο αυτό, τόσο βαρύ το σύννεφο που αγκρίφωσε η καρδιά μου... βάσανο το θαύμα αλύτρωτο... αλλόκοτη σιωπή σκίζει τη γαλήνη.. κάτι λείπει κάτι περισσεύει...φωτιά νερό γη αέρας κι εγώ... μα ναι το σύννεφο είναι περιττό κρύβει το φως κι εγώ φοβάμαι.

Μικρές φωτιές γλύφουν το κρύσταλλο και σκάνε ρυθμικά στα μάτια μου μπροστά.. Η φωλιά μου αδειανή έρμαιο και βορρά στου άνεμου την δίψα. Υφάδι ξέπλεκο πυκνό γιομάτο κόμπους στέκει στο λαιμό με πνίγει με φοβίζει.. Αχ! το αστέρι το χλωμό αχ! κι η δροσιά του πρωινού.. Αχ! και κείνο το μικρό δειλό το χάδι που έμεινε μακριά, στην άκρη να κοιτάζει της αγκαλιάς την μοναξιά.. Το βάλσαμο αργεί να μεγαλώσει και η σιωπή του σπόρου σφάζει. Κομμάτια κάνει την ψυχή που έμαθε στου αέρα τη δροσιά να χάνεται πνιγμένη σε ανάσες.

(19/01/02)

Χριστίνα Σαββατιανού

14 Μαρ 2007

Παραληρήματα 2007-α (λέξεις του Μάνου μέρος βου)




Αναρωτιέμαι Υπάρχω Κόσμος Νησί Αγαπώ Διάλογος Εισαγωγή Κρίση Επίλογος


Αναρωτιέμαι πόσα πρέπει να θυσιαστουν από τους μικρούς προσωπικούς μας κόσμους στο βωμό των εξουσιών; ποιες αξίες είναι εκείνες που θα αντέξουν στης εποχής τη δίνη? ποιος θα τολμήσει να ζήσει όπως τάχτηκε κι όχι όπως του ορίσαν?

Τι ναναι εκείνο που αγαπάμε περισσότερο από την αξιοπρέπειά μας και μας κάνει μικρόψυχους μπροστά στις ευθύνες και στις υποχρεώσεις, ενώ γενναίους μπρος στην ατιμία και τη πουστιά; τι ναναι εκείνο που μας κάνει να διεκδικούμε βροντόφωνα "δικαιώματα" αλλά στις υποχρεώσεις κάνουμε τουμπεκί; ποια πειραγμένη ζυγαριά ορίζει τη ζωή μας; κι όλα όσα ειν κοινό συμφέρον δεν έχουν σημασία;

Στο νησί θα διψάσουν φέτος, υπάρχει λύση λένε οι επιστήμονες, εκείνοι που αποφασίζουν όμως μόνο διάλογο ξέρουν να κάνουν, δεν τολμούν... η τσέπη ναν καλά, κι ας διψάσει το νησί... ο κόσμος είναι μια ιδέα, μια εικόνα που την κάνουν παντιέρα όταν τη χρειάζονται μόνο... ας διψάσει κι ο κόσμος, η τσέπη ναν καλά.... πάρτε κόσμε θα με το καντάρι, κι εμείς συνεπείς θα σας πηδήξουμε όταν μας δώσετε την δυνατότητα της εξουσίας... προσοχή η βαζελίνη θα ακριβύνει...

Διάβασα κάποτε ένα βιβλίο, "Ψευδαισθήσεις" το λένε, η εισαγωγή του μιλάει για έναν διστακτικό μεσσία, και για ένα παράξενο πλάσμα που ζούσε κολλημένο με τη βεντούζα του στο πάτο ενός ποταμού, γερά κολλημένο κι αυτό όπως και όλα τα άλλα του είδους του... μια μέρα αποφάσισε να χαλαρώσει τους μυς της βεντούζας, κι αφέθηκε στο νερό... τσακίστηκε στα βράχια στην αρχή, αλλά μετά το νερό το αγκάλιασε τρυφερά, το ανέβασε, και το ταξίδεψε, τα άλλα του είδους του το ονόμασαν "Μεσσία" - κι ο διστακτικός μεσσίας της εισαγωγής έφυγε απ τα πλήθη και πήγε σε άλλη πολιτεία, άνοιξε φαναρτζήδικο και έζησε χαμογελαστός...

Και με τούτα και με κείνα, συνεχίζω να υπάρχω, το γιατί δεν το χω βρει, το πως το ξέρω, το μετά δεν με απασχολεί... στιγμές στιγμές λέω να φύγω κι εγώ, και που κάθομαι εδώ τι κάνω; άλλοτε πάλι όταν μιλώ με τα παιδιά, αγαλιάζω, αναλαμβάνω πνεύμα, μια μικρή ελπίδα, ότι μεσα σε κείνα τα μάτια που διψούν δεν θα χυθεί ναρκωτικό, ότι μεσα σε κείνα τα μυαλά τα άγραφα θα βρεθεί έστω κι ένα που θα δει τον κόσμο όπως ΕΙΝΑΙ κι όχι οπως τον αναμασούν για αυτούς... και μένω, κι υπομένω, και φωνάζω, και πονώ, και χαίρομαι, και πολεμώ... καθαιρώ και βρίζω, επαινώ κι εξυψώνω... θυμίζω άνθρωπο...

Αναρωτιέμαι ακόμη όμως, που είναι οι άλλοι;;;

Χριστίνα Σαββατιανού / 15-03-2007

13 Μαρ 2007

Η παλιά πένα... (oλέξεις της artymedia)




άρκτος βαμβάκι σύλληψη χάντρες χοληστερίνη

Θα γίνουν συλλήψεις του είπε, να κρυφτείς... Σε έχουν σταμπάρει από την προχθεσινή πορεία... εσένα θα κατηγορήσουν οτι υποκινείς τα επισόδεια... ευκαιρία περιμένουν...

Του χαμογέλασε διστακτικά κοιτάζοντας σαν χαμένη γύρω της σαν να έψαχνε κάπου να τον κρύψει, να τον προστατέψει, και του χάϊδεψε τρυφερά τα γκρίζα μαλλιά...

Εκείνος έπαιζε βαρύθυμα με τις χάντρες του παλιού κεχριμπαρένιου κομπολογιού του... το χε από τότε που ήταν φοιτητής... τώρα, τριάντα και, χρόνια μετά, ο ήχος τους τον ηρεμεί ακόμη... είναι ο σύντροφός του από κείνα τα χρόνια... ο μόνος που δεν πρόδωσε που δεν ξεπούλησε τις ιδέες του για μια θέση στο δημόσιο ή για μια χούφτα λεφτά... ή για... καταξίωση!

Εγραφε, έγραφε σαν μανιακός, λογοκρινόταν συνεχώς, από παντού, άλλαζε τις φυλλάδες συχνότερα από τα πουκάμισά του... τον πολεμούσαν όλοι, οι παλιοί "σύντροφοι" σπουδαίοι πλέον στο χώρο, κατευθυνόμενοι, ποδοπατημένοι, αναγνωρίσιμοι, "δυνατοί" Δεν στέριωνε σε δουλειά, αλλά δεν ξεπουλούσε τα γραφόμενά του... δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα γράψει ότι του πουν... οι υποβολείς ειν για τους θεατρίνους έλεγε....

Το χαρτί στα χέρια του βαμβάκι γινόταν, έγνεθε τις ιδέες πανω του τα ιδανικά του, όλα εκείνα που τον έβαλαν στα νιάτα του να πολεμήσει, να ορθώσει το λιγοστό του μπόι μπροστά στα τανκς... Αδράχτι του η πένα, εκείνη η παλιά απ το σχολειό, που με δαύτη έμαθε γραφή, καλλιγραφία, έμαθε σκέψη, έμαθε ανάλυση, σύνθεση, έμαθε ομορφιά, γλώσσα, έμαθε αξίες κι ιδανικά, δεν μπορούσε να γράψει με τίποτα άλλο, τα φτηνιάρικα στυλό διαρκείας ήταν για τις ξεπουλημένες ιδεοληψίες τους, εγώ με πένα θα γράφω... όπως πάντα... Και ζωγράφιζε όνειρα κι ιδέες, σκέψεις και κόσμους αλλιώτικους με την πένα τούτη πάνω στο χαρτί... αντιστεκόταν πολεμούσε, καθαιρούσε και λευτέρωνε, ενοχλούσε... και οι εικόνες κόβονταν από τα "αφεντικά" οι εκδότες αρνούνταν να δημοσιεύσουν...

Τον πόναγε το σήμερα, τίποτα δεν είχε μείνει από κείνη τη θέρμη, από κείνο το όνειρο να αλλάξουν τον κόσμο, η Δημοκρατία που ποθούσαν τα νιάτα τους, βρώμισε, γέμισε χοληστερίνη από καλά εδραιωμένα βολέματα και παχυλές ανταποδώσεις... οι περισσότεροι ξεπουλήθηκαν... βολεύτηκαν, σκύψαν και υποκλίθηκαν, τους σιχαινόταν...

Σιχαινόταν και τον εαυτό του, που στάθηκε δίπλα σε δοσίλογους και πολέμησε για τα ίδια πράγματα με κείνους... έτσι νόμιζε έτσι νόμιζαν κι εκείνοι, τώρα τον έχουν όλοι στη μπούκα, τονε λένε αλήτη... τον λένε αιρετικό, μερικοί θαρρούν πως τρελλάθηκε από τότε που ταν φοιτητής, κι εκείνος, αναρωτιέται, τι πάθαν οι ιδέες? που πήγαν τα ιδανικά? πόσο φτηνοί είμαστε τέλος πάντων? για τόσο λίγα ξεπουλήσαν τόσους αγώνες? για τόσο λίγα αρνηθήκαν το βάρος της ιστορίας τους?

Κι αγκομαχούσε βλέποντας ότι μίσησε και αποποιήθηκε, να του ρυθμίζει τη ζωή, ή τουλάχιστον να προσπαθεί φιλότιμα να του τη ρυθμίσει... "Η πένα μου ναναι γερή, σκεφτόταν, κι ας λένε ότι θέλουν οι πουλημένοι, εγώ δεν θα σταματήσω να γράφω, κι ας είναι να τα κολάω στους τοίχους, κάποιος θα τα δει, κάποιος θα θυμηθεί, κάποιος θα καταλάβει..."

Τα βράδυα τα ανοιξιάτικα σήκωνε τα μάτια ψηλά, κοίταζε την μικρή Αρκτο, και της ψιθύριζε ρυθμούς και οράματα, καρφίτσωνε πάνω στα άστρα της τα ιδανικά του μήν τύχει και χαθούνε, σκαρφάλωνε στων αστεριών της τη ράχη, και άλλαζε με σκόνες μαγικές απ του σύμπαντος τα σπλάχνα βγαλμένους, τούτη την κοινωνία... που την αγάπησε με το πρόσωπο που του ιστορήθηκε, που τη μισεί με το τωρινό της πρόσωπο, την έφτιαχνε ιδανική, ισόνομη, αυτόνομη, αλληλέγγυα, πλήρη, με πολίτες γεμάτους συναίσθηση και ευθύνη, ευθιξία και αξιοπρέπεια, χωρίς βολέματα και ψευδαισθήσεις.... με ανθρώπους με κρίση και σκέψη ορθή, με ανθρώπους γεμάτους ιδανικά κι αξίες, ονειρευόταν τα ανοιξιάτικα τα βράδια... και ξανάπιανε την πένα...

Τα πρωινά τον καλημέριζαν πόρτες κλειστές, "συγνώμη κύριε "Χ" αλλά το άρθρο σας και ο σχολιασμός σας δεν συμπλέει με τη γραμμή της εφημερίδας μας, λυπούμαστε αλλά δεν μπορούμε να συνεργαστούμε μαζί σας... ξανά και ξανά...

Και απόψε εκείνη του λέει να κρυφτεί.... δεν καταλαβαίνει από τι, κι έτσι πιάνει το αδράχτι του και το βαμβάκι και αρχίζει ξανά να γράφει... να γνέθει της σκέψης το νήμα, να ιστορήσει όλα όσα αξίζουν... θα το μοιράσει στα παιδιά αύριο τούτο το αποψινό κομμάτι...

Αυριο έχει κι άλλη πορεία... θα είναι εκεί....


Χριστίνα Σαββατιανού / 13-03-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

12 Μαρ 2007

Αντέχεις... (οι λέξεις της not-paranoid)



νερό ροζ σύννεφο χαρταετός ψίθυρος

Ξεραίνονται οι λίμνες ένα γύρο, κι εσύ σκαλίζοντας σε ορίζοντες μακρινούς, ροζ σύννεφα, θυμάσαι τα τραγούδια που άκουγες παιδί, και δεν διψάς, μόνο θυμάσαι...

Και καθώς το δέρμα σου στεγνώνει, στον άνυδρο αέρα, κι η σκέψη ποδοπατιέται με ψίθυρους και ουρλιαχτά, ανόητων ημιφρενών που ορίστηκαν αφεντικά σου, ζωγραφίζεις σχεδόν ανέμελα, χαρταετούς στους τοίχους, να αφήσεις σημάδια για κείνους που θά ρθουν, να αφήσεις μια ανάμνηση... να αφήσεις διδαχή... αντιστέκεσαι.

Μέχρι να φύγεις βρίζεις φωνάζεις βλαστημάς, αλλά μόνο το ροζ σύννεφο σε ακούει, και κλαίει τις πολύτιμες σταγόνες του αλλού... στη γειτονιά σου μόνο φωτιά και οι ημιφρενείς αφέντες που χάσκουν, φτύνοντας αλλόκοτη εξουσία πάνω σου...

Το νερό είναι αλλού... ψιθυρίζει λόγια αγάπης στο ροζ σύννεφο και στον χαρταετό της παιδικότητάς σου...

Εδώ μόνο στειρότητα, εδώ εσύ κι οι άλλοι, μιας κόλασης καρικατούρα που σου λαχε να βιώνεις στιγμή τη στιγμή, βασανίζεται το άνυδρο κορμί, χαρακώνεται το ξεραμένο μυαλό...

Η σκέψη επαναστατεί, φωνάζει, το πνεύμα πρόθυμο, αλλά η βολή γερή... σε κρατάει εκεί, και οι ημιφρενείς, σου τρών τα σωθικά, στάλα τη στάλα πίνουν το αίμα τον ιδρώτα, το βιός σου... φτωχέ του Σήμερα αγωγιάτη... σε κοιτώ, σε πονώ...

Και ΝΑΙ ! Αντέχεις κι ας στέγνωσες, αντέχεις κι ας πονάς... ροή γίνεσαι και είσαι παντού...

Αντέχεις... Αντέχω μαζί σου κι εγώ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 13-02-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

10 Μαρ 2007

παραληρήματα 2




πανω σε ενα κλαδάκι από κουμαριά ανοιξε τα μάτια του ο κούκος... κλικ κλακ

χρυσά κτερίσματα γόμισε ο ουρανός καθώς ετρεξε να γιομίσει τα ασκιά κρασί κι απόσταγμα βελανιδιών... ήταν αργά για ονοματα, νωρίς για διακοπές

και καθώς μάδαγες την σκισμένη ομπρέλα σου ανοιξε η γη και ξέρασε του κόσμου τις σκεψεις... ονειρα εφιάλτες ελπίδες φοβοι... χόρεψαν όλα μαζί, αδέλφια ομοζυγωτά της ανοιξης να κλέψουν μυρωδιά...

ξεχάστηκε του αηδονιού μια νότα στο κεφαλόσκαλο, γιόμισε ήλιους και φεγγάρια η στιγμή... κι επειτα το ξύλινο ποδάρι του κυρ Λάμπρου της έκλεψε τη μελωδία με το τακ τακ στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ... θύμιζε αιώνιου αυνάνα καρδιοχτύπι... αέναα ανικανοποίητο και σιωπηλό...

σκιστηκε η σελίδα πανω στα λευκά ποδια, ξεχασε πως το βιβλίο ήταν το σπίτι της, έμεινε εκεί στο βελούδο να κοιτάζει χαύνα το νερό που επνιγε την εφηβη μοναξιά της... το βιβλίο δάκρυσε και ανέβηκε μελαγχολικό στο ράφι

δυο τούφες αρπάχτηκαν στου ανέμου τη δίνη και εσκαψαν του σύννεφου το όνειρο, αργησε η νύχτα να ερθει κι η βροχή ταξίδεψε αλλού... όποτε φεύγει έρχομαι, αλλιώς ξεχνιέμαι στο πουθενά.

και η βιασύνη ανοιξε τα χέρια κι αγκαλιάστηκε με τον ύπνο, στις ακρες της αμυγδαλιάς, και στις οχθες του αχέρωντα ανοιξε τα μάτια ενα παιδί, μικρό σαν δαχτυλήθρα ωχρό σαν κεράκι, χτυπησε τη βέργα του πανω στο κύμα, και ο ουρανός εβρεξε τρεντι πολυθρονίτσες

αργότερα θα ξυπνήσεις απ του εθισμού το κάλεσμα, θα ακούσεις ξινές μουσικές και μελάτες δικαιολογίες που υποννοούν ζωή... αργότερα θα θέλεις να φωνάξεις μα σου κόβουν τώρα τη γλώσσα... άργησες έχασες....

αδέσποτα ζευγάρια κουνάνε βαρκες βαρκάκια και φτιάχνουν πανάκια με ραβασάκια αλόκοτα... ξυπνάει η μερα ξανά και ξανά... εσύ κοιμάσαι ακόμη... αυριο ίσως....

μια μποτα τρύπια κι ενα κουτί παλιωμένος καφές κανουν παρέα στη γωνιά... κάποτε ήταν ζωντανός τώρα θυμίζει φαγιούμ ατέλειωτο στο κρεβάτι πεταμένο... δυστυχε κόσμε λιπόθυμε, κι ετσι σε θέλω κοντά, κι ετσι σε θελω κι ας πονάς

μικρές βελόνες κεντησαν δυο αστέρια κι ενα χαμόγελο πανω στο μαξιλάρι, ο ήλιος δεν ξύπνησε ουτε η νύχτα κύλησε, ολα εκεί καρφιτσωμένα σαν παιδιακίσια ζωγραφιά στο μουχλιασμένο τοίχο... τικ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου θυμίζει το εδώ

παλι μόνος πήγε στην κουζίνα, αυτός το μπρίκι και δυο αυγά απ τον περασμένο μήνα, σκεφτηκε να φύγει σκέφτηκε να μείνει, μόνος κι εδώ κι εκεί

κοιταξε το μπρίκι και πνίγηκε στη θολούρα του παλιωμένου μέταλλου, καθώς πασχισε για ανάσα θυμήθηκε τη Διονυσία... γιομάτη χυμούς να τρέχει να προφτάσει το τραινο

μικρή αναστάτωση κι αυτη, ανίκανη να διώξει τη θολούρα, μονος πάλι, κι εδώ κι εκεί... μόνος και στα μάτια της καθώς ειδε το καθρέφτισμα του στο τζάμι... τακ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου τον ενοχλεί

βεβαιωμένη αβεβαιότητα. ξημέρωσε και πάλι, το τίποτα θεριεύει, όλοι τρέχουν τρεχουν στο πουθενά, ζωή το λενε τώρα, εγώ γελώ στη θέα

κι εκείνο το ξύλινο ποδάρι χαλάει τη ροή, θυμίζει το τώρα το εδώ, σκάει το τακ του στης μοναξιάς τον ήχο και κουφαινει

το κλαράκι της κουμαριάς βαραίνει ακόμη απ τον κορυδαλό, και του αηδονιού η παγωμένη νότα σκίζει τη μέρα σε κομματια τόσα όσα τα ονειρα του πριν

ενα κομάτι του αγεριού ξεκόλησε κι εκαμε παρέα με μερικά βρεγμένα ρουχα της Φιλίτσας, θυμήθηκε ο Φίλιππος της νιότης το λουλούδι καθώς κοίταξε το παιχνίδι τους... ξύπνησε η θεια η Αρχοντούλα και φωναξε φαφούτικες λεξεις,

ζητωκραυγασε η Αρχοντούλα του αγεριού το σμίξιμο με της φιλιώς τα ρούχα, ολα στου ερέβους το βωμό ταγμένα τα ταξίδια...

δυο κόμποι ενα πιξελ και μια αισθηση παγιδευμένη στο τίποτα

πανω στο τσακισμα της μεσης και στου σπαθιού την κόψη, επιθυμίες σοβαρές για ακόλαστες υποψίες στιγμής.

σπασμένα νεύρα και του τσιμέντου το χρώμα ζωγραφισαν μια λέξη τόσο γκρίζα όσο το ξύλινο ποδάρι του κυρ λάμπρου.... τακ τακ τακ άκου...

ασθματικά ψαράκια πνίγονται στο βούρκο σας, ξερνούν τα περιττώματα σας, ταίζετε χολη και δάκρυ τα παιδιά σας, και το λέτε αυτό πολιτισμό, μικροί μονάχοι θνητοί, τακ τακ ο κυρ Λάμπρος ερχεται

ποτισε τη γλάστρα με μέλι άγριο και κρασί στιφό, ανοιξε τα χέρια και πεταξε μακριά, εκεί που δεν εχει χρόνο

ο κυρ Λάμπρος έρχεται... τακ τακ τακ άκου.... το ξύλινο ποδάρι στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 21-02-2005

7 Μαρ 2007

Τότε που ζούσε...

Σκόρπιζε βίδες με χαλασμένες στροφές στο παγωμένο δρόμο, μη χαθεί... σε μια απάνεμη γωνιά που έστριψε παρέσυρε στο βήμα του ενα μικρό ΄τσαλακωμένο χαρτί... Έτσι χωρις αιτια αυτο του κινησε την περιέργεια και το πηρε στα χέρια του...
Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια του λέξεις φουξια λέξεις πολλές δε πιστευε οτι χώραγαν τοσες λεξεις σε τουτο το μικρό χαρτάκι...
λέξεις ερωτευμένες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις θυμίαμα σε βωμούς ξεχασμένους παλιούς...
Μια έντονη μυρωδιά από λεβάντα τον ζωντάνεψε... θυμήθηκε τα χέρια της και τη φρεσκάδα του κορμιού της... θυμήθηκε την εποχή που ζούσε....
Ένα ράγισμα στα μάτια ακολούθησε το χτύπο της καρδιάς...
Μια σταγόνα αλμυρή ξεστράτισε στο μαγουλο... την έκρυψε το ψιλοβρόχι... ευτυχώς!
συνέχισε να σκορπά τις βίδες εκεινες που κρατούσαν το νου του σταθερό και τη ψυχή τρομαγμένη....
ο παγωμένος δρομος δεχόταν τις σταγόνες των ματιών στο κορμί του και τις εκανε δικες του τοσο απλα τοσο αθόρυβα!
τσαλάκωσε ξανά το χαρτί και το θυσίασε στον άνεμο και στη βροχή...
έτσι για να μπορέσει να το ξαναβρεί κάποτε μπροστά του και να θυμηθεί ξανά το τότε... Τότε που ζούσε...

Χριστίνα Σαββατιανού / 11-10-2002

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)