Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα writting. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα writting. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιουν 2007

άνθρωπος είμαι... (τα μπαλόνια της ώρας 4)




Δεν ξέρω από κανόνες, αγκαλιάζω μια "λογική", εκείνη που μου ψιθυρίζει ότι ότι ειναι καλό για τον γείτονα δεν μπορεί καλό θα ναι και για σένα.... Δεν πετάω τα σκουπίδια στη δική σου αυλή, στη δική μου τα πετάω... δεν φτύνω στον δικό σου τον καθρέφτη, στον δικό μου φτύνω...

Ανθρωπος ειμαι ακόμη, υπάρχουν στιγμές που παρασύρομαι, μπαινω στο δικό σου παιχνιδι και το μετανοιώνω, ακυρώνω τις προθέσεις μου, ακυρώνω τις προσπάθειές μου οταν σε ακολουθώ αυθόρμητα... μετά το μετανοιώνω... ψάχνω άλλο παιχνίδι, λιγότερο δικό σου, πιότερο δικό μου... να μη σε πονέσω, να μην πονέσω....

Ο ενθουσιασμός μου συχνά τροχοπέδη, ακυρώνει την ανιδιοτέλειά μου, τρέφει τον εγωισμό μου... φοβάμαι και ζαρώνω... για τώρα, για αύριο, για μένα, για σένα... Ξυπνάω γρήγορα ευτυχώς... και ξαναμπαινω στον κόσμο μου όπου υπάρχεις εσύ κι εγώ σε ένα... οπου υπάρχει το όλο για το ένα, κι όχι ανάποδα...

Έτσι ειμαι εγώ κι όποιος μου το συγχωρεί ευχαριστώ, όποιος όχι και πάλι ευχαριστώ... το ιδιο δικαιωμα ειναι η ίδια υποχρέωση....

Συχνά ονειρεύομαι και δεν το θέλω, συχνά ελπίζω και δεν το θέλω... αλλά ανθρωπος ειμαι τι άλλο να κάνω... συχνά οργίζομαι και το θέλω... τότε εξανθρωπίζομαι διπλά είναι σπουδαίο όταν συμβαίνει...

Να το τροφοδοτώ δεν ξέρω πως, αλλά αναλαμβάνει τις στιγμές της λήθης ο "άλλος κόσμος" εκείνη η κόλαση, κι εκείνος ο παράδεισος... το ένα ποδι εδώ το άλλο εκεί... προκρούστης γίνεται, με τανίζει και την άλλη στιγμή με ατσαλώνει... τύχη ειναι η "όραση" τύχη κι η "ακοή"

Προσπαθώ να πορευτώ οπως κι εσύ, θέλω να υπάρξω και πάλι τις στιγμές που με πληγώνει ο "αλλος κόσμος" θελω να χαθώ... καμαρώνω, ντρέπομαι, αέναος κύκλος... και καταλήγω οργισμένη πάλι, να ψάχνω τη συνέχεια μου... να φυσάω δυνατά να φυγει η ομίχλη που μου κρύβει το μονοπάτι το γραμμένο...

Κι αναρρωτιέμαι... Υπάρχει τίποτα ΚΟΙΝΟ στο κόσμο τούτο που ορίστηκα να ζω???

Χριστίνα Σαββατιανού - 8-06-2007

3 Ιουν 2007

12-10-2002




μέσα στης νύχτας το διάβα... ένα άρωμα γνώριμο, βρεγμένο όνειρο θυμίζει... εκείνο το όνειρο που τρομαξε τα σύννεφα και φυγανε κοπάδια αλαφιασμένα να κρυφτουν απ την λαμπράδα του...
Αυλάκια διάφανα νερά χαράζουν τα μαγουλα τα χειλη ξερένονται στο περασμά τους... φωνες ουρλιάζουν οργασμους στης βροχής τη βυσσινιά κορδέλλα ταγμένους...
το σπιτι έμεινε άδειο μετά τη καταιγίδα της σιωπής σου... ένα πολυκαιρισμένο καπέλο στέκεται παράμερα στη πορτα και χλευάζει τη σκέψη που το κοιτάζει αδιάβροχη στεγανή απο πονους και δάκρυ, ξεψυχισμένη κι αλώβητη πια...
Το σκασε απ τη ζωή εμεινε εκει να κοιτάζει....

Χριστίνα Σαββατιανού (άτιτλο 12-10-2002)

2 Ιουν 2007

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ (η συνέχειά μου.....)




Γιόμισε το μονοπάτι σκιές
γιόμισε άνθη ξερά αμυγδαλιάς
την ώρα που ο πόνος σου ξερίζωνε την ανάσα
την ώρα που η ζωή σου ταινία στα μάτια μπροστά έτρεξε...

Κι εγώ που χρόνια τώρα σε κοιτούσα με απορία,
είδα.
Είδα το βάρος, το βουνό, το θηρίο είδα που σε έτρωγε
αργά αργά, μάτωναν τα μάτια σου σε κάθε σταγόνα
Πάγωνε το αιμα σου σε κάθε βλέμμα...

Γιόμισε η άνοιξη αναστεναγμούς
γιόμισε η μέρα ελπίδα που με εσκιζε στα χίλια
την ώρα που η ζωή σου ακούμπησε πάνω μου
την ώρα που η ανάσα σου έγινε φωνή...

Κι εγώ που λόγους χίλιους εβρισκα να σε πονέσω
είδα.
Είδα το λάθος, την προσμονή, την ανάγκη είδα που φώναζε
φώναζε σιωπηλά, σαν ύπνου γαλήνη... ο τρόμος σου με φόβιζε
Πάγωνε το αίμα μου και σε έδιωχνα

Γιόμισε η στιγμή σιωπές
γιόμισε η νύχτα αγωνίες που ραμφίζαν τις στιγμές
την ώρα που αγαπούσες πιο πολύ...
την ώρα που φτερούγες αγγελικές άπλωνες πάνω μου μη τύχει και σκιαχτώ...

Κι εγώ που μακριά σου πολεμούσα
είδα.
Είδα τον πόλεμο τον δικό σου τον τρομακτικό
και τωρα που οπλισμένη είμαι εσύ φεύγεις... για πάντα...

(και γω δεν θέλω και πονώ και μετανιώνω και να φωνάξω δεν μπορώ...
γιατί θα προδωθεί ο δρόμος...)

Μανούλα σε αγαπώ

Χριστίνα Σαββατιανού

21 Μαΐ 2007

Η γυάλινη φυλακή του πόθου σου... (ψευδαίσθηση 1 - τα μπαλόνια της ώρας 4)




Κοιτάς με λαγνεία, τις άδεις λέξεις, ψάνχεις λαίμαργα χέρια να σου γεμίσουν στιγμές ανημπόριας στης οθόνης το κελί...

Γλυκειά μου... σε θέλω... σκαλίζουν τα δάχτυλα, έπειτα περιμένεις άπληστα την επόμενη γραμμή, και ξεχνάς μια στιγμή... της μοναξιάς σου τη φυλακή, της ασχήμιας σου την αλυσίδα... πετάς, απατημένος πλανεμένος απ το ανώνυμο, το βουβό, το άοσμο, ερωτεύεσαι το δήθεν, εκείνο που κρύβεται πίσω από λέξεις από αδιάκριτα μάτια... που τρυπάνε με φθονερούς πόθους μικρές στιγμές σου... εκείνο που ονειρεύεσαι, που ποτέ δεν είχες, εκείνο που μόνο εσύ ποθείς να έχεις... εσύ, τι είσαι εκείνη τη στιγμή;

Οκνός γίνεσαι, δεν ζεις, απλά περιμένεις, λέξεις χίλιες, ποια κουβαλάει υποσχέσεις; την κυνηγάς την περιμένεις, σαν μαθητούδι τον πρώτο του έρωτα, ποια κουβαλάει λάγνες στιγμές; να σου γεμίσει το κενό στο διπλανό μαξιλάρι... άπληστος γίνεσαι τις θέλεις όλες, παίζεις γελάς, θαρρείς σε βλέπουν και φτιάχνεσαι...

Με ιδιοτελή υπεροψία εκμεταλλεύεσαι τα κενά τους, τις δυστυχισμένες ώρες της οικογενειακής τραγωδίας τους, τις πλανεύεις με λαιμαργία... τις θέλεις όλες, επιβεβαιώνεις του κενού σου την φωνή, το κάνεις ογκώδες υπερτροφικό, με κάθε γράμμα, με κάθε πλήκτρο που χτυπάς...

Σκορπίζεις όλα κείνα που ποθούν χωρίς φειδώ, παραμυθιάζεις μάτια διψασμένα, μάτια κουρασμένα απ της καθημερινότητας τις δίνες, από ανύπαρκτες σχέσεις και υποταγές, φτιάχνεις όνειρα σε γυναικεία μάτια σε γυναικείες ψυχές... και που ξέρεις μπορεί και να πηδήξεις και καμμιά... αν αξίζει τον κόπο...

Το ψέμμα δεν το βλέπεις, σε παρασύρει η λαγνεία τους οι ερεθισμένες τους λέξεις σε τραβούν σαν τη μύγα στα σκατά... και βουτάς, βουτάς ξανά και ξανά, θυσιάζοντας ώρες στιγμές πολύτιμες.... Στερείσαι μάτια χέρια κορμι και φυλακίζεις του πόθου σου το αγλάισμα σε γυάλινο κουτί... που είναι όλες αυτές;

Την άλλη μέρα στη δουλειά καμαρώνεις στους φίλους, πήδηξα!

Στάσου μια στιγμή, σκέψου... που πήδηξες? τι πήδηξες?

Δες με πόσο φθόνο σου κλέβουν το δικαίωμα να χεις κορμί, με πόση απληστία σου στερούν τις ώρες του φλερτ της γνωριμίας, κλέβουν αδιάκριτα τους πόθους σου τα όνειρά σου τους χυμούς σου, το σπέρμα σου, το βάζουν σε πλήκτρα πάνω σε μια εικόνα κλεμμένη από τσοντοπεριοδικό, και σε κείνη την ηλίθια ονειρική κατάσταση που φτιάχνουν οι λέξεις τους...

Και στην κορύφωσή σου μόνο η σιωπή και μια γραμμή πάνω στο γυαλί βλέπου, μπανιστήρι ανίερο, ντροπιαστικό.... σε λέξεις σε πόθους, ανύπαρκτους φορτωμένους σε πίξελς που φθονερά χάνονται σε ανύπαρκτο σύμπαν, σε γραμμές οπτικές ίνες και μετά.... μετά είμαστε εμείς.... βυθίζεσαι σε λήθης ύπνο, με τα πλήκτρα αγκαλιά και μια ψευδαίσθηση λάγνα οκνηρή.... κι εκεί που η οθόνη σβήνει, αρχίζει η δική μας η ζωή...

Πόσο οδυνηρή η φυλακή σου, πόσο λιγόψυχη η παράδοσή σου, πόσο βολεμένη η φαντασία σου, πόσο τεμπέλικη η φύση σου... Βγες απ το γυαλί, δες της μέρας τους χυμούς να σου χαμογελούν λάγνα, εκεί έξω από το κουτί σου είμαστε εμείς... ζούμε....


Χριστίνα Σαββατιανού/ 24-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

15 Απρ 2007

Λίγο πριν φύγεις




Κονταίνει η ανάσα σου χαραυγή μου, και με ρωτάς γιατί
Και γω πώς να σου πω ποιος σε φλερτάρει;
Πώς να σου δείξω τον μαύρο πρίγκιπα που σε ζήλεψε και έρχεται για σένα νύφη να σε κλέψει;

Φοβάσαι τον πόνο ηλιαχτίδα μου, και μου ζητάς βοήθεια
Και γω μικρό κι αδύναμο παιδί γίνομαι, ξαναγίνομαι. Ποθώ στα σπλάχνα σου να μπω και να φωλιάσω.
Σε κρύβω μες στον κόρφο μου αγκαλιά που σου στερούσα, τον φόβο να μη δεις, ο πόνος να σε χάσει.

Δακρύζει η ματιά σου νεραϊδένια μου, και του πνιγμού να του ξεφύγεις μου ζητάς
Και γω κολύμπι ακόμη δεν έμαθα το τέλος δεν μπορώ να αποφύγω.
Με ένα χάδι στα μαλλιά σου κοράλλια και παράξενα της θάλασσας φυτά παλεύω να στολίσω
μη τύχει και ο άρχοντας το υγρό το φοβηθεί. Φύγει και σε ξεχάσει.

Βαραίνει ακόμη η ψυχή σου αγαπημένη μου, και με κοιτάς με απορία της αγάπης μου το βάθος
για να δεις.
Κι εγώ που χρόνια τώρα φαρμάκι πίκρα και χολή σε πότιζα χαμόγελα φτωχά, θρηνώ,
για κείνα που σου στέρησα, και εκείνα που στερήθηκα κι εγώ.

Αχνοχάνεται ο χτύπος της καρδιάς σου μεταξένια μου. Μα η αγάπη σου ακόμα με αγκαλιάζει.
Κι εγώ ευχή μαχαίρι στην καρδιά μου κάνω το διάβα σου ναναι γοργό να μην πονέσει άλλο το κορμί..
Αγκάλιασε με μάνα μου κι εγώ κοντά στο κατευόδιο θε να είμαι.
Κι ας μου κοστίσει η φυγή σου την άλλη τη μισή μου τη ζωή

23-03-04 Για τη μεγαλύτερή μου αγάπη

πέρασαν κι όλας τρία χρόνια που έφυγες μανούλα, περνάει γρήγορα ο καιρός, σαν ανάσα, έτσι γρήγορα περασες κι εσύ, σαν ανάσα, σαν σήμερα σε φίλησα για τελευταία φορά και σε αποχαιρέτησα λουλουδάκι μου... χθες ήσουν εδώ, τώρα σε ψάχνω στης καρδιάς μου το χτύπο, στο χρώμα του ουρανού που ντύθηκες, στις παιδικές μου τις αναμνήσεις, αλλά οι εικόνες θολές, ο χτύπος αδύναμος, η φωνή σου αχνή ψίθυρος, κι η μυρωδιά σου σκάλωσε στης νερατζιάς τον ανθό... μου λείπεις σαν να σαι εδώ... κι ας μοιάζει παράδοξο αυτό...

Χριστίνα Σαββατιανού

13 Απρ 2007

Aρχισα να βαριέμαι... (τα μπαλόνια της ώρας 2)




όπου κι αν κοιτάξω, σε εφημερίδες, σε τηλεοράσεις, όπου κι αν ακούσω σε ραδιόφωνα, όλο τα ίδια και τα ίδια, λαμόγια από δω, καταχραστές δημοσίου χρήματος από κει, ευθυνόφοβοι, και ξαφνιασμένοι υπεύθυνοι... εφοπλιστάδες να φουντάρουν πλοία, πλοίαρχοι να παθαίνουν μπλακ άουτ και να ξεχνούν την εμπειρία, πράγματα πρωτάκουστα δηλαδή....

Διοικητής να καταχράται? Υπουργός να τον έχει διορίσει! ταμεία αδειάζουν, και τα λαμόγια να κάνουν τον κινέζο, ή και τον Αυστραλό... Εφοπλιστής να φέρει ευθύνη? τι λες κορίτσι μου? ο μαλάκας ο καπετάνιος φταίει, που αντί να χει το νου του στις ξέρες, γιόρταζε την πρόσφατη προαγωγή του... τι λες κορίτσι μου? ο κακός ο διοικητής φταιει που ήθελε να κανει τον καμπόσο και να τα αρπάξει χωρίς να το ξέρει ο αφεντικός του... άσε που μπορεί να φταιει και το δομημένο το ίδιο... ατιμο δομημένο, πειρασμός που σαι.... κάτσε εσύ μέλλοντα συνταξιούχε και περίμενε, με ραδικοβλάσταρα απ τα πάρκα θα ζεις, και χωρίς φάρμακα, τα φάρμακα βλάπτουν την υγεία....

Τα άσπρα τα κόκκινα τα κίτρινα τα μαύρα τα μπλε κουτιά βουλιαγμένα, μαζί με κάθε ίχνος αξιοπρέπειας κι ευθυξίας μαζί και με τις ευθύνες, για την οδύνη τη ψυχική που τραβάει ο κάθε βουλιαγμένος είτε τουρίστας είτε ιθαγενής... Ξέρω χρησιμοποιώ λέξεις ανύπαρκτες στο μοντέρνο κατά Μπαμπινιώτη λεξικό, ξέρεις αυτό που διδάσκονται οι νεώτερες γενιές πολιτικών επιχειρηματιών και κάθε λογής λογίων που μας κάνουν αυτά που δεν έχουμε εμεις τα κορίτσια, τσουρέκια.... αραδιάζοντας ένα σωρό ανοησίες και σεντόνια στοιχείων, και μας κοιμίζουν - τόσο ζώα κι εμείς, αντί να ακούμε μουσικούλα για να νυστάξουμε, λυσσάμε να ακούμε παραθυράτους υπευθύνους και ειδικούς και συνδικαλιστές και κάθε μαλάκα που έχει μπάρμπα και κουμπάρο είτε στην Κορώνη είτε στη Ριγίλης είτε στη Χαριλάου Τρικούπη και σε δυο τρία άλλα χωριά....

Αει σιχτίρ βαρέθηκα, θα αρχίσω να βλέπω Τατιάνα, και Χριστίνα, Δρούζα και Ανίτα, που δινουν και συμβουλές ομορφιάς, γιατί απ τη πολλή σκέψη κι ανησυχία για το γύρω μου έχω κάνει κάτι ρυτιδούλες γύρω απ τα μάτια και με βλέπω να καταντώ Χριστίνα η πανάσχημη άμα συνεχίσω να τους παρακολουθώ....

έχω και την εφορία, μα τους θεούς μά το παγκόσμιο πάνθεο δηλαδή, πιο ανοργάνωτη υπηρεσία δεν πρέπει να υπάρχει όχι μονο στον πλανήτη, αλλά ούτε στο Γαλαξία...

κι ερχομαι η αφελής κι αναρωτιέμαι συχνά πυκνά, γιατί δεν πάμε καλά σε τούτο τον τόπο, ΤΩΡΑ που ήρθα σε στενή επαφή με την εφορια μου λύθηκε η απορία....

και στέκω σα μαλάκας στον καθρέφτη και μουτζώνομαι, και δικαιώνω κάτι φίλους που με λέγαν μαλάκα και με μουτζώναν παλιά, όταν δούλευα για τρεις, κι ήξερα τη δουλειά πέντε άλλων μη τυχόν και μείνει κανα κενό στον πελάτη... όχι μόνο μαλάκας ήμουν, αμοιβάδα ήμουν.... ντιπ μυαλό, κι εχανα το μανικιούρ και το κωμμωτήριο, το ζώον κι εκανα απλήρωτα δωδεκάωρα και διάβαζα σαν φυτό φυλλάδια και πληροφορίες, για να εξυπηρετώ άρτια να απαντώ και στην πιο απίθανη ερώτηση, και να ξανά μουτζώνομαι...

ειπα αει σιχτίρ μία? έ άλλη μία...

και έρχεται και λύνεται κι άλλη μια απορία μου, για τα χάλια της παιδείας, για τα χάλια του σύμπαντος Ελληνικού κόσμου μου.... ουστ λεχρίτες όλοι, που υποβιβάζετε τη νοημοσύνη μας μουρμουρίζοντας ηλιθιότητες και μαλακίες και μετά μας ζητάτε να σας προτιμήσουμε, μελώνοντας τα σκατά που μας έχετε προσφέρει με υποσχέσεις για θεσούλες και για κοινωνικό πρόσωπο...

είπα αει σιχτίρ ε? και μια τρίτη να πιάσει


βαριέμαι να σιχτιρίσω και τέταρτη

Χριστίνα Σαββατιανού / 13-04-2004

Υ.Γ. το κομπιούτερ μου αργοπεθαίνει, και αυριο κλείνουν τρία χρόνια που έφυγε η μανούλα μου... (το υστερόγραφο εντελώς μα εντελώς άσχετο με τα προηγούμενα, αλλά έτσι ήθελα να τα πω για να μη με βαραίνουν κι αυτά)

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

6 Απρ 2007

Μου είπαν ψέματα...




Φέτος δεν πήγα στον επιτάφιο, ούτε στους χαιρετισμούς, ούτε στην Ανάσταση θέλω να πάω... και αρνί δε θα φάω, θα προτιμήσω τη σαλάτα... ούτε αυγό κόκκινο θα φάω, θα προτιμήσω απ τα σπασμένα που δεν έβαψα (για το καλό)

Ακούω από παιδί, από δω κι απο κει για το Θείο πάθος, ακούω για τον Χριστό που σήκωσε τις αμαρτίες μας στην πλάτη του, ακούω για τη συγχώρεση, για την αγάπη ακούω τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα πολλά...

Κοιτάω έπειτα ένα γύρο, και βλέπω άλλα, βλέπω πάθη, αμαρτίες, πόνο, φθόνο, απληστία, οργή, θανατηφόρες σκέψεις, θανατηφόρες ουσίες, θανατηφόρες συμπεριφορές... βλέπω το όργιο του τίποτα, και το μηδενισμό της ανθρωπιάς, και σκέφτομαι.... ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΨΕΜΑΤΑ κι εγώ δεν τους πληρώνω το κερί... ούτε τους τραγουδώ...

Θα πάω κατ ευθείαν στο αφεντικό να προσευχηθώ, όχι στην εικόνα, κι αν υπάρχει εκεί κάπου, ίσως με ακούσει χωρίς μεσάζοντες... και δεν θα προσευχηθώ να φύγουν οι αμαρτίες μου, ούτε οι δικές σου...

Θα του ζητήσω να μας δώσει μυαλό, φώτιση, λογική, τις αξίες μας να αποκαταστήσει, τα πάθη μας να ξεθυμάνει, να σταματήσει τους κύκλους του αίματος της ανθρωπότητας ή μήπως ειναι το αιμα της ανθρωπιάς που χύνεται?

θα του ζητήσω χαμόγελα για τα παιδιά, και φαί, και υγεία για τους γέροντες κι αξιοπρέπεια, και για τους νέους σωφροσύνη, και για τους μεσήλικες δύναμη και λογική και ταπεινότητα... Κι ανάσταση πνευματική ψυχική και φυσική θα του ζητήσω... για όλους όσοι θεωρούνται άνθρωποι, και δύναμη πολλή για κείνους τους λίγους που ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ... ναι αυτά θα του ζητήσω....

Αυτό θα κάνω φέτος, θα πάω στο αφεντικό να ζητήσω... γιατί οι άλλοι ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΨΕΜΑΤΑ... κι εγώ θέλω να έχουμε ένα πραγματικά ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

Χριστίνα Σαββατιανού/ 06-04-2007

5 Απρ 2007

Μια υπόσχεση που δεν κράτησες...




Σαν σήμερα, σου έβαψα τα τελευταία αυγά της ζωής σου, τα πασχαλιάτικα, κι ο πόνος σε χαράκωνε, και ματωνε κι εμένα μαζί με την μπογιά που έβαφε κόκκινη ζωηρή...

Μου υποσχέθηκες τότε, πριν τρία χρόνια, ότι θα είσαι εδώ να βάφουμε μαζί τα πασχαλιάτικα αυγά... με γέλασες και ματώνω κάθε τέτοια μέρα πιο πολύ από τις άλλες που δεν είναι μνήμες φορτωμένες... και τα αυγά μοιάζουν πιο πένθιμα από ποτέ.... και δεν μπορώ να κρατήσω εικόνες πιο παλιές χαρούμενες, γιατί ο πόνος σου χάραξε κάθε μου πάσχα ... μου λείπεις μανούλα....

πως γιατρεύεται ο πόνος αυτός?

---------------

Οσοι διαβάσετε τούτο το ποστ, κι εχετε την τύχη οι μανούλες σας να είναι κοντά σας, ρουφήξτε κάθε στιγμή μαζί τους... κι ευχηθείτε τους κι από μένα ΥΓΕΙΑ και ΧΑΡΑ...

(συγχωρείστε μου τη φόρτιση) μέσα στη ζωή είναι κι αυτός ο πόνος.... και δεν μπορώ να τον ομορφύνω, όχι αυτόν.... μόνο να τον μοιραστώ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 05-04-2007

4 Απρ 2007

παράξενο φεγγάρι...




παράξενο φεγγάρι τούτο δω,
έφερε κίνδυνο μεγάλο, και του θανάτου μυρωδιά στη γειτονίτσα μας....
παιδιά μαχαιρώνουν την αγάπη των γονιών τους, σκούζουν εξαρτήσεις φτύνουν τα πάθη της κοινωνίας, και την ανημπόρια της... αργοπεθαίνουν, λυπάμαι....

γονιοί, ματώνουν και σκληραίνουν, και χαράζεται η σκληράδα από το αίμα, μα λένε όχι, μήπως της ζωής την τελευταία ελπίδα αποσώσουν... διστάζω...

κι εγώ θεατής δυστυχής, αδύναμος κοιτώ, τρομάζω, μαριονέτες θέλω να γίνουν, να τους παίξω όπως θέλω εγώ, να διώξω το θόρυβο, τον κίνδυνο, τα πάθη, το αίμα και τη πέτρα... πονάω...

να φτιάξω τούτες τις μέρες, τη γειτονίτσα τη παλιά που θυμάμαι από παιδί, που όλοι μαζί γιορτάζαμε, χωρίς πόνους, χωρίς τα συμπτώματα της φθισικής μας εποχής... και γελάγαμε πολύ, χορεύαμε, κρατιόμασταν χέρι χέρι, νιώθαμε σιγουριά, ασφάλεια - μαζί...

Εσύ πλάστη που μας σκάρωσες, σήκωσε τα λάθη μας έστω για τούτη τη βδομάδα, και πάρε τα νήματα στα χέρια σου, να γινει η γειτονίτσα τούτη όπως παλιά, και τη μέρα της γιορτής χωρίς εφιάλτες να τη βγάλουμε μαζί....

παράξενο φεγγάρι τούτο δω, με τρομάζει... απόψε δεν θα κοιμηθώ, θα του τραγουδάω μήπως και γλυκάνει και ξορκιστεί το κακό...

θα του πετάξω και γιασεμιά που βιάστηκαν να ανθίσουν κι ενα κλαράκι απήγανο να σκιάξει τα παγανά... και θα του τραγουδάω πολύ, όλα τα τραγούδια του κόσμου, μέχρι να το φιλήσει ο ήλιος να μερέψει...

Χριστίνα Σαββατιανού / 03-04-2007

==========================

Διαβάστε κι εδώ....

Εναντίον των υποκαταστάτων

οι ανθρωποθυσίες των ουσιοεξαρτημένων ΙΙ (επανένταξη & πρόληψη)

οι ανθρωποθυσίες των ουσιοεξαρτημένων Ι

Ιδιωτικοποίηση του ΟΚΑΝΑ;

Ναρκωτικά=Θάνατος.mp3 [ένα κοινωνικό μήνυμα του arxediamedia]

28 Μαρ 2007

Εγκλήματα 10 - (Οι λέξεις της artymedia)

ηλιοτρόπιο, πυροτέχνημα, φανάρι, σιτάρι, ξαστεριά, υποκειμενικός



Μέρες τώρα έχει ανήσυχο ύπνο, λίγο η δύσπνοια που τον ταλαιπωρεί, λίγο εκείνοι οι μαλάκες στην εφορία, λίγο που χει να βγει πάνω από τρίμηνο, που να τον συναντήσει ο ύπνος?

Τα τελευταία τρία χρόνια έμπλεξε στο χειρότερο εφιάλτη του, πρακτικά προβλήματα, εκεί που όλη η ζωή και τα σαράντα του χρόνια ήταν ξάστερα με στραφταλιστά πυροτεχνήματα λουσμένα τις νυχτιές και με δροσάτα ηλιοχαμόγελα τις μέρες, να σου οι αλήτες χύπησαν τη πόρτα του...

Την πρώτη φορά ήρθε ο θάνατος, τρόμαξε, έσκασε σαν αποτυχημένο πυροτέχνημα η έλλειψη μέσα του, χάθηκε η αγαπημένη του... Εκείνη που του χάρισε τη ζωή... τον άφησε πίσω με ένα σωρό σκοτεινά θεριά, τα ίδια που της λύγισαν το κορμί και καταδίωξαν την ψυχή της μακριά, πριν την ώρα της... κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει για όσα θα ακολουθούσαν...

Αυτός, πάντα μέσα στα όρια, στις μικρές του αδιακρισίες και στα κέφια του για αταξίες φρόντιζε πάντα να μην πληγώσει, να μην ενοχλήσει, να μην παρανομήσει... Δεν έβλαψε κανέναν που βρισκόταν έξω απ τη δική του αυλή... και μέσα όμως τα άκρα παραμέναν στη γωνιά τους... Δεν τα ξεπέρασε ποτέ, δεν τα χρειαζόταν, αγαπούσε τα απλά, αγαπούσε τις καλημέρες, τα χαμόγελα, τα ηλιοτρόπια που φύτρωναν στην πίσω αυλή... ζούσε για τη ζωή, της κάθε μέρας τα θέλω και τα πρέπει της... "όχι μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις παιδιά, να είμαστε εντάξει πρέπει, αλλιώς θα χάσουμε τα δίκια μας" έτσι έλεγε και στους φίλους του... τότε μόνο έχει νοστιμάδα η ώρα και η μέρα... όταν ζόρίζεσαι και λίγο, όχι μόνο θέλω μα και δίνω... όχι μόνο αρπάζω μα και προσφέρω, κι έτσι πορεύτηκε σαράντα χρόνια, κι ήταν χαρούμενος ευτυχής... δεν του λειψε τίποτα, χωρίς μετριότητα, αλλά με μέτρο...

Και πάνω που πήγε να πάρει μια ανάσα μετά την απώλεια, αφού έβαλε όλα τα παπάκια που κληρονόμησε στη σειρά σαν καλοσπαρμένα στάρια, ήρθε ο δεύτερος επισκέπτης της κρατικοδαίαιτης αιμοβόρας ύαινας αυτή τη φορά, ήταν ένα χαρτί από την εφορία...

Είχαν περάσει δυο χρόνια ήδη, με αγώνες, δικαστήρια, αγωνίες τρεχάματα ένα σκασμό γαμημένο χαρτομάνι που δυσκολευόταν να το βάλει σε τάξη και ήρθαν οι αλήτες να ζητήσουν κερατιάτικα...

Το σπίτι ακόμη το χρώσταγε αλλά το χε βάλει σε τάξη, ρύθμιση του κώλου, αλλά καλύτερα απ τη στέγη της πλατείας, τους χειμώνες... Ενιωθε τυχερός που δεν έτρωγε πολύ, αν και καλοφαγάς, μπορούσε και με μια μπουκιά να ζήσει... έκοψε και το ποτό, δεν φτάναν για τη δόση και για σφηνάκια... έκοψε και το έξω... μόνο η γκόμενα του στάθηκε κοντά, ναναι καλά η αγαπημένη... δε λύγισε... εκεί σκυλί μονάχο και αυτή τον κρατάει κι ας ξέρει λίγα, τον κρατάει κι ας πελαγώνει μαζί του...

Ενας χορός βίαια διακριτικός άρχισε με την εφορία, κάθε μερα του τρίτου χρόνου που περνούσε συνειδητοποιούσε σε τι ακριβώς κόσμο ζούσε... Είδε χίλια δυο πρόσωπά του εκτός εκείνου του ανθρώπινου που χρόνια κουβαλούσε όραμα μέσα του... Αρχισε να καταλαβαίνει, αν και αργά, πως όλη εκείνη η ανθρώπινη φύση η ιδέα περί σωστού και δικαίου που είχε παντιέρα σαράντα χρόνια, ήταν τόσο υποκειμενική όσο και τα νύχια του ή η βρομιά στο σώβρακό του και στις κάλτσες του...

Εμαθε παρ ότι δυσκολεύτηκε, πως όλα όσα λένε για τη γραφειοκρατία, για τους ανύπαρκτους κρατικούς μηχανισμούς, για τους νόμους, και τη τύφλα τους, για τους πολιτικούς, τους δικηγόρους, τους εμπόρους, όχι μόνο ειναι αληθινά, αλλά βίωσε στο πετσί του πλέον ότι είναι τρις χειρότερα από όσα περιστασιακά άκουγε ή μπορούσε να φανταστεί...

Αρχισε να βλέπει πως ο κόσμος που ζει δεν έχει καμμία σχέση με τα ηλιοτρόπια στην πίσω αυλή, αλλά του θύμιζε περισσότερο κατι ιστορίες σε βίπερ που διαβαζε παιδί, που όλοι ήταν ρομποτ, λοβοτομημένοι ανίκανοι, μικρόψυχοι, αν όχι άψυχοι, αδαείς και τεμπέληδες μέχρι θανάτου, τόσο που και δυο γαιδάρων άχυρα με το ζόρι τα χωρίζουν... οι γάιδαροι όπως αποδείχτηκε στην πορεία τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα...

Έτσι πέρασε κι ο τρίτος χρόνος με συνεχή αγώνα... είχε αρχίσει να νιώθει σαν μπαλάκι του τένις που χτυπαγε συνεχως πανω σε τοίχο προπόνησης, το άγχος πράγμα άγνωστό του μέχρι τότε άρχισε να τον επηρεάζει δραστικά, αφού έγινε ειδήμων στα κληρονομικά αστικά και εμπράγματα δίκαια, άρχισε να σκέφτεται το ποινικό...

Τον έλκυε πολύ η ιδέα να καθαρίσει μια για πάντα μερικά ρομποτάκια από κείνα που και με λάδι και χωρίς δεν έλεγαν να πάρουν μπρος και να κανουν τα λίγα που τους τάχτηκαν ως επαγγελματικές υποχρεώσεις, (συνέπεια δεν περίμενε πλέον να συναντήσει, ούτε ευρηματικότητα, ούτε ευελιξία)

Διάβασε από δω διαβασε απο κει, κατέβασε δυο τρεις βιβλιοθήκες νομολογία, παρά το μισοτυφλωμένο μάτι του από το άγχος (το μάτι έβλεπε, αλλά το μυαλό δεν διάβαζε πλέον σωστά αυτό που έβλεπε το ματι)...
Τελείωσε και το ποινικό λοιπόν, έτοιμος για πτυχίο, και για δράση...

Ετοίμασε προσεκτικά τα πάντα, άφησε το χρεωμένο σπίτι στη γκομενίτσα, της αξίζει, με την προυπόθεση να φροντίσει τον πατέρα του... μη μείνει στο δρόμο ο γέροντας... και να μην αφήσει τα ηλιοτρόπια της πίσω αυλής να ξεραθούν...

Ένα καλό ποσό για τον φιλο το δικηγόρο που τονε στήριξε, άλλο ένα ίδιο σε κείνο το ίδρυμα για τα παιδιά με καρκίνο... βιβλία και δίσκους τα χάρισε σε ένα ορφανοτροφείο, και τις μηχανές του σε δυο φίλους που χαν μεράκι για την τέχνη, και κίνησε για τον φίλο το Σταμάτη με το οπλοπωλείο...

θέλω κάτι μικρό Σταμάτη, αθόρυβο, με πολλά βόλια, να τελειώνω μια και καλή με καμποσους... να χουν να σκιάζονται οι υπόλοιποι...

Κάτι μουρμούρισε ο Σταμάτης για άδεια και τα ρέστα, μα η ματιά που του έριξε τον αποθάρρυνε... Είχε στην αποθήκη ένα βρόμικο, αδήλωτο, από έναν αλλοδαπό λαθραίο, του το έδωσε... μαζί με δυο χούφτες σφαιρες... "Δεν το πήρες από μενα" είπε, και του ευχήθηκε καλή τύχη...

Ευχαριστώ αδελφέ, δεν θα σε ξεχάσω... ότι κι αν ακούσεις από δω και πέρα κάνε τον κινέζο δεν με είδες δε με ξέρεις...

Ετσι αρματωμένος με απελπισία και το μικρό αδήλωτο, κίνησε για το δημόσιο ταμείο...

Εφαγε τρεις εκεί, και μετά πήγε και από το υπουργείο, εκεί έφαγε μόνον δύο, το τελευταίο βόλι το φύλαξε για τον εαυτό του... και ήξερε δεν θα πονούσε όχι περισσότερο από ότι πονεσε τρία χρόνια τώρα, δεν αδίκησε κανέναν περισσότερο απ ότι τον αδίκησαν... απλά έδωσε ένα μάθημα συνέπειας σε όλους όσους αδιάφορα ρουφούσαν... Στάθηκε τυχερός που η κίνησε βοήθησε την αστυνομία να αργήσει, κι ετσι ξεψύχησε εκεί στα σκαλιά του υπουργείου, δίπλα στο φανάρι, με ενα σωρό περίεργους να μουρμουρίζουν τρομαγμένοι ενα γύρο... χαμογελούσε ευτυχισμένα, κι ένα ηλιοτρόπιο έσκαγε το μουτράκι του απ τη μέσα τσέπη του σακκακιού του...

Το σημείωμα που βρήκε η αστυνομία πάνω του έλεγε " ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΔΕΝ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΚΩΛΟΧΑΡΤΑ... ΣΥΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑ ΣΑΝ ΕΣΑΣ, ΗΜΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΑΣ ΕΦΤΑΣΕ, ΔΕΝ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΑΡΚΕΤΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΕ ΣΕΒΑΣΤΕΙΤΕ, ΔΕΝ ΣΑΣ ΑΠΕΙΛΗΣΕ ΑΡΚΕΤΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΔΕΙΞΕΤΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΕΓΩ ΕΔΕΙΞΑ ΣΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΑΣ... ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΠΗΡΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ... ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ"

Οι εφημερίδες έγραψαν για εναν ανθρωπο που ειχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα για εναν παράφρονα, εναν μανιακό... δεν ειπε κανεις πως αγαπούσε τα ηλιοτρόπια, και σεβάστηκε και νόμους κι ανθρώπους σαράντα χρόνια με κάθε του πράξη και σκέψη με όλη του τη ζωή... δεν αναφέρθηκε κανείς στην ανεπάρκεια των μηχανισμών που σαλέψαν το μυαλό του, ούτε στους υπαλλήλους με τα άδεια μυαλά και τα κουρνισμένα κεφαλια που τον ταλαιπώρησαν, ουτε για την άνομη αρνησή τους να του αποδώσουν τα δίκαια και νόμιμα...
Ηταν απλα ενας ακόμη τρελλός που έφτασε στα άκρα... κι ας ήταν τα άκρα του ακόμη στη γωνιά τους μεσα απ την πόρτα του κήπου....

Από τότε οι υπάλληλοι των δημοσίων ταμείων και του υπουργείου, φυλάγονται, δουλεύουν με μεράκι ενημερώνονται, θυμίζουν ανθρώπους όχι ρομποτ κακολαδωμένα... Από τότε όλοι κοιτάζουν πίσω τους ανήσυχοι μήπως ο επόμενος στη σειρά έχει Ηλιοτρόπιο στην μέσα τσέπη του μπουφάν...

Η γκομενίτσα φροντίζει ακόμη τα ηλιοτρόπια... κι ο γέροντας πατέρας χαμογελάει μεσα από το κεφάλι που θυμάται μόνο τα παλιά πια...

Μια φωτογραφία του σαπίζει σε ένα συρτάρι μαζί με το Ηλιοτρόπιο που είχε στην τσέπη και λιγους σπόρους σιταριού από το τελευταιο μνημόσυνο...

Ο Σταμάτης έκλαψε πολύ.... μα δεν τόλμησε να μιλήσει... ποτέ...

Το επόμενο πρωί ξύπνησε ιδρωμένος, και τρομαγμένος, είχε περάσει τα όρια... και το χάρηκε... Αλλά όχι δεν θα το αφήσω να γίνει... θα παλέψω κι άλλο μέχρι να δουν το δίκαιο και το σωστό... όσο χρειαστεί κι ας με σκοτώσει αυτή η πάλη.....

Ήταν μονάχα ένα όνειρο της δύσπνοης νύχτας του...

Χριστίνα Σαββατιανού / 28-03-2007

Υ.Γ. οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι επειδή τίποτα σε τούτη τη ζωή δεν είναι αυστηρά προσωπικό... ίσως αυτό βοηθήσει λίγο σαν διαπίστωση όσους σκοπεύουν να "πάρουν τα όπλα" και να το παλαίψουν αλλιώς...

η υποφαινόμενη συνεχίζει να πιστεύει ότι το δικιο αργά ή γρήγορα το βρίσκουμε ακόμη και στους καιρούς μας... ακρεί να θυμόμαστε και τις υποχρεώσεις όχι μόνο τα δικαιώματα μας....

26 Μαρ 2007

Ο Παράδεισός σου Φταίει....




Με αμφίβολα βήματα πορεύεσαι, κάνεις λάθη, ξανακάνεις, και κείνοι γελούν, σε προτρέπουν σε νέα λάθη, διψούν για τα λάθη σου, διψούν για τη ζωή σου που καταστρέφεται...

Βλέπεις φτωχέ το τυρί, τη φάκα μόνο τη νιώθεις σε κάθε μπουκιά, πικραίνει ο ουρανίσκος, βαθαίνει ο πόνος της λάμας τους, μα εσύ τυράκι να χεις και χαλάλι ο πόνος...

Χρεώνεις τις μέρες σου ξεθωριασμένα και σκουριασμένα όνειρα, ελπίδες που σε οθόνες μόνο στολίζουν τις ζωές, το ψέμα τους σε θέλγει, μοχθείς για το αύριο, το δικό σου, των παιδιών σου, και σιωπάς, καταπίνεις, τυράκι να χεις και χαλάλι ο μόχθος...

Εκείνοι χασκογελάνε, μιλούν για αίμα και γελάνε, μιλούν για πόνο, για θάνατο, και γελάνε, ναι γελάνε γιατί για το δικό σου αίμα μιλούν, τον δικό σου πόνο και το δικό σου θάνατο... Μιλούν για πολέμους και για παράπλευρες απώλειες για ζωές και χαμογελούν φιλάρεσκα στο φακό... για τις δικές μας ζωές μιλούν φτωχέ... Με οργίζουν, με οργίζεις...

Και εσύ μοχθείς ξανά, υποθηκεύεις το είναι σου σε μια ελπίδα απέλπιδη, σε ένα ψέμα πάνω, στο ψέμα τους... τυράκι να χουμε και αυριο θα φάμε και χαβιάρι λες, κι υποθηκεύεις κι άλλη μια μέρα, άλλη μια ανάσα... ΞΥΠΝΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Έντεχνα, μελετημένα, με τρόπους αιώνες δοκιμασμένους, σε δυναστεύουν, σε χειραγωγούν, σου δίνουν εικόνες αλλόκοσμες και συ τσιμπάς, τυράκι να χεις κι όλα καλά... υποκύπτεις, σιωπάς, δεν πολεμάς, μόνο μοχθείς...

Σου στερούν τη γνώση, την μνήμη την ιστορική, τη γλώσσα την έκφραση, την ευαισθησία, τις αξίες, γιατί τους βολεύει, χωρίς αυτά δεν αντιδράς, δεν πολεμάς, είναι ασφαλείς, δεν σε φοβούνται...

Κι αν λάχει και στα νιάτα σου ανυπότακτος φανείς, σου ρίχνουν σκόνες άσπρες και χάπια πολύχρωμα και σαπίζουν το μυαλό σου, αντίσταση να μη σου μείνει, κι αν τύχει και ξεφύγεις κι από αυτά, τότε σου υπόσχονται θέσεις κοντά τους, σε κάνουν ΔΗΘΕΝ όμοιό τους κι εσύ τσιμπάς, και κορδώνεσαι και καμαρώνεις τη ΔΗΘΕΝ επιτυχία σου, τους νίκησες έγινες σαν κι αυτούς, είσαι σπουδαίος πια, έχεις δύναμη, εξουσία, χά! και συντηρείς τη φάκα πειθήνια υπάκουα, καλολαδωμένος και ανύμπορος να αρθρώσεις οτιδήποτε άλλο εκτός από ένα ναι, ή ένα δεν μπορώ να σχολιάσω...

Θρηνώ απόψε όλα εκείνα που έμαθα παιδί, όλα εκείνα που θυσιάζεις για το τυράκι σου, τις υποθήκες της μέρας και της ύπαρξής σου φτωχέ, θρηνώ για τα ιδανικά, θρηνώ για τις ιδέες και τους αγώνες που ΔΗΘΕΝ κερδήθηκαν με αίμα... τους βολεψες πολύ φτωχέ μεσα στους αιώνες... και τους βολεύεις ακόμη, κι εκείνοι πίνουν το αίμα πιο λαίμαργα και χλευάζουν πιο διψασμένοι από ποτέ, πιο αδίστακτοι από ποτέ... ΜΕ ΦΟΒΙΖΟΥΝ...

Σκέφτομαι τελικά πως φταίει ο παράδεισος κι εκείνο το καταραμένο το μήλο που δάγκωσες άπληστα στήνοντας ο ίδιος την απαρχή της φάκας που χρόνια σε δυναστεύει...

Αυτό ειναι! Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣ΄ΟΣ ΣΟΥ ΦΤΑΙΕΙ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 26-03-2007

24 Μαρ 2007

Συμπτώσεις...



Καθώς κατηφόριζα το πλακόστρωτο σοκκάκι στο δρόμο της φυγής μου, το πιτσιρίκι που βολτάριζε εκεί γύρω, μου χτυπησε το κουδουνάκι απ το ποδήλατο... Γύρισα να δω, ο ήλιος ανάμεσα σε στάλες χοντρες βροχής μοιάζει με κωνσταντινάτο πια και η ομπρέλα μου η ριγέ μπαζει στις ραφές... Ένας ζητιάνος παραδίπλα, ψαχουλεύει στη σακκούλα με τα φυστίκια και βρίσκει ενα κουκούτσι από ροδάκινο μου το πετάει.... Καθώς σκύβω να το αποφύγω ένας κεραυνός απ το πουθενά ερχεται να συναντήσει τον κορμό του δέντρου δίπλα μου.... Σφυρίζω με θαυμασμό για την τύχη μου, μια στιγμή αργότερα αν εσκυβα θα ειχε βρει εμένα... υπάρχει Θεός σκέφτομαι ή απλά είμαι τυχερή... Το πιτσιρίκι ανοίγει τα χέρια και μου φωνάζει, "κοίτα είμαι αετόπουλο! πετάω!" και με ενα σάλτο φευγει πανω απ το ποδήλατο και σκαει στις πλακες... Εκεί δίπλα στα φούλια που με είχαν μεθύσει πριν λιγες στιγμές...
Παω κοντά του και το αγκαλιάζω - δεν εχει τίποτα αλλά του τραγουδώ τραγούδια παιδικά να το ησυχάσω απ το φόβο... Πρώτα δυνάμωσε τα φτερά σου μικρό πουλάκι και μετά σαλτάρισε απ το ποδήλατο... τοτε θα πετάς....
Ενας διαβάτης που χε κι αυτός κοντοσταθεί, κρυφοκοίταζε, θαρρεις και φοβόταν τον ήλιο και τη βροχή....ή τον τρόμαξε η ζωή;;;
Καθώς ο κόσμος επαιρνε και πάλι το σχήμα του το γνωστό, το τακ τακ απ το ξύλινο ποδάρι του ζητιάνου συντρόφεψε τη σκεψη μου σε άλλο τόπο σε άλλη εποχή.... θυμάμαι... Πήρα τη ριγέ μου ομπρέλα που την εσπασε πριν λίγο ενα κλαδί καμένο που έπεσε απ' το δεντρο και έφυγα σιγοσφυρίζοντας εναν χαρούμενο σκοπό που μου τραγούδαγε η μανα μου οταν ημουν παιδί... θυμάμαι.......

Χριστίνα Σαββατιανού / 13-04-2006

21 Μαρ 2007

μπα σε καλό μου απόψε...



με μια δυο λέξεις παγώνει η ώρα
με δυο στίχους γιομίζει το τώρα
χαρτι παλιό που ταξιδεύει,
μέσα σε πίξελς και κοροϊδεύει
φτύνει τις μέρες μέσα στις λέξεις
γεμίζει ώρες με άδειες σκέψεις
πετρωνει σκίζει χλευάζει γνέφει
μικρά σπουδαία τα καταστραστρέφει

είναι το τώρα της κάθε μέρας,
είναι ο κακός τους πηχτός αέρας
μας τον ποτίζουν φαρμάκι σκέτο
μας φυλακίζουν σε ένα πακέτο
με θέσεις χρήμα και συνουσία
ξεχνάμε ότι κι αν έχει λίγη αξία

θυμώνω κάθε που τους ακούω
θυμώνω κι όταν τους παρακούω
φοβάμαι πάντα μήπως με βρούνε
και με εξοντώσουν για να κρυφτούνε
λέω ας πάνε να γαμηθούνε
δεν τους αφήνω παιχνίδια παίζω
τους παριστάνω τον γιαπωνέζο

"ο αποψινός ειναι μαϊστρος κατά πως φαίνεται κι όχι οίστρος αλλά μια και εκτίθεμαι δε βαριέσαι... "

Καλό ξημέρωμα

Χριστίνα Σαββατιανού / 21-03-2007

20 Μαρ 2007

ΓΙΑΤΙ;;; (από τα παλιά)





Κόσμοι όμορφοι, πλασμένοι από γυαλί και πρόστυχους ήχους με στοιχιώνουν.

Ζητάω βοήθεια μέσα από βαθειά σκουρόχρωμα νερά, για ν΄ αποφύγω τα κοφτερά σαγόνια των σαρκοφάγων που έρπουν ύπουλα και απειλητικά όλο και πιό κοντά μου.

Χρώματα που χάνουν την υφή τους και κείνο το κρυφό τους νόημα, μπερδεύουν τις κινήσεις, τις πράξεις μου.

Παράξενες φιγούρες με προσπερνούν και κοροϊδευτικά κοιτούν τις αδυναμίες και τους φόβους μου.

Θόρυβος δυνατός έρχεται να ταράξει τις ησυχασμένες σκέψεις μου. Με κόπο πολύ φυλάω τα μάτια, μην με τυφλώσουν οι γλοιώδεις αστραπές τούτης της μακάβριας καταιγίδας που ξεσπά ξανά και ξανά στον ρυτιδιασμένο απ΄ τα γιατί, ουρανό μου.

Κουράζει η ζωή, είναι αλήθεια και η κούραση ετούτη με τρομάζει.

Χαμένα χρόνια, χαμένοι κόποι χωρίς χαμόγελα και ευτυχίες, αγάπες απατηλές, ψεύτικες περνούν σαν ταινία από μπροστά μου και καίνε τα μάτια σε φλόγες από ματαιότητα και μοναξιά φτιαγμένες.

Άραγε θ΄ αποκτήσω ποτέ κάτι περισσότερο από αναμνήσεις και χαμένα όνειρα;

Οι καρδιές γιατί είναι τόσο άδειες και δισταχτικές;

«Πρέπει να φιλιώσεις με τον εαυτό σου», μου είπαν κάποιοι. Μα ποιά είναι η φιλία θαρρώ πως δεν γνωρίζω, και δύσκολα θα βρώ εκείνο που τη θωριά του δεν την ξέρω.

Κάποιες υποψίες της μορφής αυτής έχω μονάχα, μα ίσως είναι κι αυτές ψεύτικες κι απατηλές.

Δεν ξέρω. Λύτρωση στο σκοτάδι δεν μπορώ να βρώ. Το φώς πάλι είναι τόσο μακρινό που να το φτάσω δεν μπορώ.

Κάπου κάπου, μια αχτιδίτσα ελπίδας έρχεται να ταράξει την τόσο εύθραυστη κι επικίνδυνη ισορροπία μου. Αυτή η μικρούλα αχτίδα έρχεται και φεύγει, παίζει τρελλά παιχνίδια με τις αισθήσεις και στέλνει ηδονικά μυνήματα στο κορμί μου. Τρελλός και ξέφρενος χορός αρχίζει. Χορευτές όλες οι ίνες, όλα τα κύτταρα, όλο το είναι μου.

Θέλω να ζήσω και δεν μ΄ αφήνουν.

Θέλω ν΄ αγαπήσω και παγώνουν την καρδιά μου.

Θέλω να φωνάξω και φυλακίζουν την φωνή μου.

Θέλω να χορέψω και αλυσοδένουν τα πόδια μου.

Θέλω να νιώσω και κόβουν κομμάτια τα αισθήματά μου να μην τα βάλω σε τάξη.

Θέλω ν΄ αγγίξω και σχίζουν τα χέρια μου.

Θέλω να χαρώ και ληστεύουν τα χαμόγελά μου.

Θέλω ν΄ αγαπηθώ και με καταδικάζουν σε μοναξιά.

Θέλω να δημιουργήσω και μου στερούν τις ευκαιρίες θυσία στους τύπους.

Θέλω να κλάψω και μου στεγνώνουν το δάκρυ.

Θέλω να γεννήσω και το κορμί μου στέρφο κάνουν.

Θέλω να πετάξω και κλέβουν καψαλίζουν τα φτερά μου.

Θέλω να φύγω απ΄ εδώ κι όλες οι πόρτες μου κλειστές.

Θέλω να θέλω και μου στερούν τη βούληση με νόμους.

Θέλω να σκεφτώ και τις ιδέες μου απομονώνουν αντιγράφουν.

Θέλω να γράψω και μου τελειώνουν το χαρτί μου.



HΘΕΛΑ ΝΑ ΓΡAΨΩ ΚΙ ΑΛΛΑ, ΑΛΛΑ ΜΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ ΤΟ ΧΡΌΝΟ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ;

Χριστίνα Σαββατιανού / 1986

Υ.Γ. το παραπάνω κείμενο έχει καταχωρηθεί κατά λάθος σε δύο δικτυακούς τόπους σε άλλο όνομα και το είδα σήμερα... να προσέχετε ιδιαίτερα στις ιδιότητες των κειμένων κατά την αποθήκευση να αναγράφεται το όνομά σας, όσοι γράφετε και στέλνετε κείμενά σας σε αρχεία του word από διάφορους υπολογιστές, για να αποφεύγονται τέτοια λάθη... ή και απώλεια πνευματικής σας εργασίας

19 Μαρ 2007

Για τον φίλο μου τον Αshur



Νότες παλιές ξαναφέρνουν στη μνήμη του λουλουδιασμένα της νιότης χαμόγελα,
Είκοσι χρόνια έρωτας ριζωμένος σε ψυχή διψασμένη... Τη ζει στης κάθε μέρας το ξημέρωμα την αγκαλιάζει στης κάθε νύχτας το χαλάρωμα...

Το ανεκπλήρωτο όνειρο της νιότης του, το χαμόγελό της, μια ζωή μαζί της, κυλάει σαν αίμα στις μεσήλικες φλέβες του, δεν μπορεί να την αφήσει, δεν μπόρεσε ποτέ, είκοσι χρόνια τώρα, έφυγε, έχτισε τη ζωή του αλλού, αλλά εκείνη μέσα του πάντα, την κουβαλάει φτιάχνει ζεστές εικόνες μέσα του τους χειμώνες και δροσερά λιμάνια τα καλοκαίρια... ξαποσταίνει στη σκέψη της...

Η θύμησή της έντονη, δεν την αφήνει να ξεθωριάσει... την ακούει, την βλέπει την αφουγκράζεται, είναι πάντα μερικά βήματα κοντά, μετρα χιλιάδες μακριά, της γράφει ιστορίες, ζει μέσα τους όλα εκείνα που δεν τόλμησε ποτέ να πει... την αγγίζει της προσφέρει την απολαμβάνει σε κάθε στίχο σε κάθε λέξη σε κάθε γράμμα...

Η ζωή του γίνεται ένα με το χαμόγελο το παιδιακίσιο της κάθε που κοιτάζει τα παιδιά του, ονειρεύεται ότι είναι και δικά της... και η ψυχή του αλαργεύει, εκεί στην Ελλάδα τότε που σπούδαζε, τότε που το χαμόγελο της του κανε συντροφιά, τότε που παιδούλα ατίθαση σκανδαλιές σκάρωνε και μοίραζε ένα γύρο... κι αυτός σιωπή, δεν μίλησε ποτέ... σφάλισε την καρδιά του κι έφυγε....

Κάθε που κοιτάζει το σπίτι που φτιαξε, θαρρεί πως ειν το χέρι της που το στόλισε κι ανασαίνει ανακουφισμένος, κάθε που ακούει νότες και λόγια ερωτευμένα, νιώθει πως ειναι εκείνης λόγια για κείνο που δεν έζησε μαζί της, για κείνο το όνειρό του που δεν τόλμησε στης μέρας την ποδιά να το απιθώσει...

Δεν της μίλησε ποτέ, στάθηκε φίλος πιστός, είκοσι χρόνια τώρα...
μόνο στα όνειρά του την αγκάλιασε μόνο στα όνειρά του τον ερωτεύτηκε... μόνο στα όνειρά του ζει μαζί της, κι αυτή η ζωή του ειναι η πιο πραγματική... η πιο αγαπημένη

Μούσα και έμπνευση, αποκούμπι και ελπίδα του είκοσι χρόνια τώρα, κι άλλα τόσα αν χρειαστεί.. Δεν θα τη διώξει ποτέ απ την καρδιά του, κι η σκέψη του παραδομένη θα ναι όσο ζει σε κείνο το λαμπρό χαμόγελο εκείνο που θυμάται, εκείνο που δεν ξεθωριάζει εκείνο που αγαπά....

Τι ναναι εκείνο που τους έρωτες της νιότης τους ανεκπλήρωτους κρατάει πάντα ζωντανούς?

Χριστίνα Σαββατιανού / 19-03-2007

18 Μαρ 2007

Λέξεις χωρίς σκοπό



διάφανη απόψε η ματιά σου, διάφανη κι η ψυχή... κι ο κόσμος από τσίτι αραχνοϋφαντο φτιαγμένος

κάψε τα βιβλία με τα λόγια τα σπουδαία, φτύσε τις προκατασκευασμένες ιδέες που σε ποτίσαν, όλες εκείνες τις δικαιολογίες που σε κάνουν να αδρανείς πέταξε, κι έλα να ανακαλύψουμε τον κόσμο απ την αρχή...

να γίνουμε φιλόσοφοι, θεοί, κι ανθρώποι, να γίνουμε παιδιά και ζώα και δέντρα, να ενωθούμε με της γης και του ουρανού τα θαύματα...

φύγε απ το βόλεμα και έλα να ζήσεις κι εσύ...

θυμήσου, η ευτυχία δεν είναι στα πολλά, αλλά σε κείνα που αξία μοναδική έχουν... κι είναι τόσο λίγα! μια κουβέντα, μια ματιά, δυο τρεις λέξεις ένας ήχος κι ενα χρώμα...

όλα διάφανα απόψε... κι η ζωή απλή... παιδικό τραγούδι μοιάζει από γραμμόφωνο παιγμένο...

ξεβολέψου μην αργείς... θα ξημερώσει...


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

Τρεισίμιση λεπτά....




Τρεισίμιση λεπτά δημοσιότητας... αναγνώριση, ευκαιρία να κάνει εντύπωση! ευκαιρία να μιλήσει...

Μετά σιωπή, κλείνει η κουρτίνα και μένει εκεί, μόνος, με την αναμασημένη ιδέα που του φορτώσαν, τοτε που ήταν παιδί... με αυτή που μυρηκάζει σαράντα χρόνια τώρα...

Τρεισίμιση λεπτά ήταν σπουδαίος, τον βλέπαν όλοι, ξεστόμισε μια θορυβώδικη γνώμη, μαζί με τους υπόλοιπους που αλυχτούσαν σαν μανιασμένα σκυλιά, αν τον άκουσε κάποιος θα νιώσει καλά...

τρεισίμιση λεπτά, όλη η ζωή του...

Σκέψεις που σκούριασαν απ της αναμονής την υγρασία, καλοραμένα ρούχα που τσαλακώθηκαν μέσα στα χρόνια, και λίγη πούδρα να μη γυαλίζει ο ιδρώτας, όλη η ζωή για αυτά τα τρεισίμιση λεπτά...

Πόσο λίγα ήταν τελικά....

Μόνο τρεισίμιση λεπτά... κι όμως χώρεσε μέσα τους, πόσο μικρός ήταν!


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

17 Μαρ 2007

Νυχτας απορίες...

Όταν ξεφτίζει η ψευδαίσθηση, αρχίζει η ζωή...
μαζί της φέρνει όλα εκείνα που αρνούμαι να κοιτάζω, γιατί με πονούν, μαζί της φέρνει όλα εκείνα που με κάνουν να φωνάζω, γιατί με βαραίνουν...

Όταν τελειώνει το παραμύθι που έπλασα, μένει η μέρα στεγνή, γυμνή... Κοιτάζω και φοβάμαι, δεν μιλώ, λουφάζω και κοιτώ...

Τότε είναι που τα μάτια δακρύζουν, γιατί βλέπουν τα αληθινά χρώματα κι όχι εκείνα που η σκέψη μου ορίζει... κι η ψυχή σκίζεται απ το θόρυβό τους, κομμάτια ανύπαρκτα, σε παζλ που χλευάζει γίνεται...

Τότε παύω να ερωτεύομαι, τότε αρχίζει η οργή, και η φωνή από χαδιάρα γίνεται κραυγή, και το χέρι από τρυφερό γίνεται γροθιά... να σπάσει το γυάλινο τείχος ποθεί, μα η δύναμη λίγη, η ελπίδα λιπόθυμη...

Όταν η αυταπάτη γκρεμίζεται, αρχίζει η μέρα, η μέρα που μου ορίσανε, εκείνοι που δεν διάλεξα... η μέρα που δεν έχει ουρανό, τον κρύβει το τσιμέντο και το γυαλί τους, η μέρα που δεν έχει άνοιξη γιατί τα λουλούδια γίνηκαν θεμέλια για τα όμορφα σπίτια τους στα δάση που μου δίναν κάποτε αέρα κι όνειρα, και χώρο να παίζω...

και τότε ο έρωτας γίνεται ακίδα στην καρδιά, και κείνη η παιδική ιδέα ότι με όλα είμαι ερωτευμένη γίνεται αστεία, πως να ερωτευτώ την ασχήμια;...

Όταν τα χέρια ροζιάζουν απ το μόχθο και τον κόπο, κι όταν το σώμα το σκάβει ο ιδρώτας, ποια μάτια είναι εκείνα που θα δούνε πίσω απ το ψέμα τούτο που μας κερνάνε την ομορφιά που λουφάζει τρομαγμένη;

Που είναι κρυμμένα τα παιδιά, θυμάμαι τη γειτονιά παλιά, λαλίτσες και γελάκια ήταν γεμάτη, σαν σπουργίτια και αηδόνια κελαηδούσαν... τώρα σιωπή, και θόρυβος, όχι γέλια, όχι λαλίτσες, κι η καλημέρα κουρνιάζει στα χείλη των τρελλών, τώρα τα παιδιά τα φυλακίσαν πίσω από οθόνες και μεσα σε τσιμεντένιους διαδρόμους παίζουν σκοινάκι... φυλακίζουν τη νιότη... την ελπίδα μας, φυλακίζουν το αύριο το δικό μας, το δικό τους... κι εγώ, εσύ, κοιτάζουμε, σιωπούμε, ακολουθούμε... πες μου τι να ερωτευτώ; τα σταχτιά τους μάτια, και τα κιτρινισμένα μάγουλα; τη σιωπή μου; την αδράνειά μας; τι να ερωτευτώ που να εμπνέει; τι θα ζωντανέψει τα όνειρα;

Τι να ερωτευτώ, με τι καρδιάς απομεινάρι, που μου κλέβουν τον κόσμο μου μέρα τη μέρα, σταγόνα τη σταγόνα; που ορίζουν το συναίσθημά μου το ρυθμίζουν σε φόβο μόνο να πλησιάζει, σε αγωνία, σε αγώνα σε λειψή ελπίδα για ένα τώρα τόσο φτωχό και αδέξιο, και για ένα αύριο τόσο μα τόσο άχρωμο... πες μου πως να ερωτευτώ;

Τι να ερωτευτώ; και πως να συνεχίσουν οι λέξεις να αναβλύζουν; να αγγίζουν; πως;

Εσεις οι νέοι τι ερωτεύεστε;

Χριστίνα Σαββατιανού / 15-03-2007

16 Μαρ 2007

"ΠΑΡΕ ΜΕ"




Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.



Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες...

Χριστίνα Σαββατιανού

15 Μαρ 2007

Μικρά ασυλόγιστα ταξίδια... (παραληρήματα στης νύχτας τις άκρες)

Ο πρίγκιπας σκόνταψε στου λουλουδιού το αγκάθι και τσακίστηκε ανάμεσα σε βρώμικες σελίδες που ξεψύχησαν δίπλα στη φωτιά δυο ματιών που γλάρωσαν απ' της ανάγνωσης την λησμονιά.. Πρίγκιπα να σου βάλω ιώδιο;

Κηδέψανε της νιότης ένα λουλούδι και έναν πρίγκιπα που ήξερε εκείνη, καλό ταξίδι λουλούδι, καλό σου ύπνο πρίγκιπα...

Και ένα τραίνο να τρέχει να κρυφτεί μην περάσουν τον καπνό του για λέξεις και το σκοτώσουν πριν μεγαλώσει...

Εμπρός και στο χορό της φλόγας με το νταούλι και δυο εικόνες που τις κάνει αγίες μια μαζική υστερία κάτι σαν τις λέξεις μου απόψε, και με κάλπικες δεκάρες περασμένες σε κλωστή να κουδουνίζουν κάλπικες νότες

Να χαζεύουν μέσα σε σχήματα κακής γεωμετρίας στραβές διατάξεις δήθεν ζωής και πρώιμα χαμένα νιάτα

Τα όνειρα ξεχάστηκαν και πνίγηκαν στης μέρας το πηχτό ζουμί.. έφτυσε πάλι η ζωή και βγήκαμε εμείς, εμείς που ενδίδουμε στης φύσης τα τερτίπια και σε κείνα τα μικρά φλογισμένα ταξίδια που η φαντασία τα έκανε λέξεις και οράματα γυάλινα θαμπά

Δίνω κλωτσιά στην ψεύτικη εικόνα μου και αφήνω εκείνη την άλλη τη λιγνή και χαμογελαστή να τρέξει να ακαλιάσει θύελλες και καταιγίδες.. Μικρή δροσιά στα χέρια μου και δυο μικρές ακίδες από κείνο το λουλούδι που του στέρησα τη ζωή τα μαλλιά μου να στολίσω.. ακόμα το αγαπώ

Ένας γέρος λειψός βαρκάρης στάθηκε για λίγο στο καρνάγιο... θυμήθηκε στης νιότης του τη γλύκα τότε που τα χέρια ατσάλι κι η καρδιά λεύτερη όξω απ'το σώμα ταξίδευε και καλωσόριζε τον πουνέντε στα λευκά πανιά... θυμήθηκε εκείνη τη φυσαρμόνικα που ζωγράφιζε στο κύμα τα μάτια της αγάπης του και τώρα στέκει σκουριασμένη στο τσεπάκι του τριμμένου απ το κύμα γιλέκου... θυμήθηκε και δάκρυσε...

O δυόσμος γέμισε χνούδι από το ξεφτισμένο χρωματιστό κορδελάκι των μαλλιών της... έτσι κλεισμένος στο κουτί της μνήμης της θολής που μοιάζει με τη λήθη... άραγε τι χρώμα να'χει τώρα ο ουρανός; θυμάμαι το γαλάζιο σαν έσμιγε με της νυχτιάς τη δροσερή ανάσα πως γινόταν ροδαλό... θαρρείς ντρεπόταν απ'το σμίξιμο... τα δευτερόλεπτα κάναν τη νύχτα αρχόντισσα και το γαλάζιο όνειρο της μέρας... ο ανθός της λεμονιάς δίπλα του το κοίταξε κι έδωσε μια ανάσα από το πιο γλυκό του άρωμα το τελευταίο... αφέθηκε να ταξιδέψει... να δεθεί κι αυτός μέσα στα χνούδια και στα ξέφτια... μήπως ήταν της καρδιάς μου;

Τούτος ο πόλεμος ζωή χαρίζει και αθάνατο νερό ποτίζει τις στρατιές που τον υπηρετούν, μην πάψει η ψυχή να ανασταίνεται, να συνεχίσουν οι πεθυμιές να αποπλανούνται, να θεριέψουν τα όνειρα να ταξιδεύουν με του καπνού τις γιρλάντες και να χορεύουν τα χαμόγελα....

Ναι κοίτα, σαϊτιές κεντάνε το νερό... μικρές παιχνιδιάρικες φιγούρες με φλογισμένα μάτια ξεπροβάλουν, είναι της ζωής τα παιχνιδίσματα που ξεγλιστρούν μαζί του.... πόσο χαζή ήμουν όταν στεκόμουν στο σκοτάδι...όμως η ανάσα μου με οδήγησε στην άφεση... Ξεκόλλησα μια μέρα με μια ανάσα βαθιά κι αντί να πνιγώ ταξίδεψα... κι από τότε στο δρόμο μου φλόγες και μυρωδιές ευχάριστες συναντώ σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι. Κοίτα το φως, ναι πάντα σε οδηγεί αν δεν φοβηθείς στα μάτια να το βάλεις

Τα ταξίδια είναι μικρά, τα βήματα μεγάλα... τρέχει η ψυχή πιο γρήγορα με την ανάσα της χαράς παρέα, και τα τραγούδια την ακολουθούν και μπλέκονται στα ξέπλεκα μαλλιά της σαν μαγιάτικα κρίνα, μοσχοβολιές στον άνεμο σκορπώντας... κι εκείνη η φλογίτσα θεριεύει και χάνεται χωρίς να νοιάζεται για λογική.... απλά παιχνιδίζει με ορμή και τρυφεράδα κι όλες τις ίνες αγγίζει κείνες τις κρυφές....

Αλαργεύει ο φόβος πιο πολύ, στης προσμονής την σκέψη, και μέσα στις φυλλωσιές τρεμοπαίζει η ροδιά με του πάθους το φόρεμα ντυμένη και ξεγελάει ένα αγριοπούλι και του κλέβει μια ματιά.... Το τσιγάρο διέλυσε τη θολή καλημέρα και ο καπνός ανέβασε την ψυχή κοντά σε κείνο το βροχοσύννεφο, να πάνε μια βόλτα μαζί να πιουν και να μεθύσουν με τις στάλες και να ξεχαστούν στου όνειρου το διάβα το πολύχρωμο Ξημέρωσε ξανά και ο καπνός στάθηκε στης καλημέρας το κατώφλι να πάρει μιαν ανάσα ήρθε η ώρα του ονείρου μου

Πάλι σε μιαν ακτή ξέμεινα να κοιτάζω τον αφρό που τρεμοπαίζει και μου κλείνει το μάτι... Πιστή κι εγώ στην ακτή μου ξέχασα να πετάξω... Τα αστέρια έμαθα να μετρώ και να αναπολώ... Μα σαν εκείνη η φλόγα μέσα μου θεριεύει χείμαρρος γίνομαι κι ενώνομαι με της θάλασσας την απεραντοσύνη, ταξίδι πάνω στου βοριά το φύσημα αρχινώ και την ψυχή μου καθαρίζω πάλι και πάλι με του χαμόγελου το γάργαρο τραγούδι κι αν ξεχαστώ είναι το όνειρο που με ξυπνά και πίσω να ξεμείνω δεν με αφήνει

Χορδές τεντωμένες οι αισθήσεις να πιάσουν αναζητούν ν' αγγιξουν το άπειρο... Το χρώμα του φιλιού μαβί σαν μούρο μεστό, όχι η ζωή δεν έχει αρχή και τέλος μόνο να ζει ξέρει να πηγαίνει... Είναι παντού η φωτιά εκεί που πέφτει η ματιά σου και ο καπνός της οδηγός γίνεται για τις λέξεις που γεννιούνται εδώ, κι υψώνουν δειλά το πρόσωπο τους στον ήλιο των ματιών σου και προσμένουν μ' αγωνία το επόμενο χαμόγελο σου...

Το φεγγάρι κυλίστηκε σε ξεραμένα φύλλα και σε ανθισμένα χαμομήλια ανάμεσα...Μάδησε μαργαρίτες να του πουν αν το αγαπώ... Ο άνεμος δεν του ψιθύρισε αλήθειες και έκρυψε την φωτιά μου από τα μάτια του.. Κι εκείνο κάθε νύχτα στην πορεία του την βασανιστική ψάχνει, ψάχνει την μικρή του αγάπη πίσω από τις γραμμές των αστεριών

Δυο φτερά κι ένα κοχύλι, μέσα στης χαραυγής το γέλιο...μονοπάτι αταξίδευτο αυτό, τόσο βαρύ το σύννεφο που αγκρίφωσε η καρδιά μου... βάσανο το θαύμα αλύτρωτο... αλλόκοτη σιωπή σκίζει τη γαλήνη.. κάτι λείπει κάτι περισσεύει...φωτιά νερό γη αέρας κι εγώ... μα ναι το σύννεφο είναι περιττό κρύβει το φως κι εγώ φοβάμαι.

Μικρές φωτιές γλύφουν το κρύσταλλο και σκάνε ρυθμικά στα μάτια μου μπροστά.. Η φωλιά μου αδειανή έρμαιο και βορρά στου άνεμου την δίψα. Υφάδι ξέπλεκο πυκνό γιομάτο κόμπους στέκει στο λαιμό με πνίγει με φοβίζει.. Αχ! το αστέρι το χλωμό αχ! κι η δροσιά του πρωινού.. Αχ! και κείνο το μικρό δειλό το χάδι που έμεινε μακριά, στην άκρη να κοιτάζει της αγκαλιάς την μοναξιά.. Το βάλσαμο αργεί να μεγαλώσει και η σιωπή του σπόρου σφάζει. Κομμάτια κάνει την ψυχή που έμαθε στου αέρα τη δροσιά να χάνεται πνιγμένη σε ανάσες.

(19/01/02)

Χριστίνα Σαββατιανού

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)