Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

10 Μαρ 2007

το λεξοπαίχνιδο και το ταξίδι του...



Τούτο εδώ, είναι παιχνίδι, δεν είναι αλυσίδα, είναι μοίρασμα λέξεων από δω κι απο κει, σε όσους αγαπάμε να διαβάζουμε, σε όσους είμαστε περίεργοι να δούμε που θα φτάσουν μεσα από τις λέξεις μας, μια και δυο και δεκα φορές δεν έχει σημασία, σημασία έχει να εμπνεστούμε, να φτιάξουμε κάτι τις από το τίποτα, όσο μικρό ή μεγάλο όσο έντεχνο ή άτεχνο, μια σκέψη μια πρόταση, μια ιδέα, μια ιδεολογία μια ιστορία ένα ανέκδοτο ή ενα ποίημα ή έστω ένα χαμόγελο...

μοιράστε το όπου αγαπάτε και όσο αγαπάτε, δώστε κι άλλες λέξεις σε κείνους που αγαπάτε να διαβάζετε να συνεχίσουν να ξανοίγουν την φαντασία τους και να μας κερνάνε ομορφιά, που τόσο λείπει απ τους ορίζοντές μας τελευταία...

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

οι 5 λέξεις του Μαραμένα Σύκα και ο κύριος Γιάκος μου

οι 5 λέξεις του Goas και τα καπούλια της Γενοβέφας μου

Νικηφόρος Ουρανός

5 vs 7

παιχνιδι νουμερο ενα/ουάν/αν/ούνο

παιζοντας με τις λεξεις .

5 λέξεις

Ας παίξουμε...

the chain - 5 λέξεις

Ο Δελφινάγγελος και το παιγνίδι των 5 λέξεων

Άλλος έχει το όνομα κι άλλος τη χάρη

Η αγριότητα της Μπουλντόζας

Όταν ο Μαρξ συνάντησε την Ναταλία Γερμανού...

Σόδομα και Μπλόγκορα Τούτο δω πολύ πολύ το φχαριστήθηκα λέμε....

Λόγια των ανέμων (οι λέξεις του Αίολου)

Έμπλεξα τις λέξεις και τα μπούτια μου!

Τα άλλα πέντε



Οι λέξεις των μονολόγων

Δελφινάγγελος (οι λέξεις του Νικόλα)

Λένη από την attalanti

Ένα (παράξενο) ταξίδι στο χρόνο με δανικές λέξεις

Παράξενο ταξίδι λέξεων.. 2

Η στιγμη - της fouliana

απ Το τετραδιο της candy - Αληθινη ιστορια (3)

Παιχνιδάκι ξανά!!

Wordgame 5

5 λέξεις και … ού μπλέξεις!

Διαδρομή...

Οι 5 λέξεις…

πιάνο, ημίμετρα, διορισμός, συλλήβδην, έβδομος...Allu Fun Marx! Ευχαριστώ...

CHALLENGE ACCEPTED!

Επειδή ΕΣΕΙΣ το ζητήσατε

Δουλιά και την Κυριακή!

The prince of Wor(l)ds

Αυτό με τις 5 λέξεις...

Πυραμίδα λέμε...

Πρό(σ)κληση από το Μάρκο



ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (λέξεις του shades in the dark)

Το Αγρίμι (οι λέξεις της Αναστασίας)

Το ζωάκι και τα παχύδερμα (οι λέξεις από tsalimi)

(οι λέξεις του Μάνου)

ΕΝΝΙΑ ΜΕΡΕΣ - ΕΝΝΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ (οι λέξεις του κλέαρχου)

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΗΜΟΥΝ... (οι λέξεις του philos)

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ.... (λέξεις από τον τυχάρσπαστο)


παραληρήματα 2




πανω σε ενα κλαδάκι από κουμαριά ανοιξε τα μάτια του ο κούκος... κλικ κλακ

χρυσά κτερίσματα γόμισε ο ουρανός καθώς ετρεξε να γιομίσει τα ασκιά κρασί κι απόσταγμα βελανιδιών... ήταν αργά για ονοματα, νωρίς για διακοπές

και καθώς μάδαγες την σκισμένη ομπρέλα σου ανοιξε η γη και ξέρασε του κόσμου τις σκεψεις... ονειρα εφιάλτες ελπίδες φοβοι... χόρεψαν όλα μαζί, αδέλφια ομοζυγωτά της ανοιξης να κλέψουν μυρωδιά...

ξεχάστηκε του αηδονιού μια νότα στο κεφαλόσκαλο, γιόμισε ήλιους και φεγγάρια η στιγμή... κι επειτα το ξύλινο ποδάρι του κυρ Λάμπρου της έκλεψε τη μελωδία με το τακ τακ στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ... θύμιζε αιώνιου αυνάνα καρδιοχτύπι... αέναα ανικανοποίητο και σιωπηλό...

σκιστηκε η σελίδα πανω στα λευκά ποδια, ξεχασε πως το βιβλίο ήταν το σπίτι της, έμεινε εκεί στο βελούδο να κοιτάζει χαύνα το νερό που επνιγε την εφηβη μοναξιά της... το βιβλίο δάκρυσε και ανέβηκε μελαγχολικό στο ράφι

δυο τούφες αρπάχτηκαν στου ανέμου τη δίνη και εσκαψαν του σύννεφου το όνειρο, αργησε η νύχτα να ερθει κι η βροχή ταξίδεψε αλλού... όποτε φεύγει έρχομαι, αλλιώς ξεχνιέμαι στο πουθενά.

και η βιασύνη ανοιξε τα χέρια κι αγκαλιάστηκε με τον ύπνο, στις ακρες της αμυγδαλιάς, και στις οχθες του αχέρωντα ανοιξε τα μάτια ενα παιδί, μικρό σαν δαχτυλήθρα ωχρό σαν κεράκι, χτυπησε τη βέργα του πανω στο κύμα, και ο ουρανός εβρεξε τρεντι πολυθρονίτσες

αργότερα θα ξυπνήσεις απ του εθισμού το κάλεσμα, θα ακούσεις ξινές μουσικές και μελάτες δικαιολογίες που υποννοούν ζωή... αργότερα θα θέλεις να φωνάξεις μα σου κόβουν τώρα τη γλώσσα... άργησες έχασες....

αδέσποτα ζευγάρια κουνάνε βαρκες βαρκάκια και φτιάχνουν πανάκια με ραβασάκια αλόκοτα... ξυπνάει η μερα ξανά και ξανά... εσύ κοιμάσαι ακόμη... αυριο ίσως....

μια μποτα τρύπια κι ενα κουτί παλιωμένος καφές κανουν παρέα στη γωνιά... κάποτε ήταν ζωντανός τώρα θυμίζει φαγιούμ ατέλειωτο στο κρεβάτι πεταμένο... δυστυχε κόσμε λιπόθυμε, κι ετσι σε θέλω κοντά, κι ετσι σε θελω κι ας πονάς

μικρές βελόνες κεντησαν δυο αστέρια κι ενα χαμόγελο πανω στο μαξιλάρι, ο ήλιος δεν ξύπνησε ουτε η νύχτα κύλησε, ολα εκεί καρφιτσωμένα σαν παιδιακίσια ζωγραφιά στο μουχλιασμένο τοίχο... τικ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου θυμίζει το εδώ

παλι μόνος πήγε στην κουζίνα, αυτός το μπρίκι και δυο αυγά απ τον περασμένο μήνα, σκεφτηκε να φύγει σκέφτηκε να μείνει, μόνος κι εδώ κι εκεί

κοιταξε το μπρίκι και πνίγηκε στη θολούρα του παλιωμένου μέταλλου, καθώς πασχισε για ανάσα θυμήθηκε τη Διονυσία... γιομάτη χυμούς να τρέχει να προφτάσει το τραινο

μικρή αναστάτωση κι αυτη, ανίκανη να διώξει τη θολούρα, μονος πάλι, κι εδώ κι εκεί... μόνος και στα μάτια της καθώς ειδε το καθρέφτισμα του στο τζάμι... τακ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου τον ενοχλεί

βεβαιωμένη αβεβαιότητα. ξημέρωσε και πάλι, το τίποτα θεριεύει, όλοι τρέχουν τρεχουν στο πουθενά, ζωή το λενε τώρα, εγώ γελώ στη θέα

κι εκείνο το ξύλινο ποδάρι χαλάει τη ροή, θυμίζει το τώρα το εδώ, σκάει το τακ του στης μοναξιάς τον ήχο και κουφαινει

το κλαράκι της κουμαριάς βαραίνει ακόμη απ τον κορυδαλό, και του αηδονιού η παγωμένη νότα σκίζει τη μέρα σε κομματια τόσα όσα τα ονειρα του πριν

ενα κομάτι του αγεριού ξεκόλησε κι εκαμε παρέα με μερικά βρεγμένα ρουχα της Φιλίτσας, θυμήθηκε ο Φίλιππος της νιότης το λουλούδι καθώς κοίταξε το παιχνίδι τους... ξύπνησε η θεια η Αρχοντούλα και φωναξε φαφούτικες λεξεις,

ζητωκραυγασε η Αρχοντούλα του αγεριού το σμίξιμο με της φιλιώς τα ρούχα, ολα στου ερέβους το βωμό ταγμένα τα ταξίδια...

δυο κόμποι ενα πιξελ και μια αισθηση παγιδευμένη στο τίποτα

πανω στο τσακισμα της μεσης και στου σπαθιού την κόψη, επιθυμίες σοβαρές για ακόλαστες υποψίες στιγμής.

σπασμένα νεύρα και του τσιμέντου το χρώμα ζωγραφισαν μια λέξη τόσο γκρίζα όσο το ξύλινο ποδάρι του κυρ λάμπρου.... τακ τακ τακ άκου...

ασθματικά ψαράκια πνίγονται στο βούρκο σας, ξερνούν τα περιττώματα σας, ταίζετε χολη και δάκρυ τα παιδιά σας, και το λέτε αυτό πολιτισμό, μικροί μονάχοι θνητοί, τακ τακ ο κυρ Λάμπρος ερχεται

ποτισε τη γλάστρα με μέλι άγριο και κρασί στιφό, ανοιξε τα χέρια και πεταξε μακριά, εκεί που δεν εχει χρόνο

ο κυρ Λάμπρος έρχεται... τακ τακ τακ άκου.... το ξύλινο ποδάρι στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 21-02-2005

8 Μαρ 2007

Ποτέ χωρίς το Γιαούρτι μου....




Τι μπορεί να πάθει κανείς μέρα μεσημέρι, με ασυνήθιστη καλοκαιρία για την εποχή!

Εκεί που λες, που επέστρεφα από γνωστό και μη εξαιρεταίο κομπιουτερομάγαζο, με το νέο μου καλώδιο δικτύου και κάτι ψιλοπράγματα στη σακούλα, και μια μαραμένη μωβούλα ορχιδέα στο άλλο χέρι, δώρο από την ταμία (ναν καλά το κορίτσι που μου χάρισε έστω και μαραμένη άνοιξη) και πάνω που νομότυπα πέρασα το φανάρι της Κηφισίας, με τον "Γρηγόρη" αναμένο, ποιος βρέθηκε φάντης μπαστούνι μούρη με μούρη? (δηλαδή οχι ακριβώς μούρη με μούρη, γιατί πρώτο μπόι δεν είμαι)

Νάσου λοιπόν μπροστά μου (κόντεψα να πέσω πάνω του δηλαδή) ένας κοστουμαρισμένος κυριούλης με καραφλίτσα και διακριτικό μουστάκι, αλά μπρατσέτα με μια ξανθούλα, και δυο άλλους κοστουμαρισμένους, διακριτικά στο κατόπι του σε απόσταση ασφαλείας, μια φευγαλέα ματιά του έριξα, και ζαλισμένη απ τον ήλιο και διερωτώμενη εάν φταιει το καλώδιο δικτύου, που το μοντέμι δεν δουλεύει, (μετά από τον τιτάνιο πρωινό καβγά με τις βλάβες του ΟΤΕ) σκέφτηκα "κάπου τον ξέρω αυτόν τον αψηλό!"

Και μόλις το σκέφτηκα αυτό, ε παιδιά μα τους Θεούς, μου χαμογέλασε και έκανε και μια διακριτική υπόκλιση με το γλομπέ κεφαλάκι του... ΑΑΑ σκέφτηκα κοίτα να δεις, ένας άνθρωπος χαμογελάει... τυχερός είναι δεν θάχει δάνεια, ούτε προβλήματα... ή τρελλός για να χαμογελάει έτσι σε μια άγνωστη... (ακόμη δεν είχε γίνει συνείδηση βλέπεις, το ποιος ήταν - χεσμένους τους έχω όλους έτσι κι αλλιώς...)

Μόλις που λες έκανα δύο βήματα πίσω από τον άλλον, τον διακριτικά ακολουθώντα κοστουμαρισμένο κύριο, μου αποκαλύφθηκε!!!!

Ενας εκ των υποψηφίων πρωθυπουργών.... Κι άρχισα να φτύνω και να βρίζω που αντί να τονε πάρω χαμπάρι πάνω στο χαμόγελο και τον χαιρετισμό, και να του πω δυο κουβεντούλες κι ας με τσουβαλιάζαν οι διακριτικά ακολουθούντες, εγώ σκεφτόμουν το ρημαδοκαλώδιο λες και δεν εχω άλλα προβλήματα... Σκέφτηκα να πάρω ενα γιαουρτάκι απ το περίπτερο να του το δώκω μην πάθε αφυδάτωση απ τον ήλιο αλλά είχε απομακρυνθεί ήδη πολύ... κι εφτυσα κι εβρισα ξανά, που πιάστηκα απροετοίμαστη...

Για αυτό σας λέω, φίλοι κι οχτροί.... ποτέ χωρίς τον κεσέ το πρόβειο έξω, ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα δεις, και πρέπει να σαι προετοιμασμένος, για κάθε ενδεχόμενο, που ξέρεις μπορεί να μην είναι μόνο υποψήφιος ναναι και ο πρωθυπουργός... το γιαούρτι πάντως χαμένο δεν θα πάει....

Τωρα που ναι και προεκλογική περίοδος, και κάνει και λιακάδες θα βγούνε όλα τα παιδιά περατζάδα στα πεζοδρόμια, να ψηφοθηρίσουν με χαμόγελα και υποκλίσεις.... να τους δει ο κόσμος να χαρεί αφεντικά! να μην ξεχάσουμε και ρίξουμε την ψήφο πουθενά αλλού... και χαλάσουμε τις παραδόσεις τον σογιών.... κρίμα να χάνονται τέτοιες ευκαιρίες παιδιά... πολύ κρίμα.....

ολέ... και ουσττττττττ για όλους....

απείρως ενάντια σε κάθε τι χρωματισμένο πολιτικά....

σας χαρίζω τη μωβούλα την ορχιδέα...

και επαναλαμβάνω ΠΟΤΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΓΙΑΟΥΡΤΙ ΣΑΣ......

Υ.Γ. αν έχει κερασάκια πάνω οπως αυτό της φωτογραφίας, φάτε τα μην τα χαραμίσετε...

Χριστίνα Σαββατιανού... / 8-03-2007

7 Μαρ 2007

Τι είναι η πατρίδα μου;;;

έτσι θέλησα σήμερα να στείλω έναν χαιρετισμό σε όλους εκείνους που ηγούνται.... σε κείνους που αποφασίζουν, για σένα, για μένα, για τα παιδιά μας, για τη ζωή μας, για την αξιοπρέπειά μας, για την ασφάλειά μας, για την υγεία μας, για τον πολιτισμό μας....

δεν βρήκα καλύτερο τρόπο από το ακόλουθο βιντεο...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ..... ΡΑΒΕ ΞΗΛΩΝΕ



και....


http://www.youtube.com/watch?v=IArowiaBPys

Τότε που ζούσε...

Σκόρπιζε βίδες με χαλασμένες στροφές στο παγωμένο δρόμο, μη χαθεί... σε μια απάνεμη γωνιά που έστριψε παρέσυρε στο βήμα του ενα μικρό ΄τσαλακωμένο χαρτί... Έτσι χωρις αιτια αυτο του κινησε την περιέργεια και το πηρε στα χέρια του...
Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια του λέξεις φουξια λέξεις πολλές δε πιστευε οτι χώραγαν τοσες λεξεις σε τουτο το μικρό χαρτάκι...
λέξεις ερωτευμένες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις θυμίαμα σε βωμούς ξεχασμένους παλιούς...
Μια έντονη μυρωδιά από λεβάντα τον ζωντάνεψε... θυμήθηκε τα χέρια της και τη φρεσκάδα του κορμιού της... θυμήθηκε την εποχή που ζούσε....
Ένα ράγισμα στα μάτια ακολούθησε το χτύπο της καρδιάς...
Μια σταγόνα αλμυρή ξεστράτισε στο μαγουλο... την έκρυψε το ψιλοβρόχι... ευτυχώς!
συνέχισε να σκορπά τις βίδες εκεινες που κρατούσαν το νου του σταθερό και τη ψυχή τρομαγμένη....
ο παγωμένος δρομος δεχόταν τις σταγόνες των ματιών στο κορμί του και τις εκανε δικες του τοσο απλα τοσο αθόρυβα!
τσαλάκωσε ξανά το χαρτί και το θυσίασε στον άνεμο και στη βροχή...
έτσι για να μπορέσει να το ξαναβρεί κάποτε μπροστά του και να θυμηθεί ξανά το τότε... Τότε που ζούσε...

Χριστίνα Σαββατιανού / 11-10-2002

Το Αγρίμι (οι λέξεις της Αναστασίας)



(λαβύρινθος καλοκαίρι ερωτεύομαι φεγγαροαχτίδα αγρίμι)

Στο γόμισμα του φεγγαριού πέρσι το καλοκαίρι, ένα αγρίμι πρόβαλε σε μια γωνιά του δρόμου... ένα πλάσμα χαμένο, αλλόκοτο, ξένο...

Τρομαγμένο, γυμνό, άγριεμένο, νυχοπατούσε πλάκα την πλάκα στο καυτό πεζοδρόμιο...
Γύρω του μικρές φωτιές σιγοκαίνε στους κάδους των σκουπιδιών, απομεινάρια της πορείας των εργατών που πήγε παρακάτω... καίνε αλλού τώρα, κι εκείνο φοβάται τη φωτιά...

Λαβύρινθος η πόλη στα μάτια του, δέντρα λιγοστά, αέρας πηχτός κόκκινος σαν αίμα, σαν χολή... μοιάζει με κείνους που την κατοικούν, αγέλαστοι, βιαστικοί, γκρίζοι, άχρωμοι, ανύπαρκτοι, σε κόσμους προσωπικούς και φτιασιδωμένους, ανίερους, ανυπόστατους...

Κι η μυρωδιά της φωτιάς, ντροπιαστική, του θύμιζε το δάσος, εκείνη τη μέρα που το κάψαν τα τομάρια... έτσι μύριζε θανατερά, καταστροφή...

Το δάσος είχε μάθει, το δάσος ήταν το σπίτι του, το δάσος η μάνα κι ο γονιός του...
Κι ήρθαν οι αλήτες με φωτιές λαίμαργες, ερήμωσε το σπίτι, φύγαν τα πουλιά, και κείνο για να αποφύγει την ερημιά που σπειρε η φωτιά, κατηφόρισε απ το βουνό στην πόλη που τα βράδυα την άκουγε να μουγκρίζει απειλητικά... πεινάει, φοβάται, απορεί... κουτιά παντού, δέντρα λιγοστά, βουή κουρνιαχτός....

Ηταν πιο άσχημη απ ότι φάνταζε από ψηλά, βρωμούσε, τα πλάσματα γυρω του με πανιά πάνω τους, πολύχρωμα, άλλα γυαλίζαν στου φεγγαριού τη λάμψη κι άλλα κρύβονταν στο σκοτάδι της νύχτας, ίδια τα πανιά που ντύναν τα κορμιά τους με τα μάτια τους... κενά κουρελιασμένα, χωρίς ζωή...

Κι η μυρωδιά τους, τι σκατά μύριζε έτσι? το αγρίμι μπερδευόταν, δεν μυρίζαν ανθρώπινα, ούτε καν σαν ζώα, βαριά μυρωδιά, του θύμιζε τα κουφάρια που σαπίζαν στον ήλιο τα καλοκαίρια... Ο κίνδυνος ήταν παντού... σιχάθηκε, τον οσμίστηκε, και ζάρωσε πίσω απ ένα σκουπιδοτενεκέ να ξεφύγει απ τα φανάρια ενός αυτοκινήτου...

Πατούσε στα ακροδάχτυλα και κρυβόταν κάδο τον κάδο, μέχρι που βρήκε μια γωνιά με δέντρα ανάμεσα σε κάτι χαμόσπιτα... μια μικρή ξεχασμένη πλατεία, σαν αυλή, σκαρφάλωσε επιδέξεια στο πιο ψηλό δέντρο, και κούρνιασε ανάμεσα σε δυο κλαριά... πονάει, πεινάει, αφουγκράζεται τη νύχτα, και ουρλιάζει σιωπηλά, μορφάζει πόνο κι αγωνία.... ησυχάζει...

Ο δρόμος κάτω ήσυχος, μόνο μια κοπέλα πέρασε και στάθηκε εκεί δίπλα, μύρισε τον αέρα γύρω της... σήκωσε τα μάτια ψηλά, μα κείνη η τρελλή φεγγαραχτίδα της έκρυψε το αγρίμι... Ξαναοσμίστηκε, τον αέρα και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα του δέντρου του... νιώθει ζεστά εκεί, όμορφα, μάτια πάνω της, μια μυρωδιά χωμάτινη γεμίζει τη κρυφή αυτή γωνιά... της αρέσει, ησυχάζει μαζί της...

Το αγρίμι τη μύρισε νωρίς, από μακριά πριν στρίψει στη γωνία, φρέσκια μυρωδιά, γλυκειά σαν νιούτσικη πευκοκορφή, μεθυστική σαν παπαρούνας σπλάχνο, ελκυστική σαν μέλι απο κηρήθρα... ερωτεύεται, αχνοκουνιέται στο κλαρί κι ένα φύλλο δραπετεύει απ τα δεσμά του.. πέφτει πάνω στο κορίτσι.... το πιάνει το χαϊδεύει, και του λέει, όποιος κι αν είσαι, ότι κι αν είσαι, έλα, μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω, η μυρωδιά σου είναι γνώριμη, την αγαπώ.... έλα....

Εκείνο δεν καταλαβε τι είπε, αλλά η φωνή της το γλυκανε, έκατσαν εκεί μέχρι το ξημέρωμα που η φεγγαραχτίδα σαλπάρισε για άλλο ουρανό, εκείνη του τραγουδούσε νανουρίσματα και χαιδευε τη σκιά του πάνω στα κλαριά...

Λίγο πριν την πρώτη ηλιαχτίδα, ανηφόριζαν πιασμένοι χέρι χέρι προς το βουνό... μυρίζονταν και χαμογελούσαν, δεν φοβόνταν, δεν ανησυχούσαν, είχαν ένα σπόρο είχαν μια μυρωδιά, μια ανάσα, και φεύγαν, φεύγαν απ τη βρωμιά της πόλης, πηγαίναν εκεί που το χορτάρι πάλι ανάσαινε ανάμεσα απ τα αποκαϊδια που χε αφήσει η φωτιά των ανθρώπων... κάποτε, του είπε, θα έχουμε ξανά δέντρα θα δεις, και του τραγούδησε ένα θαλασσινό τραγούδι...

Στο δρόμο πέταξε το φουστάνι της, πέταξε τα εσώρουχα, και κείνο το κορδελάκι που χε δεμένο στα μαλλιά....

Οι πρωινές εφημερίδες, έγραφαν για τη μυστηριώδη εξαφάνιση της κόρης γνωστού μεγαλοβιομηχάνου, τα ρούχα της βρέθηκαν έξω από την πόλη, οι αρχές φοβούνται για το χειρότερο, μεγάλη αμοιβή δίνεται σε όποιον δώσει πληροφορίες στην αστυνομία....

Υποκληθείτε ρουφιάνοι, τρέξτε να πάρετε κωλόχαρτα, τρέξτε, μα κείνη δε θα τη βρείτε.... ποτέ....

Εκείνη ερωτεύεται το Αγρίμι....

Χριστίνα Σαββατιανού / 8-03-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

4 Μαρ 2007

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ «ΖΩΗ» - (Παραμύθι)




Για ένα ταξίδι πολύ μακρινό απόψε θέλω να μιλήσω. Σ’ ωκεανούς με αλλόκοτα φυτά και ψάρια πεινασμένα.

Καβάλησα κάποτε ένα σάπιο σκαρί την «Ζωή» (όνομα κι αυτό! Γυναίκα και θάλασσα μαζί)…

Γρουσουζιά σκέφτηκα. Η γυναίκα είναι της στεριάς λουλούδι, άσε τη θάλασσα για πιο τραχιούς. Βρέθηκα λοιπόν ένα θαμπό χειμωνιάτικο χάραμα, μέσα στη «Ζωή» να ταξιδεύω. Παλιό μα όμορφο και δυνατό σκαρί κι ας έμοιαζε σάπιο, ποτισμένο με ιδρώτα και αίμα, με δάκρυ και κόπο χίλιων ψυχών που πέρασαν μέσα του.

Χίλιες ψυχές, χίλιες πνοές πάνω σε κάθε σανίδι, σε κάθε ίνα τούτου του καραβιού.

Και νά' μαι λοιπόν στα σπλάχνα του κι εγώ, να τραβάω πίσω μου το δικό μου φορτίο, να φεύγω μαζί του, αναζητώντας την ελευθερία και τη χαρά.

Χίλιες φουρτούνες είχε δει η «Ζωή». Χίλια πελάγη μανιασμένα, τόσα όσες κι οι ψυχές που είχε φιλοξενήσει.

Άλλους τους έτρωγε, άλλοι την τρώγανε. Ταξίδευα λοιπόν πάνω σε τούτο το σκαφίδι σαν επιβάτης, σαν βοηθός.

Το παιδί για όλες τις δουλειές. Κάνε αυτό, φέρε εκείνο, φουντάρισε την άγκυρα, δέσε κάβους. Σιγά σιγά, τα καθήκοντά μου άρχισαν να αυξάνουν, ωσάν τα ψάρια γύρω από το σκουλήκι στου ψαρά τα’ αγκίστρι.

Τα κύματα που κράταγαν τη «Ζωή» μέσα τους άρχισαν να θεριεύουν και ν’ αφρίζουν.

Τα σκυλιά μαζεύονταν κι έκαναν κύκλους πεινασμένα γύρω της προσμένοντας τον πρώτο αδύναμο ή απρόσεχτο να γλιστρήσει στο στόμα τους. Τα λουλούδια του βυθού σήκωναν πανηγύρι στην ποδιά της «Ζωής» και τα πλάσματα που ζούσαν στα βάθη του σήκωναν πεινασμένα μάτια να συναντήσουν τα δικά μου.

Μια βραδιά με φώναξε ο καπετάνιος «ο Νους» όπως τον φώναζαν, και μου είπε: - Ήρθε η ώρα σου να κυβερνήσεις τη «Ζωή». Θα κάτσεις στο τιμόνι της και θα την οδηγήσεις όπου θέλεις μέχρι τη στιγμή που θα τελειώσει το ταξίδι τούτο.

Πανικός, φόβος, άγνοια… Μα πώς καπετάνιο; Είναι δυνατόν να κυβερνήσω εγώ το καράβι; Ούτε κόμπους, ούτε καν την καντηλίτσα δεν ξέρω να φτιάχνω σωστά. Είμαι παιδί ακόμη, το μυαλό μου άγουρο, μικρό. Πού πότε και ποιος θα μου δείξει τον μπούσουλα να γνωματεύω και το τιμόνι ίσια να κρατώ; Τα χέρια μου λεύτερα τα θέλω όχι σε τιμονιέρα, κόντρα στον καιρό. Δύναμη δεν έχουν δες. Το νου μου ανέμελο και όχι με την έννοια των ψυχών που ταξιδεύουν με τη «Ζωή».

Ο καπετάνιος με κοίταξε μ’ ένα μικρό παράξενο χαμόγελο. Δεν είπε τίποτε άλλο… «Πήγαινε τώρα μέχρι να σκαντζάρεις βάρδια. Απ’ το πρωί ετούτο που θα έρθει, εσύ θα έχεις στα χέρια σου το τιμόνι της «Ζωής». Αυτά είπε κι άναψε την πίπα του με τον βαρύ κουβανέζικο καπνό, κι έγειρε πίσω απολαμβάνοντας την γεύση του.

Στο τραπέζι ένα σάπιο μισοφαγωμένο μήλο, στάλες από παλιό καφέ και νερό της φωτιάς. Ένα βαμβάκι και μια ένεση με ίχνη πενικιλίνης. Εκείνος τέλειωσε το ταξίδι του. Μπορεί τώρα κι απολαμβάνει λίγες στιγμές ησυχίας προτού αφήσει τη «Ζωή» για την σιγουριά ενός λιμανιού.

Τον κοιτάζω τρομαγμένος. Το γέρικο πρόσωπο έχει σημάδια απ’ την αρμύρα και τα κύματα. Κάθε φουρτούνα κι ένα σημάδι, μια χαρακιά στο κορμί. Κάθε λιμάνι και μια ένεση βαριά, κάθε γυναίκα και μια θύμηση που άλλη φέρνει πόνο άλλη θλίψη κι άλλη χαρά. Κάθε ταξίδι μια ρυτίδα στο σκαμμένο μούτρο του.

Κανείς δεν τον περιμένει. «Όταν ταξιδεύεις με τη «Ζωή», μου είχε πει κάποτε, δεν υπάρχει λιμάνι ή γυναίκα, απάγκιο ή σιγουριά. Το ταξίδι πάντα συνεχίζεται. Η «Ζωή» λιμάνι δεν έχει. Τραβάει μπροστά συνέχεια…. Πάει… λίγο μόνο σταματά και πάλι φεύγει… Προχωράει πάντα, σε καινούργιες θάλασσες αταξίδευτες. Καινούργιες ψυχές κουβάλα και πάει…

Σε κάθε μεγάλο ταξίδι και νέος καπετάνιος και μέχρι να το αποσώσει, γερασμένος και σημαδεμένος έχει γίνει. Να κοίτα κι εμένα…»

Αυτά μου είχε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».

Κι έλαχε σε μένα σήμερα να γίνω ο νέος καπετάνιος, ν’ αδράξω εγώ το τιμόνι, να φτάσω την «Ζωή» στο τέλος του ταξιδιού της , ή μήπως του δικού μου ταξιδιού;

Και η «Ζωή» όμως, ευλογημένο σκαρί και καλοτάξιδο κι ας μοιάζει σάπιο. Στη φουρτούνα τρίζει μα βαστάει γερά. Σιγά σιγά τα χέρια μου στο τιμόνι έπαψαν να σκίζονται σκλήρυναν. Ο καιρός δεν με πειράζει πια. Γίνομαι πιο δυνατός. Ο μπούσουλας καθώς στρέφει παύει να με ζαλίζει και να με μπερδεύει. Έμαθα τα’ άστρα να διαβάζω. Τώρα ξέρω πως είναι το καράβι που γυρίζει στον καιρό σαν το τιμόνι από τα χέρια μου ξεφύγει. Οι σκύλοι την θωριά μου συνήθισαν και τα σαγόνια τους δεν μοιάζουν απειλή. Για μήπως είμαι εγώ που έμαθα τα χούγια τους και φόβο πια δεν νιώθω; Τα φυτά της θάλασσας όμορφη ζωγραφιά στα μάτια μου γενήκαν. Τα λιμάνια κι η φούρια τους, θόρυβος πια που πονά τα’ αφτιά μου.

Μια βάρδια έχει η «Ζωή» στο τιμόνι. Μια βάρδια μακριά και δύσκολη, σκληρή και πλανεύτρα.

Φουρτούνα και μπουνάτσα, με το πούσι να νοτίζει τα ρούχα ώσου να γίνουν δεύτερο δέρμα και τη σοροκάδα να παρασέρνει τα πάντα στον τρελλό χορό της.

Έχει ομορφάδα η θάλασσα. Την ομορφάδα εκείνης της μικρής. Της φρέσκιας της πρωτάρας απ’ τα’ Αλγέρι, με τα τεράστια απορημένα μάτια. Έχει και πόνο για κείνο που αφήνεις πίσω και που μονάχα τη θύμηση του θα κρατείς.

Έχει ομορφιά και το ταξίδι με τη «Ζωή».

Ποτέ δεν ξέρεις αν θ’ αντέξει. Πότε το τρίξιμό της κοντά στον Ποσειδώνα θα σε στείλει και πότε σε λιμάνι απάγκιο θα βρεθείς. Πότε βίρα θα πάει και πότε θα μπατάρει. Πότε σαν λάγνα γυναίκα στην αγκαλιά του πέλαγου θα αφεθεί και θα χαθεί και πότε σαν γοργόνα ημίθεη θ’ αναδυθεί αφροστόλιστη.

Μου το’ χε πει ο καπετάνιος! «να προσέχεις τη «Ζωή». Πάντα με τα νερά της να την πας. Κόντρα ποτέ».

Οι σκύλοι απειλή μπορεί να πάψουν να σου μοιάζουν, μα πάντα πεινασμένοι περιμένουν.

Κι αλήθεια του, οι σκύλοι πάντα μ’ ανοιχτά σαγόνια περιμένουν. Και του βυθού τα πλάσματα τα σκοτεινά, ξάγρυπνα απομένουν, περιμένουν το λάθος.

Περιμένουν το τέλος του ταξιδιού σου. Το τέλος εκείνο που θα σε πάει σε λιμάνι παραδεισένιο όπως μου’ χε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».

Στο λιμάνι που στο φως είναι λουσμένο.

Εκεί που τα’ αστέρια τα νυχτερινά συνέχεια λάμπουν και ακολουθούν του ήλιου τον φωτεινό χορό. Εκεί που ο καιρός πάντα πρίμα πηγαίνει. Εκεί που το ταξίδι με τη «Ζωή», αυτή η μία βάρδια της τελειώνει.

Εκεί όπου βαθειά μπορείς να σταθείς και να χαρείς για το ταξίδι.

Εκεί που το τιμόνι του σκαριού της παραδίδεις και ξαποσταίνεις καπνίζοντας βαρύ Κουβανέζικο καπνό απολαμβάνοντας τη θύμηση…..

Χριστίνα Σαββατιανού

Κάπου στη δεκαετία του ΄90

1 Μαρ 2007

Φιλί μιας εποχής...




φύλλα κλεει το καλοκαιρι να καλοπιάσει της γης τα εγκατα να καρπίσουν κλαδιά....
στις αλυκές γίνηκε κραυγή, τριγμός του ήλιου το ξεψύχισμα....
κι εσύ κυκλοφορεις αγκαλιά με το φωσφοριζέ σου κράνος και γιομίζεις τους δρόμους χαμογελαστες ανάσες δοξάζοντας της νιότης τη φρεσκάδα....

πόσο αγαπώ αυτές τις ανάσες σου!!!

Χριστίνα Σαββατιανού / 03-09-2002

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

Έφυγε....




Ξάφνου με μια στραφταλιστή λάμψη κάτι άλλαξε.... το ποτάμι λευτερώθηκε γίνηκε αέρας... το χέρι έσμιξε με το δέρμα της γης...
Από τα βάθια της υπαρξής του βγήκε από την κρυψώνα μια φωνή... αχνή και γλυκιά στην αρχή... άκαμπτη κι ακίνητη έπειτα....
Τα σύνορα ήταν κοντά... μια παράγκα έθετε το όριο του πριν και του μετά... χώριζε το τώρα από το αυριο και λεύτερος από ερωτηματικά, νέος ξανά κίνησε για το μετά....
Αντάλλαξε το σκουριασμένο δέρμα του με μια νέα ανάσα... ο ουρανός ρόδισε, φόρεσε τα μαβιά του,΄τον αγκάλιασε... χάθηκε στο βάθος παρέα με ενα αετόπουλο που μάθαινε να πετάει....

Χριστίνα Σαββατιανού / 24-8-2002

Καλό μήνα σε όλους... ιδίως στα παιδιά και όσους μένουν παιδιά...

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

26 Φεβ 2007

Σταγόνες...




Xλωμό φεγγάρι αγγίζει απόψε τη ματιά
Σαν πρόσωπο που άδειασε η λύπη...
Και το κρασί ξύνισε χάλασε ξεθύμανε στη κούπα..
Δάκρυ το δάκρυ πάγωσε απόψε η βραδιά
Σαν το κερί που λιώνει και ποτάμια χύνει ένα γύρο..
Σταγόνες που ξεχάσανε να βγουν σφίγγουν τα γκέμια της ψυχής,
Σταγόνες που στα μάτια μαρμαρώσαν...
Εικόνες από ταινία παλιά κιτρινισμένη...
Σκίζεται η φύση στης ανάγκης τη γωνιά...
Σκίζεται και το θέλω μέσα στα χέρια τα λάγνα...
Κι η άνοιξη αχνοφέγγει φλερτάρει με το νιούτσικο το πάθος
Φλερτάρει με τα μάτια τα χαμογελαστά...
Φλερτάρει με την ευθραυστη μου ισορροπία...

Χριστίνα Σαββατιανού

=================

Δώσε μου λίγες λέξεις

Το πριν και το μετά...




επιταγές, ισχύς, θέση, τάξις, επιροή.... όλα γινήκαν ανώριμες εικόνες σε μια μισοτελειωμένη ζωγραφιά... ορνιθοσκαλίσματα σε σβηστό ουρανό, σε αξημέρωτη νύχτα...
Της νιότης το σαράκι μόνο έμεινε στο νου να σιγοτρώει το χρόνο... αργά σταθερά, εκεί, να αντιστέκεται, να ερωτεύεται να ταξιδεύει με ενα άγγιγμα, με ενός χεριου την ανάσα τη δροσερή... να απαιτεί να υπάρξει, να παλεύει κάθε τώρα...
το μάχεται από αντίπερα, το ερπετό της ωριμότης, και του κλείνει τα μάτια με σκοτεινά πρέπει με οχι και με διότι, με τι και με γιατί... μια ανάσα μακριά εσύ, και παρακολουθείς αδιάφορα, ούτε εκεί ούτε εδώ...
ποιος άραγε θα βγει νικητής?

Χριστίνα Σαββατιανού / 2002

==============

Δωσε μου λίγες λέξεις

25 Φεβ 2007

Αποφθέγματα....

Οι εττικέτες, σου επιτρέπουν να αποφεύγεις τη σκληρή δουλειά και τον κίνδυνο της αλλαγής...

"Φύλλα από τον κήπο του Μορυα"

Βαριέμαι...

ΑΦΑΝΤΑΣΤΑ....

Το ζωάκι και τα παχύδερμα (οι λέξεις από tsalimi)




χρόνος, χρώμα, χώμα, χορός, χαρά.

Χάρτινα χρωματιστά φανάρια γιομιζεις του πάρκου τη λιμνούλα, να ομορφύνει ο κόσμος γύρω σου να φύγει η γεύση από το χώμα... να φωτίσει της βολής σου η σκοτεινιά....

Ο χρόνος ξεχνάει, ο χρόνος θυμάται, εσύ μπορείς;

Τρελλό χορό στήνουν τα παχύδερμα, κι εσύ χαίρεσαι καμαρώνεις, ξιπάζεις, θαρρείς ότι εσύ τους παίζεις μουσική.... θαρρείς τους έχεις του χεριού σου....

Φτωχό ζωάκι να ξερες, γρήγορα θα ρθει η σειρά σου να σε φάνε, αφού χορέψουν στο κεφάλι σου απάνω, με παπούτσια λάσπη και χώμα στολισμένα, και τα μάτια σου κόκκινο χρώμα μοναχά θα βλέπουν... της ζωής σου το αιματοκύλισμα, της αξιοπρέπειάς σου τη θυσία, του ονείρου σου τη λιποθυμιά....

Συνέχισε να τους δοξάζεις, τι άλλο ξέρεις να κάνεις μέσα απ το πολυτελές σου αμάξι, κι από τον πουπουλένιο ουρανό σου;;; τι άλλο, απ το να χασκογελάς ανόητα, μέσα στο ψέμα που έχαψες;;; τι άλλο να κάνεις παρά να χειροκροτήσεις, οπαδός σκυμμένος, πιστός, υπάκουος.... Πάτα το γκάζι να νιώσεις ελεύθερος, μπορεί να σαι τυχερός και να γκρεμοτσακιστείς... να γλιτώσεις...

Τι άλλο σε αφήνουν να θυμάσαι; Το μεγαλείο τους μονάχα, και τη δύναμη να σου επιτρέπουν να τους συντηρείς... εσύ πουθενά... αν σκεφτείς είσαι κίνδυνος... μονο να θέλεις, κουτουπωμένα άηχα, ύλη μόνο... το πνεύμα σου αλυσοδεμένο, βουβό, υπνωτισμένο, απόλυτα ελεγχόμενο... εύγε τα κατάφερες είσαι όπως σε θέλουν!

Φτωχό ζωάκι σε λυπάμαι... δε θα χορέψεις ποτέ, ούτε μόνο, ούτε μαζί τους, θα στέκεις εκεί, να κοιτάς ξελιγωμένα, και να καμαρώνεις, αυτά τα παχύδερμα θεριά εγώ τα ανάδειξα, εγώ... κοιμήσου... μη ξυπνάς, θα τρομάξεις...

Φτωχό ζωάκι πέθανες.... πριν καν γεννηθείς....


Χριστίνα Σαββατιανού / 24-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

23 Φεβ 2007

(οι λέξεις του Μάνου)



Λαγνεία
Είσαι φτιαγμένος για έρωτα, έτσι λένε, χέρια ποθούν να σε αγγίξουν, μάτια λιώνουν να σε κοιτούν, ξυπνάς πάθη και μυστικά ανείπωτα... σε θέλουν, κάνεις καλό κρεβάτι, ξέρεις κόλπα πολλά... έτσι λένε οι κυρίες των σαλονιών... πληρώνουν...
Είναι φτιαγμένη για υποταγή, να υπηρετεί αλήτικους πόθους σου... όμορφη, νέα, σε φτιάχνει, τη σιχαίνεσαι, τη λατρεύεις... πληρώνεις...
Είσαστε δουλικά σε κορμιών ηδονές, σε χωματινους δρομους, χωρίς να νιώθετε χωρίς να γεύεστε χωρίς να ζείτε, περισσότερο από λίγα λεπτά...
Είναι φτιαγμένοι να ξυπνούν μονάχοι το πρωί.....

Αλαζονεία
Υφος υπεροχής, στυλ προσεγμένο, δεν εκτίθεται, δεν αντιδρά, μάσκα ψυχρή το πρόσωπό της, δείχνει τη.... θέση της... Του ριξε μια ματιά όλο περιφρόνηση, αλήτης ήταν πάντα, (μισούσε την ξιπασιά της, λάτρευε το γέλιο της...)
Αφεντικό είσαι ότι πεις, δούλος σου είμαι, δεν τολμώ να θέλω...
Βολεύτηκε κι ας τον προσβάλλει...
Ημιμαθής τρελλή, η δύναμή της, η πλάνη της... Είναι σπουδαία... φτύνει τη ζωή για να το αποδείξει... 'Οταν πάψει να διατάζει, ποια θα είναι;....

Φθόνος
Πήρε πτυχίο γρήγορα, έμαθε τόσα κι άλλα τόσα, όσα κανείς... ο νους γόνιμος, η σκέψη θαρετή, αυθαιρετεί, πρωτοτυπεί, αμφισβητεί, αναιρεί, μπορεί, και πράτει... μένει μόνος, γραφικός, και μόνος... Σκοτώστε τον κινδυνεύουμε.....

Λαιμαργία
Υποδουλώνεις το σώμα με κάθε σου σκέψη... κι ότι δεν μπορείς, το τρως, χωρίς να μασάς, χωρίς να φτύνεις χωρίς να αποβάλλεις, απλά το τρως... και φουσκώνεις, φουσκώνεις, καμαρώνεις... βρήκες ταμπέλα; βρήκες κανάλι; βρήκες ησυχασμό; έλα φάε μια μπουκιά ακόμη... βάλε στην άκρη και για αύριο, για μεθαύριο, για πάντα... Θέλεις κι άλλο τα θέλεις όλα....

Οκνηρία
Βολική η πολυθρόνα, μαλακή, και το μαόνι, ακριβό, κι η γλάστρα με το φίκο φρέκσια... το τηλέφωνο χτυπά επίμονα, Μαρία, είμαι απασχολημένος δεν είμαι εδώ για κανέναν, και συνεχίζει το σταυρόλεξο... Ουστ ρεμάλι... ετερόφωτε, γονυπετή πολυθρονάκια... ουστ... βρωμίζεις την εικόνα μου... απλά δεν είσαι....

Απληστία
Κοιταξε γύρω καχύποπτα, τα κλειδιά σφιγμένα στο κορδόνι μέσα απ το πουκάμισο, θέλω κι άλλο, θέλω κι άλλα, όλα δικά μου ναι... πίσω τρια τέσσερα κουφάρια εκείνων που βρέθηκαν στο δρόμο του... μπροστά υποψήφια θύματα, όλα δικά μου και τα δικά σας... ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ και ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ... αναπολεί στο κελί του χρόνια μετά... το κλειδί ακόμη σφιγμένο κάτω απ τη βρώμικη φανέλα...

Οργή
Σηκώνεις το χέρι διστακτικά την πρώτη φορά, θα πονέσει... η βελόνα αργά χώνεται στη φλέβα, δεν πονάει, το υγρό μαλάσσει τη σκέψη, ο φόβος φεύγει, ναι θα τους δείξω... είμαι αλλιώς... ποια είναι αυτή που κλαίει πάνω μου; Θύμωσα μα ξεχνάω... τότε που έβαζα γκαζάκια ζούσα... σκοτώνω, σκοτώνομαι, θυμώνω μα ξεχνάω... ήταν ζεστά εκεί... εδώ σκοτάδι... μόνο σκοτάδι κι ενα υγρό πηχτό ζεστό, σαν αίμα....

Αδιακρισία
Ο ταχυδρόμος ξέχασε να αφήσει το γράμμα, μύριζε ωραία, το πήρε για κείνον, για κείνον ήταν σκέφτηκε, τέτοια μυρωδιά για κείνον μόνο... κι εσύ αναρρωτιέσαι, που είναι;

Ιδιοτέλεια
Περπατάς σκυφτός, σαν να χεις χάσει κάτι, δεν κοιτάς στα μάτια ποτέ, θα σε διαβάσουν, όχι δεν πρέπει, να φυλαχτείς μονάχα, μη σε πάρουν πρέφα...
Καλό παιδί λένε, πάντα πρόθυμος!
Κι εσύ βδέλλα ύπουλη, το αίμα τους λιμπίζεσαι, και κολλάς μέχρι να μαλακώσει το δέρμα, μέχρι να ανοίξει η πληγή...

Υπεροψία
Φασαρία πολλή κάνουν, χωρίς ήχο χωρίς λέξεις, χρώματα χίλια, χρυσό κι ασήμι, ένα διαμάντι φόρεσαν στο πέτο κι ένα στο δάχτυλο... είναι σπουδαίοι δοξάστε τους... ποιοι είναι; Διαβασμένοι πολύ, φιλότεχνοι, σικ, σαλονάτοι, με φερράρι, με βίλα... Τάβλι ξέρουν; Τάβλι; - Μονο μπριτζ!!!
Αναμασούν έτοιμη σοφία, και φτύνουν λάγνα, κόπους κι ιδέες κείνων που παλέψαν με θεριά για να τις βρουν... κοιτούν φιλάρεσκα ενα γύρο, και σου χαμογελούν συγκαταβατικά... κύριος και κυρία τάδε... χά!

Χριστίνα Σαββατιανού / 24-02-2007


http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

22 Φεβ 2007

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (λέξεις του shades in the dark)





χαμένα χρόνια, κόρη, νυχτολούλουδα, μοναξιά, δάκρυ


Στα χρόνια της κατοχής, πέρναγε δύσκολα η οικογένεια του Σωτήρη... όλοι δύσκολα περνάγαν τότε... Στο χωριό όπως και στα γύρω χωριά είχαν σκορπιστεί Ιταλιάνοι στρατιώτες και εγκαταστάθηκαν στα καλύτερα σπίτια... Επίταξη το λέγαν εκείνοι, σκλαβιά το λέγαν οι χωρικοί...

Ο Σωτήρης τότε ήταν άρχοντας, είχε μεγάλη περιουσία, χωράφια πολλά, ένα τσουβάλι λίρες κρυμμένο στο κατώι... τρία σπίτια δίπατα... με κήπο, με αυλή, με μποστάνι... Κι άυτός καλομεγαλωμένος... γραμματισμένος και περήφανος άνθρωπος, με μια παιδεία που θα τη ζηλεύαν όλοι οι λόγιοι και οι σπουδαίοι της εποχής μας...
Και δουλευε, δούλευε πολύ, όχι που ήταν πλούσιος να βάνει άλλους να δουλεύουν το βιός του... Αγαπούσε τη γη, την πόναγε, και θαρρούσε πως μόνο αυτός ήξερε να της φερθεί καλά, να την ευχαριστεί για όσα του δινε κάθε χρονιά.... κι έτσι εκτός από δυο ξαδέλφους που δουλεύανε μαζί του γιατί είχανε μοιράδι στη γη, δεν ήθελε άλλους... Για να βοηθήσει όσους δεν είχαν έκανε άλλα πράγματα, χάριζε απ το βιός του, στη γη του όμως, τα δικά του χέρια μόνο ακουμπούσαν, σαν να ταν η ερωμένη του...

Είχε και έξι παιδιά τρία απ την πρώτη κυρά που αδικοχάθηκε από το χτικιό και άλλα τρία απ την Φιλία... Γερή γυναίκα η Φιλία... έκανε γερά παιδιά, και παρ ότι τα κορίτσια τότε δεν μαθαίναν πολλά γράμματα, ήξερε να διαβάζει να γράφει, να κάνει λογαριασμούς... Βλέπεις ο παπά Γιώργης ο πατέρας της μαθαινε γράμματα σε όλα τα παιδιά του χωριού, και στα κορίτσια... Και μετά που άρχισε ο πόλεμος, πάλι τα μάζευε τα διαόλια ο παππάς και τους μαθαινε γράμματα στο ιερό μέσα... Γράμματα όχι προσευχές τους μάθαινε ο παππάς...

Δίκαιος άνθρωπος ο παππα Γιώργης, δίκαια μεγάλωσε και τη Φιλία, δίκαια φερόταν κι εκείνη στα παιδιά της και σε κείνα που βρήκε και σε κείνα που φτιαξε, κανένα τους ποτέ δεν ένοιωσε παιδί άλλης μάνας... και τώρα στα μεγάλα τους κι αυτά, έχουν να το λένε, "η Φιλία δυο φορές μάνα μας στάθηκε"...

Στη κατοχή, στο σπίτι τους είχαν τον Τζιάκομμο, έναν συμπαθητικό πιτσιρικά Ιταλιάνο στρατιώτη, που μάλλον κρύφτηκε εκεί να αποφύγει τον πόλεμο, με ένα δήθεν τραύμα που όλο σκάλιζε και μάτωνε, παρά το είχε επιτάξει... Η Αλεξάνδρα είχε μάθει κι Ιταλιάνικα απ τον Τζιάκομμο... τα άλλα αδέλφια ντουβάρια δεν αγαπούσαν τα γράμματα όσο κι αν τα ξόρκιζε ο παππούς... Ο Τζιάκομμο έμεινε πολύ στο σπίτι, για τα μικρά έγινε σχεδόν πατέρας όταν ο Σωτήρης είχε πάει να πολεμήσει ανατολικά... και ο Γιάννης ο μεγάλος αδελφός ήταν κι αυτός στο στρατό χαμένος κάπου...
Είχε να το λέει κι η Φιλία, "αν ήταν όλοι οι οχτροί σαν τον Τζιάκο μας, δεν θα γινόταν πόλεμος ποτέ ξανά στον κόσμο"... Και στα χωράφια δούλεψε ο Τζιάκος... και με τα ζώα πήγαινε, και παιχνίδια έπαιζε με τα παιδιά, και στη λειτουργιά βοηθούσε τον παππα Γιώργη μουρμουρίζοντας... καλίφωνος ήταν κι ας μήν ήξερε τα λόγια απ το προσευχητάρι...

Οσο έλειπε ο Σωτήρης, οι Γερμαναράδες κι οι Ιταλοί είχαν δημεύσει τις περιουσίες και άφηναν μια χουφτα μπομπότα σε κάθε σπίτι, για να μην πεθάνουν τα παιδιά τα φρόντιζε ο παππα Γιώργης, ακόμη και κείνοι οι οχτροί, στην Εκκλησιά δίναν κατι παραπάνω, κι ετσι μάζωνε ο Γιώργης καμμια πενηνταριά πιτσιρίκια δικά και ξένα, και τα βαζε να μαζεύουν χόρτα κι αγριάδες, για το πλαστό, και τη χορτόπιτα...
Ότι έκανε ο καθένας για να γίνει το φαγητό, τόσο κι έτρωγε, η Βαγγελή η πιο μικρή και τεμπελίτσα, πάντα μια δαχτυλιά στην πίτα έβαζε, κι ο παππάς δαίκαιος, τη δαχτυλιά της έκοβε ένα γύρο και της έδινε την τρύπα με ενα ποτήρι ξινόγαλο... Δεν τα άφηνε να νηστέψουν το Πάσχα ο παππα Γιώργης, (νηστεύαν κάθε μέρα με αγριόχορτα του αγρου τα έρμα) "φάτε διαόλια φάτε όσο βρίσκετε... ο Θεός δεν θέλει την κοιλιά σας καθαρή μα την καρδιά σας" τους έλεγε να δικαιολογήσει μέσα τους την "αμαρτία" ...

Με τούτα και με κείνα με περίσσεια ανθρωπιάς κι έλλειψη τροφής, τελειωσε ο πόλεμος κι ήρθε ο εμφύλιος... Τα αδέλφια της Φιλίας όλοι αριστεροί, φύγαν στα βουνά αντάρτες, τα παιδιά μεγάλωσαν λίγο, η Αλεξάνδρα καμάρωνε τον Θειό της τον καπετάν Μακεδόνα το παληκάρι, που ήταν στα βουνά, τότε ήταν που και η Φιλία και ο Σωτήρης βρέθηκαν εξορία, τα μικρά μοναχά τους με τον Τζιάκο που χε ξεμείνει στο χωριό, και τον παππα Γιώργη... μόνο τη Βαγγελιώ τη μικρή αφήσαν τη Φιλία να πάρει μαζί της...

Τα τρόφιμα λιγόστεψαν, κάηκαν πολλές φορές τα σπαρτά απ τους φασίστες, κάηκαν τα σπίτια μια και δυο φορές ιδίως εκείνα των κομμουνιστών... ερήμωσε και στοίχιωσε το χωριό, αδελφός μίσαγε τον αδελφό, και τρείς φορές είδε η Αλεξάνδρα μαζικές εκτελέσεις στην πλατεία στο μεσοχώρι... τριάντα άντρες τη φορά... από δεκαπέντε και πάνω...

Τα έξι αδέλφια εκείνη την εποχή μέναν στην εκκλησία μαζί με άλλα καμμια δεκαριά ξαδέλφια τους, παιδιά των αδελφάδων της Φιλίας που είχαν πάρει τα βουνά μαζί με τους άντρες τους... Η Όλγα η μεγάλη, παιδί του καπετάν Μακεδόνα, πέθανε φθυσική στη φυλακή, αλλά η Αλεξάνδρα ήξερε ότι πέθανε απ το ξύλο, ήταν εκεί το είδε, το ίδιο είπαν και για τον Άρη το γιό της Ρήνας της μεγάλης αδελφής αλλά κι αυτός στις φυλακές Τρικάλων πέθανε απ το ξύλο... της είχε αφήσει και γράμμα της Αλεξάνδρας της έλεγε τα όνειρά του όταν θα νικάγαν και θα χαν επιτέλους Δημοκρατία, κι ο λαός θα χε φωνή - τό χει ακόμη το γράμμα, το φυλάει η κόρη της σα θησαυρό - ο Γιώργος ο αδελφός της τη γλίτωσε, αδυναμία της Φιλίας το μονάκριβο αγόρι της, τον δήλωσε φυματικό τονε δασκάλεψε να βήχει και να δαγκάνει τη γλώσσα του να φτύνει αίμα, και τον γλίτωσε κι απ το στρατό κι απ το αντάρτικο... κι έμεινε η Αλεξάνδρα να πολεμάει στο πόδι του... σαν τον πατέρα της παληκάρι... εκείνη αντάρτισσα ο πατέρας της στρατό και εξορία....

Με τη δεύτερη καταδίκη του Σωτήρη σε εξορία, η Αλεξάνδρα έπαθε αδενοπάθεια, λύγισε το δωδεκάχρονο κορίτσι μεσα στο δικαστήριο... μήνες έφτυνε αίμα στο νοσοκομείο, μα πάντα πολεμούσε, κόρη άξια του Σωτήρη που φαγε τους πολέμους με το κουτάλι... γύρισε όλη την ανατολή και το βορρά πολεμώντας... ποτέ δε λύγισε, κι έλεγε στην εγγόνα του χρόνια μετά, ότι πάντα άκουγε την παναγιά να του σιγομιλάει στο πλευρό του την ώρα του κινδύνου....

Πέρασε κι ο αδελφοκτόνος σπαραγμός, τα παιδιά είχαν σκορπίσει, όσα είχαν καταφέρει να γλιτώσουν του θανάτου... Τα μισά στην Αθήνα πια παλεύαν να φτιαξουν τη ζωή τους, να κερδίσουν τα χαμένα χρόνια του πολέμου και του θανατικού, να σιγανέψουν της καρδιάς τους το σπαραγμό για κείνους που χαθήκαν, να ξεβάψουν τα μάτια τους απ το αίμα, κι απ το αδελφοκτόνο μίσος του εμφυλίου...

Τη Βαγγελή την μικρή και τεμπελίτσα τηνε παντρέψανε μάνι μάνι, τι να την κάνουν έτσι ξεροχέρα κι ανεπρόκοπη που ήταν; Της αγόρασε κι η Αλεξάνδρα ένα οικόπεδο και σπίτι απ το μισθό που βγαζε απ τη ραπτική τότε σε μεγαλομοδίστρα της Αθήνας... τηνε προίκισε... Ο Γιώργης ο μεγάλος απ τα τρια που φτιαξε η Φιλία, έμεινε στο χωριό, κακομαθημένος, να τα χει όλα έτοιμα, δεν έκανε τον κόπο να δουλεψει, έτρωγε ότι ειχε σωθεί απ τους πολέμους και έπινε απ το αίμα του Σωτήρη και της Φιλίας, κι όταν κι αυτό άρχισε να στερεύει άρχισε να πίνει απ το αίμα της Αλεξάνδρας που με κάμματο μερονυχτο πρόκοβε στην Αθήνα...

Τα δυο κορίτσια της Βαγγελής τα μεγάλωσε η Αλεξάνδρα μαζί με τη μονάκριβή της κόρη... και τη μεγάλη του Γιώργου την κράτησε κάμποσα χρόνια γιατί έμοιαζε στον πατέρα της κι εκείνος δεν την άντεχε να του τρώει απ τα έτοιμα που τρωγε κι αυτός... Κι άλλα παιδιά περάσαν απ το σπίτι της Αλεξάνδρας ανήψια ένα σωρό, θαρρείς κι είχε πάρει τη θέση του παππού της του παππα Γιώργη και τάϊζε καμμια τριανταριά διαβόλια κι αυτή, χωρίς να εχει πόλεμο χωρίς να έχει χρεία....

Τα χρόνια περάσαν γρήγορα, κι όλοι μεγαλώσαν, η Φιλία έφυγε, η φτωχή της καρδιά είχε λυγίσει απ τον καιρό της εξορίας και δεν άντεξε, στα 65 της αποφάσισε να ξεκουραστεί... Η Αλεξάνδρα ποτέ δεν τη συγχώρεσε που φυγε, κι η εγγόνα της ένιωσε μοναξιά, γιατί δεν είχε άλλη γιαγιά να ξέρει παραμύθια, και να αγαπάει με την καρδιά χωρίς όρους...

Ο Σωτήρης αφού έφυγε η συντρόφισσά του και κυρά του, άρχισε να μαραζώνει... επτά χρόνια άντεξε χωρίς εκείνη... τον όγδοο έπεσε λύγισε κι αυτός, κι αφέθηκε να σβήσει - ο Γιώργης είπε πως εφυγε από γεράματα για να δικαιολογήσει ότι στα χέρια του πέθανε από ασιτία και από αφροντισιά χωρίς αγάπη κι έννοια, κι ας είχε δώσει αίμα κι ιδρώτα για το αγόρι αυτό...

Ο γιατρός θέλησε να τον μηνύσει για εσκεμένη έλειψη φροντίδας ηλικιωμένου, αλλά δεν τονε άφησε η Αλεξάνδρα... "δεν το καμε επίτηδες ο αδελφός μου γιατρέ, τον αγαπούσε τον πατέρα μας, η νύφη μου δεν τον άφησε, αλλά μην τους τιμωρήσεις, έχει θεό για αυτά... έτσι κι αλλιώς τον πατέρα μου δεν θα μου τον φέρεις πίσω γιατρέ... άστους λοιπόν να ζήσουν με τη συνείδησή τους και με τα κρίματά τους..."

Δέκα χρόνια μετά, ήρθε η σειρά της Αλεξάνδρας... όλους τους είχε τακτοποιήσει, ανήψια μακρανήψια, αδέλφια ξαδέλφια, είχε φτιάξει και το σπίτι για την κόρη της, μπροούσε να ξαποστάσει να πάψει να πολεμάει... έτσι κι έκανε, έσβησε κι αυτή στα εξήντα τρία της, ανυπομονούσε να πάει κοντά στη Φιλία, της είχε λείψει τόσο...

Κι έμεινε η κόρη της τώρα, να υμνεί τα νυχτολούλουδα της ζωής της... τις ρίζες που μοσχοβόλησαν αξίες και διδάγματα στη ζωή της, που της δείξαν με διακριτικά αρώματα από μωρό πως ειναι οι ανθρώποι...

Κάπου κάπου νιώθει μοναξιά, ο κόσμος είναι άγριος, δεν έχει παληκάρια και ανθρώπους που αγαπουν τη γη σαν τον Σωτήρη, ούτε γλυκιές κυράδες που ξέρουν παραμύθια κι αγαπούνε όλα τα παιδιά σαν τη Φιλία, ούτε ήρωες σαν τον καπετάν Μακεδόνα και την κόρη του την Όλγα έχει, ούτε παληκαρόπουλα σαν τον Άρη που παιρναν το αίμα και το μίσος και το κάναν όνειρα... ούτε αντάρτισσες σαν την μάνα της την Αλεξάνδρα έχει... όλοι αυτοί ναι, νυχτολούλουδα γενήκαν στη ζωή της... τα ποτίζει με μυστικό δάκρυ κάποιες βραδιές, και τραγουδάει τις μικρές στιγμές τους, όσες γνωρίζει με κάθε ευκαιρία... Για να μην πάνε χαμένα τα χρόνια που πατάγαν στη γη... για να θυμάται πουθε έρχεται, να μην ξεχνάει που θε να πάει....

Χριστίνα Σαββατινού / 23-02-2007


http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

ΕΝΝΙΑ ΜΕΡΕΣ - ΕΝΝΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ (οι λέξεις του κλέαρχου)



άνθρωπος παράθυρο καρδιά χτύπος εννιά

Εννιά μέρες πέρασαν, εννιά στιγμές τόσο σιωπηλές... λες κι ο κόσμος είχε σταματήσει τη στιγμή που σταμάτησε και η καρδιά της να χτυπά... ο κόσμος ξανάρχισε, έμεινε η σιωπή του...

Έτσι απλά σταμάτησε, λύγισε κι αποφάσισε να βάλει τέλος...

Χρόνια πολλά κουβαλούσε μέσα της χίλια μυστικά αυτή η καρδιά... Κάθε της χτύπος κι ένα παράπονο, απ τον αδελφό της το Γιώργο, απ την αδελφή της τη Βαγγελιώ, από τα ανήψια της, τον άντρα της τους φίλου... κάθε χτύπος κι ένα δάκρυ στο υφαντό της ζωής της...

Αν τα μάζευε όλα τα δάκρυα θα χε μια λίμνη τόσο μεγάλη να χωρέσουν τα μισά καράβια του κόσμου... Αν γινόταν να τα ανταλλάξει με χρυσάφι, θα ήταν η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου...

Η Αλέκα όμως, τα κρυβε τα δάκρυα, τη νύχτα στο μαξιλάρι, τα απόθετε βουβά, τις ώρες που περίμενε το κορίτσι της να γυρίσει απ τη βόλτα ξάγρυπνη... και οι χτύποι της καρδιάς της σπαταλιόνταν με κάθε δάκρυ...

Εννιά στιγμές χρειάστηκαν να ανασάνει για να φύγει, εννιά ζωές έχασε και το κορίτσι της στο σταμάτημα της καρδιάς της...

Τι είναι ο άνθρωπος αναρωτήθηκε το κορίτσι; ένα ανοιχτό παράθυρο, και μπαινοβγαινει η ψυχή κατά πως γουστάρει... Τίποτα δεν είναι, Τίποτα κι εγώ...

Τι ήσουν εσύ Αλέκα μου; η φυλακή μου ή η λευτεριά μου;

Εννιά απαντήσεις πήρε το κορίτσι...

Η σπηλιά μου ήσουν που με φύλαγε και με έκρυβε απ τα κακά που με φοβίζαν... μια αγκαλιά στείλε μου πάλι...

Ο δεσμός μου ήσουν ο σιδερένιος που δεν με άφησε να πετάξω κατά πως όριζε η καρδιά μου... δικαιολογίες στην ανημπόρια μου... δεν τόλμησα απλά... κι εγώ όπως κι οι άλλοι....

Η ρίζα μου ήσουν σε σαθρό χώμα μέσα, και όταν χάθηκες βούλιαξα κι εγώ... αναπνέω ακόμα....

Η ελπίδα μου ήσουν, κάθε που η βλακεία μου με φόβιζε, με κοίταγες στα μάτια και ξέχναγα το δάχτυλο και κοίταγα ξανά τα αστέρια... δες λαμπυρίζουν!

Το μυστικό μου ήσουν, εκείνο που λαχταρούσα να μαι αλλά ποτέ πριν δεν κατάλαβα πως ήδη ήμουν... τώρα ξέρω... θυμάμαι...

Η ευχή μου ήσουν, τις ώρες που λυγισμένη από ανόητες σκέψεις ήθελα να φύγω να χαθώ... δεν τόλμώ να είμαι αδύναμη τώρα...

Το πιο αγνό μου χάδι ήσουν, εκείνο που μόνο οι άγγελοι και τα παιδιά απολαμβάνουν... μου λείπεις...

Η μεγαλύτερή μου αγάπη ήσουν, εκείνη που ποτέ απ την καρδιά μου δεν θα χαθεί, κι ας είναι το ποτέ μεγάλη λέξη, κι ας είναι η καρδιά μου μικρή... εσύ χωράς, πάντα....

Καρδιά μου ζεστή - μάνα πολύτιμη... μην ξαναπονέσεις... τα μυστικά σου καλά σφραγισμένα με του τελευταίου χτύπου σου τον ήχο... πονάω....

Μόνο στείλε μια ματιά εδώ στο κορίτσι σου... κι ένα χάδι αέρινο, απ το ανοιχτό παράθυρο... να νιώσω σιγουριά ότι ακόμη κι αν έφυγες είσαι κοντά... Σ'αγαπάω...

Υστερόγραφο¨: πονάει καιρό ο θάνατος μανούλα.... θα γιάνω...

Χριστίνα Σαββατιανού / 23-02-2007

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΗΜΟΥΝ... (οι λέξεις του philos)



δημόσιο, πρόστιμο, καφέ, κίνηση, μουσική.

Τα τελευταία δυο χρόνια ο Δημήτρης δουλεύει στο δημόσιο, έχει μια θέση καλή, αξιοπρεπή, σπουδαία για κάποιους... έναν μισθό μέτριο, αν και με τα πτυχία και τα διδακτορικά του, θα πρεπε να παιρνει τα διπλά... έχει και γραμματέα...

Κάτι όμως τα απογεύματα, λίγο πριν φύγει απ τη δουλειά τον ενοχλεί... Όχι δεν είναι το γραφείο, έχει όμορφη θέα, έξω στο διπλανό δασάκι της πλατείας της Νέας Κηφισιάς...

Ούτε η Τασούλα η ηλικιωμένη συγκάτοικός του στο γραφείο είναι, αυτή η γυναίκα έχει μια γλύκα που του θυμίζει τη συγχωρεμένη τη μάνα του... με τα ξεφτισμένα ξανθά μαλλιά, και τα γυαλάκια της πρεσβειοπίας χαμηλά στη μύτη... έτσι ήταν και η κυρα Μάρθα, αρχόντισσα στο χωριό, κυρά του προέδρου της κοινότητας, έβγαινε στο ξύλινο μπαλκόνι του σπιτιού τους και κένταγε με τα καφετιά γυαλάκια της χαμηλά... χωρίς να χάνει ούτε μια στιγμή από τα τεκταινόμενα της πλατείας απέναντι απ το σπίτι... Η κυρία προέδρου πρέπει να τα ξέρει όλα, έλεγε...

Κάτι άλλο τον ενοχλεί δεν τον χωράνε οι τοίχοι, άλλο ήθελε, κι αλλού βρέθηκε...

Ο Δημήτρης από παιδί αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε την κίνηση... το χορό το τραγούδι, πρώτος από πιτσιρικάς με κοντό παντελονάκι στα πανηγύρια, να χορεύει τσάμικο τόσο λεβέντικα που λίγωνε τις κοπελες κι ας ήταν μια σταλιά...

"Σαν μεγαλώσει ο Δημητρός, θα κάψει τα κορίτσα μας", λέγαν οι γιαγιάδες, και τονε ζηλεύαν οι γέροντες που δεν είχαν ποδια να βαστάνε το χορό σαν τα δικά του...

Ο πατέρας του ο κύριος Σοφοκλής ή ο "κυρ Πρόεδρος" όπως τονε λέγαν, δεν τον άφηνε να πολυχορεύει, ούτε να χαζεύει τους μουσικούς... Αντί για λαγούτο που θελε να μάθει, τον έστελνε στη πόλη να μάθει εγγλέζικα και γερμανικά, και έπειτα να σου τα φροντιστήρια να περάσει σε μια καλή σχολή, να γίνει επιστήμονας να βρει μια καλή θέση στο Δημόσιο... κι ίσως κάποτε τον έβλεπε και πρωθυπουργό... τέτοια ονειρευόταν ο κύριος Σοφοκλής για τον μονάκριβό του...

Έτσι κι έκανε ο Δημήτρης, άκουσε τον πατέρα του, ξέχασε το λαγούτο, το κρυψε σε μια γωνίτσα της καρδιάς του τυλιγμένο με δέρματα και καθαρά πανιά να μη σκονίζεται και αραχνιάζει... και σκίστηκε στο διάβασμα, αρίστευσε, σπουδασε, διδακτορικά χαρτιά πολλά και περγαμηνές, διαπιστευτήρια λαμπρά στα οικονομικά, στην κοινωνιολογία... και κατάφερε χωρίς μέσο και δόντι, να μπει σε μια "καλή θέση" στο δημόσιο... 'Ηταν κι η εποχή πρόσφορη... ήταν και τυχερός...

Ναι δεν τον χωρούσανε οι τοίχοι, ήθελε να ταξιδεύει, κάθε μέρα να του χαμογελάει κι άλλος ουρανός, να παίρνει το αμάξι φορτωμένο με όργανα μικρόφωνα ενισχυτές, και με έναν καφέ στη θήκη δίπλα του να ξημερώνεται σε άλο τόπο κάθε πρωινό...

Δεν τον ένοιαζε να ναι γνωστός, ούτε να βγάζει πολλά, να παίζει λαγούτο ήθελε, να ξαλεγράρει το μυαλό του με τις νότες, να αγκαλιάζουν τα μάτια του χίλια πρόσωπα, να βλέπει κόσμο να μεθάει να χορεύει, να ερωτοτροπεί μεσα στη γύρα του χορού, να αγγίζει τα όνειρά τους μέσα στης μουσικής τη δίνη, να τους τα ομορφαίνει, να τους χαρίζει χαμόγελα και δροσερά φιλιά από κορίτσια ζαλισμένα... τα πανηγύρια αγαπούσε ο Δημήτρης και τη μουσική... να πλανεύει ήθελε με δαύτη... κι ήξερε πως μπορούσε...

Στριμωχνόταν στην καρέκλα του γραφείου, πόναγε το στόμα του που θελε να χαμογελάει συχνά, αλλά δεν μπορούσε, τα στελέχη "πρέπει να ναι σοβαρά"... κι όσο γλυκά και αν του φερόταν η Τασούλα, ο καφές που του φερνε δεν ήταν νόστιμος, είχε αλλιώτικο αέρα μέσα του, εκείνον της κλεισουρας, της πόλης, είχε καυσαέριο, είχε μια ξυνίλα σαν παλιωμένος να ταν κι ας ήταν ολόφρεσκος...

Στριμωχνόταν στη δουλειά του, δεν έκανε για επιστήμονας αυτός, ούτε για "manager" όπως τον ήθελε η θέση του... σκότωνε το μυαλό του να σκέφτεται πως θα έχει έσοδα η υπηρεσία, να κόψουμε πρόστιμα, να βάλουμε φόρους... "σκατά" σκεφτόταν, ποιος τα γαμάει όλα αυτά? κι εκεί λίγο πριν φύγει απ τη δουλειά σουρούπωνε το βλέμμα του....

Την πρώτη μέρα στη δουλειά ήταν χαρούμενος γιατί ο πατέρας του ήταν χαρούμενος...

Τη δεύτερη μέρα ομως κάτι τον ενόχλησε λίγο πριν τελειώσει το ωράριό του... ήταν μια νότα απ τη διπλανή καφετέρια που μπήκε κρυφά απ το παράθυρο που βλεπε στο πάρκο, και του θύμισε που ήθελε να είναι...

Από κείνη τη στιγμή κάθε μέρα ήταν μια τιμωρία, το πρωί που ξεκίναγε για τη δουλειά στριμωγμένος μεσα στο κοστούμι, με άνοστη μουσική στο ραδιόφωνο, μπλοκαρισμένος μια ώρα στην κίνηση στον Κηφισό ένιωθε τα πόδια να βαραίνουν στο γκάζι... 'Εβριζε τη τύχη του, και την επιλογή του... "Το δημόσιο είναι σίγουρο, κι εσύ με τις γνώσεις σου θα διαπρέψεις" του λεγε ο κυριος Σοφοκλής... Ακουσε τον πατέρα σου, ξέρω το καλό σου ποιο είναι.... Κι έφτυνε τον καθρέφτη του που χε ακούσει.... Μερικές φορές έχυνε κι ενα δάκρυ για το χαμένο χρόνο στο διάβασμα, νότες έπρεπε να μαθαίνω κι όχι τις μαλακίες που μαθα, νότες κι όχι το ψέμμα που σερβίρω τώρα... νότες κι όχι πως να εκμεταλλεύομαι με χάρη τον κοσμάκη.... αυτά σκεφτόταν ο Δημήτρης στο δρόμο για τη δουλειά...

Κάθε μέρα και πιο δύσκολη, κάθε μέρα και πιο μαύρη... η ψυχή του αιμοραγούσε πάνω στα χαρτιά με τα υπηρεσιακά σημειώματα, και τα πλάνα οργάνωσης, και ο νούς του έσκαγε με κάθε νουμερο κι υπολογισμό που έκανε, σαν πυροτέχνημα μετά την Ανάσταση... πριν το πανηγύρι...

Προπαραμονή Χριστουγένων του δεύτερου χρονου του στη δουλειά, δεν άντεξε, μισή ώρα πριν φύγει έδιωξε τη Τασούλα και με λάγνα χαρά έφτιαξε ένα τελευταίο χαρτί, προς τον διευθυντή της υπηρεσίας...

"Για προσωπικούς λόγους είμαι αναγκασμένος να υποβάλλω την παραίτησή μου"... Έτσι στεγνά λιγόλογα, έσπασε την αλυσίδα του...

Το άφησε στη γραμματέα του, μπήκε στο αμάξι, και τράβηξε κατά το κέντρο στο μαγαζί με τα όργανα... το βλεπε μήνες τώρα το λαγούτο στη βιτρίνα, λίγωνε η ψυχή του, τις νυχτιές ονειρευόταν πως παιζει με δαύτο, πως μελώνει τον κόσμο, κι ημέρευε η ψυχή του στου ονείρου την άκρη...

Αγόρασε το λαγούτο... γράφτηκε στο ωδείο... πούλησε το αμάξι... βρήκε δουλειά σαν γκαρσόνι σε ένα κοσμικό εστιατόριο για να μπορεί να ζήσει... έκρυψε τα πτυχία που χε κρεμασμένα στον τοίχο στο μπαούλο της κυρα Μάρθας που χε πάρει μαζί του απ το χωριό, μην τονε ζορίζουν μην τον πνιγουν τα προγράμματα κι οι αριθμοί, και ξέχασε να τηλεφωνήσει στον κύριο Σοφοκλή...

Τώρα, τρία χρόνια μετά, τίποτα δεν τον ενοχλεί... κάθε πρωινό τον καλημερίζει κι άλλος τόπος κι είναι ευτυχισμένος.....

Χριστίνα Σαββατιανού / 22-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ.... (λέξεις από τον τυχάρσπαστο)



Γιασεμί, θάνατος, θαύμα, κύκνος, "ερωτοφοτόσχιστος"

Τρεις μήνες πριν, το Κατερινιώ χτένιζε τα μακριά ξανθά μαλλιά έξω στην αυλή, πλάϊ στο πηγάδι, ανάμεσα στις φορτωμένες λεμονιές, και το μεγάλο πεύκο...
Είκοσι χρονών τότε το Κατερινιώ, όλη η Λευκάδα την καμάρωνε... Η πιο όμορφη κι άξια κοπέλλα που βγαλε το νησί τα τελευταία χρόνια, και πράγματι, μάτια ελαφίνας, κορμοστασιά κυπαρισσιού, μαλλιά που θύμιζαν σταροχώραφο ψημένο στου καλοκαιριού τον ήλιο... Τα χείλη της, βύσσινα νιούτσικα από κείνα τα ξερικά που φτιάχνουν τη "λιγούρα" τη γλυκόπιοτη... Χέρια λεπτά φτιαγμένα να υφαίνουν να κεντούν όνειρα πάνω σε καμβάδες μέσα σε ψυχές, να χαράζουν στιγμές λάγνες, γεμάτες πόθους στις σκέψεις των αγοριών.... Ψηλόλαιμη ίδια με ώριμο κύκνο, να της στολίζεις το λαιμό με άστρα και γιασεμιά, με πέρλες και κοχύλια... να τον κεντάς με φιλιά, να γινεται η ματιά σου ουρανός και θάλασσα μαζί, γη και αγέρας σαν την κοιτάζεις...

Η Κατερίνα σπούδαζε στην Αθήνα να γίνει φυσικός ήθελε, να διαβάσει τα άστρα, πως ειν φτιαγμένα, να διαβάσει τον άνθρωπο, να τον αποκρυπτογραφήσει... εκεί στου ατόμου τον πυρήνα να χαθεί... - "θα γίνει σπουδαία μια μέρα να μου το θυμηθείς, θα μας κάνει όλους περήφανους, έλεγαν οι γριές στα καλντερίμια, καθώς σκέφτονταν τη νεράϊδα του νησιού... Σπουδάζει και δύσκολα πράματα, επιστήμη τρανή!!! Ναι ναι, θα τηνε πάρουνε στην Αμερική να αλλάξει τον κόσμο... Ετσι καλόψυχη κοπέλα που ναι, θα αλλάξει και τα μυαλά των αφεντάδων με της καρδιάς της τα λουλούδια... Αχ να χαμε δυο τρία τέτοια κορίτσια ακόμη θα ταν ο κόσμος πιο γλυκός... Ελεγαν και καμάρωναν για το κορίτσι τους οι ντόπιοι, χωρίς να ξέρουν πως ζούσε στην Αθήνα, χωρίς να ξέρουν το σαράκι της ψυχής της...

Η Κατερίνα χρόνια τώρα είχε μια στενάχωρη σκέψη, μια θλίψη στα μεγάλα μάτια που όλοι την περναγαν για βαθυστοχασιά και σοβαρότη... Ηταν επτά χρονών τότε που ο πατέρας της έφυγε, και την άφησε, ρίζωσε μέσα της το σαράκι... της ρουφούσε το αίμα τη σκέψη.. φοβόταν, εγώ τον έκανα να φύγει έλεγε και ξανάλεγε στον καθρέφτη, δεν ήμουν καλό κορίτσι, δεν τον άφησα να με χαϊδεύει όταν ήθελε, κι έφυγε...
Η μάνα της του κάκου προσπαθούσε χρόνια τρία να κάνει το κορίτσι να χαμογελάσει... μαράζωνε κι αυτή μαζί με το στερνοπούλι της τη μοναχοκόρη της... τα πέντε αδέλφια της δεν την άφηναν μονάχη στιγμή... Ο Πέτρος την τραβολογούσε σε κάθε γιορτή και πανηγύρι, Ο Σταυράκης την ανέβαζε στο ποδήλατο και τη σεργιάνιζε στα δάση του νησιού, ο Αγγελής έφτιαχνε κούκλες από κουτσουπιά και πευκοβελόνες και της χάριζε εκεί δίπλα στο πηγάδι και όμορφες ζωγραφιές της θάλασσας να της στολίζει τον τοίχο πλάι στο κρεβάτι, και της έπαιζε κουκλοθέατρο... Ο Ζαφείρης πάλι έκανε κωλοτουμπες κι εσπαγε τη μούρη του, όλη την ώρα μπας και η μικρή του πριγκιπέσσα σκάσει χαμόγελο... και ο Διαμαντής την έπιανε σαν κούκλα και χόρευε με τις ώρες μαζί της... Οσο κι αν παλεύαν όμως τα αγόρια και η κυρα Φωτεινή δεν εβαζαν χαμόγελο στα χείλη της Κατερίνας... Τα ρόδινα μάγουλα πάντα ξεφούσκωτα από χαράς ίχνη... τα μάτια της, συννεφιασμένη θάλασσα πριν από μπουρίνι... κι σκέψη στα χέρια του πατέρα που την ψάχναν τις βραδιές κι εκείνη αρνιόταν... εγώ τον έδιωξα, δεν μ' αγαπάει, δεν ήμουν καλό κορίτσι...

Το ριξε στο διάβασμα η Κατερίνα, να μην νιώθει ένοχη που φυγε ο πατέρας, να μην προκάμει να σκέφτεται, άριστη πρώτη στο σχολείο, πρώτη πέρασε στο πανεπιστήμιο... και έφυγε για την Αθήνα... Τα καλοκαίρια μόνο ερχόταν στο νησί, ούτε Χριστούγεννα ούτε Πάσχα...

Τον πρώτο χρόνο δεν είχε σηκώσει μάτι απ τα βιβλία, κι η θλίψη της κράταγε μακριά όποιον ήθελε να την πλησιάσει...

Στα μισά της δεύτερης χρονιάς, γνώρισε μια κοπέλα την Μεταξία, ασχημούλα λίγο, μελαχροινή μαυροτσούκαλο, έμοιαζε μαζεμένη, και μελετηρή, είχε κι εκείνη μια θλίψη στη ματιά, όμοια με της Κατερίνας, άρχισαν να μοιράζονται τη θλίψη τους...

Η Μεταξία, είχε χάσει τη μάνα της δέκα χρόνια πριν, και η νέα γυναίκα του πατέρας της τη μίσησε, τη ζήλεψε μη τύχει και χάσει τη προσοχή του άντρα εξ αιτίας της, την βασάνισε πολύ, την χάραξε την έκαψε την σακάτεψε... Μίσησε κι Μεταξία τον κόσμο μέσα απ το μίσος εκείνης... μίσησε και τον πατέρα της, και πιο πολύ τον εαυτό της....

Καθώς τα δυο κορίτσια έρχονταν πιο κοντά, η Κατερίνα παρατήρησε ότι στιγμές στιγμές η Μεταξία γέλαγε πολύ, και είχε μια ματιά χαμένη πλανεμένη... ανεξήγητο της φαινόταν και μια μέρα όταν ένιωσε έτοιμη τη ρώτησε...

Η Μεταξία πήγε στον κοιτώνα της και γύρισε με ενα σακκουλάκι... ξεραμένα φύλλα μέσα - "τι είναι αυτό δυόσμος?" ρώτησε η Κατερίνα.... Έσκασε στα γέλια η Μεταξία, "οχι ρε ζώον" χόρτο είναι το κανπνίζουνε... "αααα καπνός δηλαδή" είπε η Κατερίνα.... λιγώθηκε πάλι απ τα γέλια η Μεταξία, και έβγαλε τσιγαρόχαρτο κι εφτιαξε ενα τσιγάρο...

Το μοιράστηκε με την Κατερίνα να της δείξει που κρύβεται το γέλιο, που βρίσκεται της ζωής η χαλαρότητα κι η ξενοιασιά... να της δείξει πως ξέχναγε για λίγες ώρες το μίσος, που έβρισκε αγάπη για τον καθρέφτη της που πάντα την έφτυνε και την αδικούσε....

Η Κατερίνα έχασε το φως της στη δεύτερη ρουφηξιά "κράτα τον καπνό μέσα σου" της είπε η Μεταξία αλλιώς δεν θα σε πιάσει... έβηξε πνίγηκε μα τον κράτησε μέσα της τον καπνό... Ζαλάδα ανείπωτη το κεφάλι βάρυνε κι αρχισε να στοβιλίζει, κι ενα γέλιο ανάβλυσε μεσα απ τη ζαλάδα... χαχάνισε μια στιγμή κι έψαξε ένα γύρο κάτι να δέσει το κεφάλι της που ήθελε να φύγει απ τον λαιμό.... Χαχάνισε ξανά, και σκέφτηκε παράξενο, δεν έχω λόγο να γελώ, μα μου αρέσει, κι αφέθηκε στο χαλαρό γελαστό αίσθημα....

Εκεί κατω απ το δέντρο της πλατείας τα δυο κορίτσια φτιαχτηκαν και γέλαγαν δυο ώρες χωρίς λόγο... έτσι βρήκε η Κατερίνα μια πηγή που έδιωχνε το φόβο και την ενοχή για τον πατέρα, έδιωχνε τα αδιάκριτα χέρια του από πάνω της που ψαχούλευαν τα πόκρυφά της... έδιωχνε τη θλίψη...

Τους πρώτους τρεις μήνες όλα μοιάζαν καλά, καπνιζε ένα τσιγάρο η Κατερίνα και χαλάρωνε, διάβαζε με ακόμη περισσότερο μεράκι και κέφι, δεν έμοιαζε να της κάνει κακό... Δεν φανταζόταν τη συνέχεια... Θυμόταν τις συμβουλές του Παύλου και του Ζαφείρη αλλά μοιάζαν ανόητες, αφού το μόνο που της συνέβαινε ήταν αυτή η χαλαρότητα κι η ευθυμία, ούτε εθισμός ούτε αρρώστια.... Συνέχισε....

Τον τρίτο μήνα μετά από κείνο το πρώτο τσιγάρο, σε ένα πάρτυ που θα ήταν κι ο Αλέξης, της άρεσε ο Αλέξης της Κατερίνας, η Μεταξία ήλθε με κάτι νέο... κάτι χάπια σε σχήμα καρδιάς και ρόμβου... "Μην πιεις ποτό της είπε, θα πάρουμε τούτα... πιο καλά, θα δεις" και της έχωσε στο στόμα δυο χάπια.... και τα ξέπλυνε με γκαζόζα...

Μια δύναμη απόκοσμη γιόμισε μετά από λίγο το κορμί της Κατερίνας, η μουσική την τράβηξε απ το χέρι και χόρευε, χόρευε σαν ξωτικό, και έψαχνε η ματιά της τον Αλέξη... Ο Αλέξης ήταν εκεί, την είδε που τον κοίταζε, κολακεύτηκε που η νεράϊδα τούτη χόρευε μόνο για αυτόν, την πήρε απ το χέρι, την ακολούθησε, τον μάγεψε το κορμί το τριζάτο, κι η ματιά η λάγνα, έγινε ο κόσμος του ερωτοφοτόσχιστος τη στιγμή που η Κατερίνα κόλησε τις κινήσεις της πάνω του... η ψυχή του της δόθηκε το κορμί του την πόθησε, η σκέψη του φυλακίστηκε στις κινήσεις της και στου λαιμού της τη λιγνάδα... Την άγγιξε την μύρισε, χόρεψε μαζί της ώρα... χωρίς να καταλάβει που έβρισκε η νεράϊδα του δύναμη... Κι η Κατερίνα χαμένη στου χαπιού τη δράση, έπλασε όνειρα με τον Αλέξη πρωταγωνιστή, αργότερα κοιμήθηκαν μαζί... δεν θυμόταν καλά τι έκαναν, ήταν η πρώτη της φορά που βρέθηκε με άντρα, αλλά δεν θυμόταν, μόνο μια γλυκειά μυρωδιά θυμόταν σαν το αγιόκλημα της γιαγιάς της που ανέδινε το κορμί του Αλέξη...
Ξύπνησε ζαλισμένη, μουδιασμένη, με εναν ανεπαίσθητο πόνο ανάμεσα στα σκέλια της, δίπλα της ο Αλέξης γυμνός, αχνανάσαινε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο...

Ηταν τυχερή η Κατερίνα στην πρώτη της φορά, κι αυτό ήταν το θαύμα! ο Αλέξης την αγάπησε δυνατά, έγινε η σκιά της, αλλά του κράτησε ένα μυστικό... ποτέ μπροστά του δεν κάπνισε, ποτέ δεν πήρε χάπι, ποτέ δεν ρούφηξε τη σκόνη που της έφερνε μια φορά τη βδομάδα η Μεταξία... αυτά τα κράταγε για τις ώρες που ο πατέρας της την άγγιζε, τοτε που η σκέψη της σκοτείνιαζε κι η ενοχές κι ο φόβος της αγκριφώναν τη ψυχή...

Τέσσερις μήνες αργότερα σε μια γιορτή πάλι, είχαν πάει οι τρείς τους κι η Μεταξία είχε καλή σκονη μαζί της... Τα κορίτσια πήγαν μια στιγμή να σιαχτούν στην τουαλέτα, και γύρισαν με μύτες κόκκινες και μάτια γυαλένια... με ένα κέφι πρωτόγνωρο. Τότε ήταν που ο Αλέξης κατάλαβε τι έκανε η νεράϊδα του... Στην αρχή θύμωσε, μετά πανικοβλήθηκε, "θα τη χάσω" "αυτή η φίλη αυτό το φίδι μου τη σκοτώνει"κάτι πρέπει να κάνω να τη σώσω"... Την πήρε παράμερα, τη ρώτησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά του θαρρείς και θα την έσωνε το σφιχταγκάλιασμα.... Η Κατερίνα το αρνήθηκε, τη πρώτη, εκείνος όμως επέμεινε, και του τα είπε, "δεν με πειράζει όμως" με βοηθάει να διαβάζω, και να ξεχνώ όσα θέλω να σβήσω... αλήθεια δεν με πειράζει... δεν είμαι σαν τους άλλους" "ξέρω τι κάνω" και χασκογέλασε....

Το εξάμηνο που ακολούθησε, η Κατερίνα έχασε πέντε μαθήματα, κι ο Αλέξης είχε χάσει τις ελπίδες του να τη βοηθήσει, είχε κι εκείνος τα δικά του... αλλά άντεχε ακόμη ναναι κοντά... είχε ρωτήσει κι εναν γιατρό, αλλά η συμβουλή του δεν βοηθούσε, έπρεπε η ίδια να δει πως καταστρέφεται και να αποφασίσει να προσπαθήσει, και πάλι, η επιτυχία δεν ειναι βέβαιη....

Με θανάσιμη οδύνη έβλεπε ο Αλέξης τη νεράϊδα του να λιώνει... τα μάτια τα λαφίσια είχαν γίνει σταχτιά και όλο πιο γυάλινα... η μύτη έτρεχε, κι όταν δεν είχε σκόνη, πόναγαν τα πλευρά της, μάταια τα τριψίματα και τα μασάζ που της έκανε, και φοβόταν φοβόταν πολύ, έσκουζε στον ύπνο της "όχι μπαμπά, δε θέλω μηηηη" "όχι μπαμπά μη φύγεις, θα είμαι καλό κορίτσι, να δε με νοιάζει να με χαιδεύεις" "όχι μπαμπά"...

Λίγο καιρό μετά την έχασε για τρεις μέρες... ούτε στους κοιτώνες ήταν ούτε στα μαθήματα πήγε το τηλέφωνό της κλειστό... κι η Μεταξία άφαντη κι αυτή... Πανικόβλητος ρώταγε δω κι εκεί, δεν ήθελε να τηλεφωνήσει στο νησί μην ανησυχήσει τους δικούς της... κι έψαχνε στα νοσοκομεία στα τμήματα... παντού...
Μια μέρα στη βιβλιοθήκη της σχολής άκουσε καποιους να χασκογελάνε σιγανά, και να μουρμουρίζουν για την μορφονιά τη Λευκαδίτισσα, και πόσο καλά τον έπαιρνε... αρκούσε να της κουνήσεις το φιξάκι με τη σκόνη και σου κανε κάτι κόλπα! ούτε η καλύτερη πουτάνα δεν τα ξερε....

Επιασε τον έναν απ το λαιμό ο Αλέξης, και τον ανάγκασε να του πει που θα την έβρισκε...

Πήγε μεσάνυχτα στη γκαρσονιέρα στο θησείο... Φοβόταν για αυτό που θα δει... έτρεμε για τη νεράϊδα του... έβριζε τη πουτάνα τη Μεταξία που έμπλεξε τον θησαυρό του... φοβόταν....

Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν χειρότερο από κάθε φόβο του... Η νεράϊδα του κειτόταν στην είσοδο του σπιτιού στο υπόγειο... γυμνή, ματωμένη, μελανιασμένη, χαραγμένη, και τρυπημένη στο αριστερό το χέρι με μια μικρή κόκκινη γραμμή να χαράζει το μπράτσο της... Δεν είχε σκεφτεί ότι δεν θα την προλάβαινε... Δεν είχε σκεφτεί ότι κάποιος θα φερόταν με τόση κτηνωδία σε αυτό το λουλούδι που μύριζε πάντα γιασεμί.... Δεν είχε σκεφτεί πως θα χανόταν τόσο μόνιμα η νεράϊδα του...

Την σήκωσε στα χέρια του, ήταν τόσο ελαφριά, τόσο αδύνατη... τόσο λευκή, σαν τα γιασεμιά που αγαπούσε τόσο... Για καλή του τύχη ξέμπλεξε εύκολα απ τις ερωτήσεις της αστυνομίας, που έψαχνε καιρό τη Μεταξία για διακίνηση...

Δυο μέρες μετά με την ιατροδικαστική έκθεση στο χέρι "υπερβολικη δόση ηρωίνης και βάναυση κακοποίηση και βιασμό - δεν ήταν σίγουρο αν πέθανε από τη δόση, ή απ τα χτυπήματα" και το σώμα της Κατερίνας στη νεκροφόρα πίσω του, κίνησε για το νησί της... Η κυρα Φωτεινή είχε λιποθυμήσει όταν άκουσε τα νέα, κι ο Παύλος κι ο Διαμαντής κίνησαν να βρουν να σφάξουν τη Μεταξία που έκλεψε τη ζωή της πριγκιπέσσας τους... δεν πήγαν στην κηδεία... δεν μπορούσαν να τη δούν ξέπνοη, δεν θέλησαν να πιστεψουν ότι δεν θα ξαναντικρύσουν τα εικοσάχρονα λαφίσια μάτια της... μονο δυο μπουκέτα γιασεμιά απ τον κήπο της γιαγιάς άφησαν στον Αλέξη να της τα δώσει από κείνους....

Τα καλντερίμια του νησιού είχαν παγώσει... άφωνες οι γριές κουνούσαν τα κεφάλια παραξενεμένες... "πως είναι δυνατόν το Κατερινιώ να έμπλεξε έτσι;" "αυτό ήταν το καλύτερο κορίτσι του νησιού, προκομένο, μυαλωμένο, άξιο" "Κρίμα, κρίμα η λαφίνα μας..." και βουβά απόθεταν γιασεμιά που της αρέσαν δίπλα στο λιανό άψυχο κορμάκι....

Ο πατέρας της περίμενε παράμερα να φύγουν όλοι απ τον τάφο, και λιγο πριν αρχίσουν να παραχώνουν το παιδί του... άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει.... "τι σου κανα κοριτσάκι μου;" Εγώ φταιω για όλα... εγώ έπρεπε να μαι στη θέση σου αγγελούδι μου...

Την επόμενη το ξημέρωμα τον βρήκαν σκοτωμένο δίπλα στις βάρκες στο λιμάνι....


Χριστίνα Σαββατιανού / 22-02-2007

http://paraxenies.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)