Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

13 Φεβ 2007

Γράμμα σε έναν φίλο




Πήρα απ το χέρι σήμερα ένα απ τα γκρίζα σύννεφα που σεργιανίζανε ψηλά...
Παρέα ήρθε μια έκπτωση στα ήθη και στη νόηση, ένας χιμπατζής που θέλαν άνθρωπο να τον κάνουν... κι ένας πράκτορας που έγραφε, έγραφε τρελλά....
Σοκάκια μύρια γύρω μας, σοκκάκια ξεχασμένα, γεμάτα μικροκέφαλους, ημιφρενείς... Γεμάτα "ανθρώπους"...
Είδα δίποδα πολλά, να τρέχουν, να φωνάζουν, να ασθμαίνουν, να αγωνιούν...
Είδα εκπτώσεις σε αγαθά, και ξεπουλήματα αράδα...
Ένας πούλαγε τη μάνα του για μια εικόνα της παναγιάς, ήτανε χριστιανός πιστός... ο άλλος πούλαγε το γιό του, στολισμένο με ενέσεις, για ένα αμάξι που πηγαίνει παντού... ήτανε επιχειρηματίας κι έφτιαχνε ιματζ σωστό... επιτυχίας...
Μια όμορφη γυναίκα πούλαγε το σπίτι την εστία της, για δυο γλυκόλογα ενός γλοιώδη εραστή.... ήτανε σύζυγος πιστή και κυρία καθώς πρέπει....
Η νόηση που ήταν στην παρέα, άρχισε να ματώνει οδυνηρά, δεν είχα γάζα, ούτε τρόπο το αίμα να μαζέψω... Κοκκίνησε το δειλινό...
Ο χιμπατζής έβαλε το δάχτυλο να δοκιμάσει το κόκκινο... Ξέρασε των ανθρώπων τα σαπισμένα μυαλά και τις ψυχές τις άδειες...
Ξέρει ο χιμπατζής πως άνθρωπος δεν είναι και είναι ευτυχής....
Ο πράκτορας με αγωνία καρφιτσωμένη στη μάσκα του επάνω του έγραφε, έγραφε... έπρεπε να προλάβει να δει ποιος ειναι λεύτερος να τον βάλει στη λίστα της αγωνίας... να τονε βάλει στον αποχυμωτή της σκέψης, να τον προλάβει πριν παρασύρει, πριν μεγαλώσει... τώρα που ναι ακόμα παιδί να τον ελευθερώσει από τη λευτεριά του.....
Το σύννεφο μου μουρμούρισε θυμωμένο... "που με πας;" γιατί εδώ; εδώ δεν ειν ο κόσμος ο γνωστός... τι του χετε καμωμένο;
Το σύννεφο μούγκρισε βαθειά και ένας κεραυνός του ξέφυγε απάνω στο θυμό του.... Που πήγε το θαύμα που με γέννησε; που πήγε η γη κι ο ουρανός; που τά χετε κρυμμένα;
Σάστισα, τι να του πω; πως να ομολογήσω τη καταστροφή; πως να του κρύψω τα καρφιά στης φύσης το κορμάκι; πως να το σώσω απ τη φωτιά εκείνη των πολέμων;
Ο χιμπατζής με πήρε αγκαζέ.... χάϊδεψε τα μαλλιά μου... "Έλα μου είπε πάμε, να σου δείξω εγώ τόπο μυστικό, καλά κρυμμένο"
Καβάλα στου σύννεφου τη ράχη φύγαμε απ τη πόλη... Ωκεανός τεράστιος ήτανε το χαλί μας... γλαρόπουλα και σταυραετοί συνταξιδιώτες στο πέταγμά μας τούτο...
Κι εκει, σε μια κουκίδα γης πάνω στους πάγους... είδα μια σπηλιά... "εκεί πάμε μου είπε..."
Φως στη σκοτεινη σπηλιά, ένας παράλληλος ήλιος μέσα εκει, κρυμμένος στα έγκατα... Κόσμος πολύς, εμοιαζε με τα δίποδα που αφήσαμε πίσω... Πράσινο πολύ, πράσινο λουλουδιασμένο ανάσαινε ζωή.... Χαρούμενες φωνές παιδικές μου μοιάζαν, αλλά χωρίς αγωνία, χωρίς ασθματικές ανάσες... Χαμόγελα πόνεσαν και τσούξαν τα μάτια μου...τα είχα ξεχάσει χρόνια τώρα. Κοιλάδες, ποτάμια, πουλιά, σπίτια από πέτρα και ξύλο, χαμηλά, αγκαλιασμένα με το χώμα, χρώματα ανείπωτα άγνωστα στα μάτια μου που το γρκίζο ειχαν μάθει....
Σύννεφο και χιμπατζής με απίθωσαν σε ένα χωράφι... κάτσε εδώ και ζήσε μια στιγμή, μου είπαν... Κι όταν τελειώσει η στιγμή σε ξαναπάμε πίσω... Αλλά το μυστικό μονάχα δικό σου θα ναι... Γράψτο, ζωγράφισέ το, κλάψε το, τραγούδησέ το, αλλά ποτέ ποτέ να μη το πεις έτσι απλά.... Το φως θα τους πονέσει τα μάτια και θα σε κάψουν.... Το τραγούδι των πουλιών και του ποταμιού θα τους πονέσει τα αυτιά και θα σε πνίξουν.... Το χαμόγελο των παιδιών θα τους ξυπνήσει απ το βόλεμα και θα σε κόψουν κομμάτια....
Το μυστικό δικό σου μόνο.... Κάντο ότι θέλεις αλλά ποτέ, ποτέ μη το πεις έτσι απλά.... Θα σε ελευθερώσουν στη σκλαβιά τους...

Συγχώρα την πολυλογία μου αδερφέ άνθρωπε...

Χριστίνα Σαββατιανού

Μείνε όπως είσαι...






Ημ/νία 02-12-2002
Ώρα 04:37

Η βρύση έκλαψε αχνιστό νερό στην στρογγυλή μπανιέρα της....
Κοίταζε χαυνωμένη τα μπουκάλια με τα χρωματιστά υγρά σαπούνια.... Το σφίξιμο στο στήθος της εσμιξε με τους υδρατμούς, ταξίδι αλλοκοτο μέχρι το ταβάνι και πίσω ξανά στη θέση της καρδιάς...
Χωρίς να σκεφτεί πολύ, ΄έσβησε το φως μη τύχει και ο καθρέφτης της θυμίσει τον πόνο... της ζητήσει να τον γνωρίσει να τον αγγίξει να ενωθεί...
Δυο κομμάτια ηταν τώρα... Εκείνο το μικρό που ζαρωνε με το χρόνο αγγιζε ακόμα τα μύχια ζητώντας να έρθει ξανα στη ζωή... απαιτώντας φωνάζοντας σκίζοντας τη λογική στα δύο και μετά στα τέσσερα, στα χίλια...
Το άλλο, νιούτσικο θεριεμένο, θρεμμενο με το καφέ της γης και το άσπρο του ταξιδιάρικου σύννεφου της άρπαζε τα θέλω και τα ζάλιζε με χορούς και λόγια απλά...
Το νερό αχνιζε στη μπλε ανταύγεια του σκοταδιού, μπήκε μέσα να καψει το τώρα να κάψει το θέλω, να καψει το πρέπει...
Η ηθική φώναζε απο μακριά... ασυνάρτητα λόγια που έμπλεκαν μακριά δάχτυλα μέσα στη καρδιά της... Σκάλιζαν εκει πονώντας περισσοτερο ακόμη...
Δε σκεφτόταν μονάχα ένιωθε... κάθε μικρή στιγμή ειχε μια αιώνια ύπαρξη που απαιτούσε πραγματωση απαιτούσε μια ώρα από τη ζωή της... μια απεραντοσύνη μέσα της...
Η εικονα που ειδε πρώτη, ηταν ενα χαμογελο λίγο αμήχανο... ματια που ετρεξαν ενα γύρω πανω της, χαμογέλασαν κι αυτά ευχαριστηθηκαν μαλλον απο την όψη... Έπειτα καποιος της άγγιξε τα μαλλιά... χάδι απαλό παιδιακίσιο, δεν ειχε προκαμει να βρωμίσει με σκοπιμότητες και λάσπη...
Η ανηφορα της φάνηκε ευκολη, δε λαχάνιασε δε φοβήθηκε... Ενιωθε ακόμη το χάδι στα μαλλιά....
Η σιωπή γίνηκε αφόρητη καθώς χόρεψε με το θορυβο του καυτου νερού...
Ηταν μονη, τελειως μόνη... Χιλιάδες προσωπα την αναζητούσαν μα εκεινη μόνη, εκει, να καψει τα θελω να καψει την ορμή να καψει την οργή... να καψει τα λαθη, να καψει το χρόνο...
Το άρωμα του σαπουνιού την ξύπνησε, το χάδι χάθηκε... τα χαμογελαστά ματια αποκοιμήθηκαν στη ζέστη των υδρατμών...
Τυλίχτηκε με την μεγάλη πετσέτα ριγώντας στο άγγιγμα του βουβού σπιτιού....
Κάθισε έτσι βρεγμένη ακόμη μπροστά στον υπολογιστή...
είχε κολλήσει στο e-mail... δεν εσβησε, δε χάθηκε....

"Μείνε όπως είσαι..." διάβασε... κι ενα διαμάντι στόλισε τη ματιά της....

Χριστίνα Σαββατιανού

11 Φεβ 2007

Σαράντα και κάτι...




Ημ/νία 29-05-2002

Μέσα σε μια θύελα από σκέψεις και φαντάσματα της μεσόκοπης ζωής του έτσι λίγο πριν ο βρόχος σφίξει γύρω από το όνειρο, στάθηκε ξαρματωμένος μια στιγμή στης έλλειψης την άκρη...
Πήρε ανάσα βαθιά άγχος γιομάτη... το γλεντοκόπημα σταμάτησε κι η επίστρωση του χρυσαφιού ξέφτισε σαν κοίταξε τα μάτια στον καθρέφτη...
Είχαν περάσει 42 χρόνια άδεια χωρίς ουσία χωρίς χαρά και πόνο... μόνο άδεια....
Τα χέρια στέρεψαν οι λέξεις έχασαν το νόημα έπεα πτερόεντα γενήκαν σε τραγούδια αλλοτινών καιρών...
Η νιότη χλεύασε για μια στιγμή κι έκατσε παραδίπλα σε ένα νιούτσικο κλαράκι...
Παρέα του η σιωπή κι οι κεραυνοί που του πετάει η αναμένη τηλεόραση που συντροφεύει τον ύπνο του...
Αγκομαχώντας, έρποντας βρήκε το δρόμο για το κρεβάτι...
Άραγε θέλει να ξυπνήσει το ερχόμενο πρωί?

Χριστίνα Σαββατιανού

TΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ (παραμύθι)





(Xριστίνα Σαββατιανού- Αντιπολεμικό παραμύθι,1995)

Κάπου πολύ ψηλά, στο βασίλειο του Ουρανού...

Μια δυό μέρες λιάζονταν και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Στο διάβα τους πάνω από χώρες και ανθρώπους, λίγο πριν συναντηθούν με τις φίλες τους τις νυχτιές...

Εκεί, σε μια στροφή του ουρανού, νά΄σου ένα συννεφάκι... μικρούλι και μόνο.

- Μπά! Μόνο του είναι αυτό; Για ιδές πόσο μικρούλι, Θά΄ναι το παιδί καμιάς μπόρας που ξεστράτισε.

- Γιά ... έλα εδώ μικρό μου, πού σεργιανάς μονάχο σου ανάμεσα σε μέρες και σε νύχτες;

Ξαφνιασμένο, τρεμουλιάζοντας και ρουφώντας τη μύτη, το συννεφάκι τις πλησίασε. -Ώρα καλή κυράδες, μήπως μπορώ να μπω στο διάβα σας;

Οι μέρες κοιτάχτηκαν, - Μια σκέψη... «Κι άν μας κρύψει τον ήλιο και το δρόμο μας χάσουμε;»

- Σας παρακαλώ κυράδες, βούρκωσε το συννεφάκι, μήν με αφήνετε εδώ μονάχο... Δέν βαστώ. Κι άν στον ήλιο σας μπροστά βρεθώ δέστε, τόσο μικρό που είμαι θα διαλυθώ και λαμπρές δροσοσταλίδες και ουράνια τόξα θα στρώσω στα μονοπάτια σας.

- Όχι, Όχι, μ΄ένα στόμα το χαστούκισαν οι μέρες. -Βιαστικές είμαστε δες... μας περιμένουν οι νυχτιές... Όχι, όχι... πάμε γεια σου...

Κι έμεινε το συννεφάκι μόνο, βουρκωμένο, μικρούλι, εκεί στη γωνίτσα, πάνω στη στροφή του ουρανού.

Λίγο μετά, δεν ξέρω πόσο... δυό φτερούγες ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Ένας γίγαντας αετός περιδιάβαινε ψάχνοντας να βρει το ταίρι του, απ΄άκρη σ΄άκρη.

Εκεί στη στροφή του ουρανού, είδε ζαρωμένο στη γωνιά, το μικρό συννεφάκι. Σκέφτηκε: «Τί νάναι τούτο;... θάναι παιδί κάποιου ξεθυμασμένου κεραυνού που ξαπόμεινε χαμένο.

- Γειά και χαρά σου μικρό... Για που τραβούσες και ξαποσταίνεις στη γωνιά;

- Γειά και χαρά σε σένα, τρέμισε το συννεφάκι. Διάβα δεν έχω, πούθε ήρθα δεν ηξεύρω, να συντροφέψω τις φτερούγες σου κυρ΄ γίγαντα, μονάχο να μην είμαι;- Σκέφτηκε μια στιγμή ο Βασιλαετός... Και άν η σκιά του το χρώμα και το μεγαλείο από τις φτερούγες μου σκιάσει; Το ταίρι μου δεν θα εντυπωσιαστεί και θα φύγει...

- Άσε μικρό τα ταξίδια μαζί μου, δες γρήγορα πολύ πετώ κι εσύ δεν θα προκάμεις ν΄ακολουθείς. Άντε γειά σου τώρα και καλό βιός...

Ένα βρόχινο δάκρυ γυάλισε στα μάτια του μικρού σύννεφου. Ένας γκρίζος λυπημένος τόνος έβαψε το κορμάκι του και μια παγερή μοναξιά το φούσκωσε λιγάκι, έτσι όπως απόμεινε μόνο στη γωνίτσα πάνω στη στροφή του Ουρανού...

Καθώς το βρόχινο δάκρυ του κυλούσε και πετάριζε λεύτερο και χαρούμενο να συναντήσει ένα ροδοπέταλο, άκουσε ένα θόρυβο παράξενο, δυνατό...

Σαματάς μεγάλος που του πόνεσε τ΄αφτιά, κι εκεί μπροστά του ένας σιδερένιος άγγελος από την κόλαση βγαλμένος.

Βλέποντάς το μέσα στη φούρια του κοντοστάθηκε για λίγο να δει καλύτερα...

- Γειά σου μικρό... Σύννεφο είσαι θαρρώ έ; Φύγε από τη μέση γρήγορα.. κυνηγώ στόχους και δεν γουστάρω εμπόδια και παρεμβολές στο δρόμο μου. Τούς στόχους δεν πρέπει να χάσω. Φύγε σου είπα!

Έτσι είπε και χάθηκε με τρομακτικό σαματά φτύνοντας φωτιά και ανάσα καυτή πάνω στο συννεφάκι. Τόσο καυτή που σχεδόν διάλυσε το μικρό.

- Γιατί κύριε σιδερένιε άγγελε έκαψες το κορμί μου; Μήπως θα σου έκλεινα τα μάτια και το δρόμο τους στόχους σου να χάσεις; Έτσι σκεφτόταν το συννεφάκι βουρκωμένο, προσπαθώντας τους ατμούς να μαζέψει, το κορμί του να βάλει σε τάξη, να συνεχίσει να ζει... εκεί στη γωνιά του πάνω στη στροφή του Ουρανού.

Και πάνω που προσπαθούσε τα κομμάτια να ταιριάξει, ένα θρόισμα ανάλαφρο, και μια σκοτεινή σκιά αθόρυβα στάθηκε μπροστά του κρύβοντας τον ουρανό...

Μαύρος άρχοντας, παγωμένος και τεράστιος, μαυροντυμένος, αρματωμένος με δρεπάνια και σπαθιά, με μάτια άδεια, με ανάσα βρωμερή... Με φωνή γεμάτη καταχνιά και απόηχους κραυγών του μίλησε.

- Δε μου λες εσύ... Που πήγε ο σιδερένιος άγγελος; Πέρασε τώρα δα από δω θαρρώ. Λοιπόν πες μου, βιάζομαι να τον προφτάσω! Τις ψυχές που θα κάψει πάω να μαζέψω μην τις προλάβει το φως... και τις λυτρώσει...

- Κ..κ..καλή σου μέρα άρχοντα, ψέλλισε το συννεφάκι, γεμάτο φόβο από τα θαύματα που αντίκριζε τούτη τη μέρα.

- Πίσω από τους στόχους του έφυγε σαν αστραπή... Μα συγχώρα με άρχοντα... μιά ... μιά ερώτηση να κάνω... Τ...τί είναι στόχοι;

- Χα.. Χα..Χα χασκογέλασε ο σκοτεινός άρχοντας κι η ανάσα του πάγωσε το τσουρουφλισμένο σώμα του μικρού σύννεφου...

- Στόχοι μικρό μου, είναι ψυχές. Εκείνες που είναι ταγμένες στην ελευθερία και στο φως... Στόχοι είναι παιδιά που αξιώνουν τη ζωή... Στόχοι είναι σκέψεις επαναστάτριες που αντιστέκονται... Στόχοι είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν κι αγαπούν.

Αρκετά όμως, πες μου κατά που πήγε ο σιδερένιος άγγελος, πρέπει τις ψυχές που θα μακελέψει να βιαστώ να συνάξω...

Το συννεφάκι σκέφτηκε μια στιγμή... Τότε, μια αχτίδα από φως μπήκε εκείνη τη στιγμή στο άμαθο κι αγνό μυαλουδάκι του. Είδε...

Είδε μες στο μυαλό του το διάβα του σιδερένιου άγγελου...Είδε κόκκινο πολύ, φλόγες, κόκκινο... Είδε ουρλιαχτά και φόβο..., είδε ταπείνωση, είδε και φοβήθηκε, είδε και θύμωσε.

Άλλη μια αχτίδα σκέψης το διαπέρασε. Να βοηθήσω...Ένιωσε το κορμί του να γεμίζει ρεύμα... Ο φόβος του κι η μοναξιά του άδειασαν κι έμειναν στη γωνιά λίγο σαστισμένα που δεν είχαν πια καμμιά ψυχή να τυραννούν.

Χωρίς να τρέμει πιά, έχοντας φως και ρεύμα, τόνο και πνεύμα, έδειξε με μια μικρή λάμψη το δρόμο στον σκοτεινό άρχοντα.. «Καλή σοδειά Κύριε» είπε, « Θα σου δείξω εγώ» σκέφτηκε...

Και καθώς ο άρχοντας βιαστικός απομακρυνόταν σέρνοντας τ΄άρματα και τη βρωμερή του ανάσα, το συννεφάκι ένιωσε να γεμίζει.

Το φως το γέμιζε. Οι στάλες συνωστίζονταν στο σώμα του. Το χρώμα του άσπρο λαμπρό, γκρίζο θυμωμένο, έπλεκε τις στάλες με συνοχή, με δύναμη. Το συννεφάκι μεγάλωνε, γινόταν συννεφιά. Άρχισε να μοιάζει στη μάνα του τη μπόρα. Μέσα του ένιωθε την κληρονομιά του πατέρα του του κεραυνού, να βλασταίνει, να θεριεύει...

Αντάριασε νοιώθοντας τούτη τη δύναμη που ξυπνούσε μέσα του βγαλμένη από το φως και βγήκε από τη γωνίτσα που δεν το χωρούσε πια.

Προχώρησε λίγο διστακτικά στην αρχή... γνωρίζοντας την καινούργια του φύση. Την ένιωσε, την καλωσόρισε... Και τότε... οι στόχοι...

Οι στόχοι το στοίχειωσαν, το θύμωσαν, το έβαψαν γκρίζο βαθύ δυνατό θυμωμένο. Ένας μικρός κεραυνός του ξέφυγε με ένα μουγκρητό, και πήγε να κάνει παρέα σε μια σκέψη. -Τον σιδερένιο άγγελο να σταματήσω. Όχι παιδιά, όχι ψυχές, όχι σκέψεις αγνές... Πρέπει να βιαστώ, να προλάβω, το κακό να σταματήσω.

Άπλωσε το κορμί του θεριεμένο πια, κι ένας αλήτης καλόψυχος βοριάς που έψαχνε κι αυτός να διαλύσει την καταχνιά, το πήρε μαζί του... «έλα...δεν θα πολεμήσεις μόνο σου τούτο το κακό. Εγώ είμαι παλιός και ξέρω από αυτά, τα έχω ξαναζήσει. Έλα και θα σε βοηθήσω...

Ξεκίνησε λοιπόν το συννεφάκι παρέα με τον αλήτη το βοριά, και το μυαλό του γεμάτο ερωτήσεις, που γίνονταν μικροί κεραυνοί καθώς προχωρούσαν. Πήραν το κατόπι του σιδερένιου άγγελου και του άρχοντα του σκοτεινού που διαφέντευε την καταχνιά.

Καθώς διαβαίναν, το συννεφάκι ρωτούσε συνεχώς τον άνεμο τα τι, τα πως, και τα γιατί. Κάθε απάντηση, κάθε μικρή αχτίδα γνώσης που έμπαινε μέσα του το θέριευαν, κι ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά για να το σπρώχνει, και του ψιθύριζε συνάμα τις απαντήσεις που έψαχνε.

Καθώς προχωρούσαν, ένας άλλος άνεμος μικρούλης, φοβισμένος ξέπνοος, πέρασε δίπλα τους. Η λιγοστή ανάσα του τους έκαψε τα ρουθούνια με την αποφορά της καταχνιάς που κουβαλούσε. Τούς χαιρέτησε θροΐζοντας και βιαστικός κρύφτηκε σε μια μπόρα μήπως και ξεπλυθεί από την βρωμιά.

- «Φτάνουμε...», είπε ο αλήτης ο βοριάς, «ετοιμάσου. Σταμάτα να ρωτάς και ξεδιπλώσου, Έλα κι εγώ σε βοηθάω». Έτσι είπε και φύσηξε δυνατά πολύ το σύννεφο ανακατεύοντάς το.

Το συννεφάκι ρίγησε, αναδιπλώθηκε, μεγάλωσε. Όλη η γνώση που του έδωσε ο βοριάς στο δρόμο, γίνηκε ρεύμα και καθώς πλησίαζε την καταχνιά και τον θάνατο, οι κεραυνοί του πήραν δύναμη απ΄ την αγάπη που φυσούσε μέσα του μαζί με τον βοριά.

Το τεράστιο πια σώμα του, με το βαθύ γκρίζο θυμωμένο χρώμα έκρυψε τη μέρα, σκέπασε τον ήλιο, καθώς αντίκρισε την καταχνιά. Ο σύντροφός του ο βοριάς, θυμωμένος κι αυτός, παρέσυρε τα πάντα με το μανιασμένο φύσημά του.

Το συννεφάκι δεν κρατήθηκε άλλο... Τα κομμάτια του πυκνά, δυναμωμένα, χτυπούσαν το ένα στο άλλο και οι κεραυνοί του πήραν να κυνηγούν τον σιδερένιο άγγελο και τον σκοτεινό άρχοντα.

- Αυτό είναι. Μπράβο μικρό, δώς τους να καταλάβουν, του φώναξε ο άνεμος και το φύσηξε ακόμη πιο δυνατά.

Την ίδια στιγμή, χοντρές στάλες ξέφυγαν απ΄το κορμί του και ρίχτηκαν με λαχτάρα και μανία πάνω στην καταχνιά και στη φωτιά για να τις διαλύσουν, να τις εξαφανίσουν από το πρόσωπο του κόσμου.

Όσο έβρεχε και άστραφτε το συννεφάκι, τόσο πιο δυνατό και μεγάλο γινόταν, τόσο πιο πολλές στάλες γεννιόνταν μέσα του, καθώς η ομορφιά της ψυχής του έλαμπε και αναδιπλωνόταν.

Νά΄ταν από μεριά η μπόρα και ο κεραυνός, πόσο θα καμάρωναν για το παιδί τους, που πολεμούσε και κατάστρεφε μονάχο του τόσο μεγάλο κακό, και με τόση χάρη!... Μέρες πολλές πέρασαν και νυχτιές βιαστικές, δεν ξέρω πόσες να σας πω... Το συννεφάκι κι ο βοριάς, μαζί, χέρι χέρι, διάλυσαν την καταχνιά, έπνιξαν κι έκαψαν τον σιδερένιο άγγελο και τον θανατερό άρχοντα φοβίσαν κι έδιωξαν.

Κάποτε, όταν πιά είχαν σιγουρευτεί ότι το κακό είχε χαθεί από τον κόσμο το γνωστό, καλμάρισαν. Ο άνεμος φύσηξε τρυφερά και παιχνιδιάρικα το συννεφάκι κι εκείνο ησυχάζοντας και χαμογελώντας του, τίναξε τις τελευταίες βαριές στάλες από το κορμί του που έλαμπε από χαρά.

- «Μπράβο μικρό... Μπράβο. Καλά τα κατάφερες. Καλά σε είδα εγώ ότι είσαι άξιο για σπουδαία και μεγάλα έργα. Μπράβο».

Το συννεφάκι τρεμούλιασε μ΄ευχαρίστηση στο δροσερό άγγιγμα του αέρα και είπε «Σ΄ευχαριστώ κυρ΄άνεμε, σ΄ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου όλο τούτο τον καιρό. Σ΄ευχαριστώ για όλα. Άν δεν ήσουν εσύ δεν θα κατάφερνα τίποτα.»

Καθώς ευχαριστούσε τον αλήτη το βοριά μια αχτίδα από φως το γαργάλησε χαμογελώντας και του είπε «Αρκετά έπαιξες με τον άνεμο μικρό... Έλα μαζί μου τώρα στο δρόμο του άρχοντά μου του Ήλιου, να γνωρίσεις και τις ομορφιές αυτού του κόσμου. Τώρα που κατάφερες και έδιωξες την καταχνιά, μπορείς να δεις τα πάντα φωτεινά όπως η φύση τά΄ χει πλασμένα, όμορφα και καθαρά. Αυτό το ταξίδι σου αξίζει».

Το συννεφάκι χαμογέλασε ταπεινά, βάφτηκε ρόδινο από την ηλιαχτίδα και κοίταξε προς τον βοριά. «Άντε μικρό, τί κάθεσαι; Φύγε, στο κατόπι του Ήλιου μόνο θαύματα θα συναντήσεις. Μη νοιάζεσαι για μένα, θα ξεκουραστώ για λίγο και πάλι θα σε συναντήσω σε κάποια γωνιά του ουρανού. Πήγαινε λοιπόν τι περιμένεις ; ΄Αν αργήσεις, το μονοπάτι της ηλιαχτίδας θα χαθεί στη δύση και θ΄ απομείνεις πάλι μόνο σου.

Το συννεφάκι χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση τον άνεμο κι έτσι μικρούλι που ήταν και πάλι, σκαρφάλωσε στη ράχη της ηλιαχτίδας που το περίμενε βιαστική. Ένα βρόχινο δάκρυ χαράς μαζί με ένα ζεστό χαμόγελο αποχαιρετισμού αγκάλιασαν τον άνεμο καθώς το συννεφάκι και η ηλιαχτίδα ξεμάκρυναν και έστριψαν σε μια γωνιά του ουρανού, κινώντας να γνωρίσουν τις ομορφιές και τα θαύματα του κόσμου που περίμεναν στο δρόμο του Ήλιου.



Γιατί δεν αγαπώ τον πόλεμο…


Τ Ε Λ Ο Σ

Χριστίνα Σαββατιανού

9 Φεβ 2007

Ελευθερία;;; χα!




υποκλίνομαι στην ελευθερία, και αναμασώ τα δεσμά μου... τις οθόνες τις λέξεις τα γράμματα... μικρά χαρτιά με υποθετικές αξίες και τη γυαλάδα του τζιπ του γείτονα...

υποκλίνομαι στην ιδέα και βολεύομαι καλύτερα στη γωνιά μου μην τύχει και κάνει θόρυβο η αλυσίδα μου και με πάρουν χαμπάρι ότι μπορώ και σκέφτομαι... ότι συνεχίζω να ζω, εδώ, και να ψάχνω τρόπους να τους ξεφύγω... (τι ώρα πρέπει να δράσω;;;) ... χα!

σπαταλη είναι και ψευδαίσθηση, τοση που χωράει στην πιστωτική μου κάρτα, και στα νούμερα του τραπεζικού μου λογαριασμού... (θαύμα τούτη η εξέλιξη δε βρίσκεις? μια ζωή συμπηκνωμένη σε μια μαύρη μπαρα.... (σαν τη σκόνη γάλακτος ένα πράμα)

κι η αγελάδα στο χωριό μένει χωρίς άρμεγμα, μόνο το μοσχάρι της αντέχει τη μυρωδιά της...

εκείνος που πε ότι χωρίς ελπίδα είναι ελεύθερος, ήταν σοφός για τρελλός? δεν αποφάσισα ακόμη.... (δεν με αφήνει η χλωμή μου εγωπάθεια - φτύνω τον καθρέφτη - ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ - ησυχάζει η συνείδηση και η καρικατούρα της)

ΙΔΙΩΤΕΥΩ ελεύθερα... υμνώ το χώρο που καταχρώμαι... και καμαρώνω με έπαρση για κάτι που ούτε καν αναγνωρίζω...

ΞΕΧΝΩ... την αρχή, και κοιτάζω το δάχτυλο...

ολέ!

καλημέρα σας πίσω απ τον μπερντέ

Χριστίνα Σαββατιανού... 8-2-2007

Ένα μωρό ζητάει βοήθεια...




ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟ ΣΚΟΤΩΜΟ ΤΩΝ ΜΩΡΩΝ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ
Δείτε την παρακάτω σελίδα και στείλτε την διεύθυνση αυτή σε όσους νομίζετε ότι θα ευαισθητοποιηθούν ανάλογα!!!

stop violence

Ευχαριστούμε
zoofilia.gr

Supercalifragilisticexpialidocious !!!!!!!!

Φτου σου!




και κει που λες πως όλα τα χεις δει, πως όλα τα χεις μάθει, και πατάς σίγουρος και στητός και με ενα χαμόγελο αυτάρεσκο στη μούρη... τσουπ η ζωή, η φύση, οι άλλοι, η ψυχή σου... ερχονται με χορδες και όργανα να σου θυμίσουν, να ουρλιάξουν, να χλευάσουν, να καθαιρέσουν, να αμφισβητήσουν να σε φτύσουν...

κι αν εισαι ξύπνιος, παιρνεις τη ροχάλα και την αναλύεις, βγαινεις από μεσα της φωτεινός και με μια χαρά καινούρια, αγνή δικαιολογημένη, αν όχι απλά ξαναφοράς το κοστούμι το παλιό και περιμενεις την επόμενη ροχάλα....

Xριστίνα Σαββατιανού/11-04-06

... χμμμ




σπατάλη... σε χώρο, σε χρόνο, σε ενέργεια, σε σκέψη σε ψυχή... όλα σπατάλη μοιάζουν...

κι ο ηλίθιος πάντα το δάχτυλο θα κοιτάζει...

και το νερό συνεχίζει να μην κάνει τρύπες μόνο δίνες...

όλα ανάποδα μοιάζουν απόψε

Χριστίνα Σαββατιανού.

8 Φεβ 2007

ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΩ





πόσες λέξεις πρέπει να γραφτούν? πόσες σκέψεις να παράξουν ενέργεια? πόσες στιγμές να αγγιξουν την ματαιότητα πόσες την αισιοδοξία και πόσες να μείνουν στην ιστορία, πριν ο άνθρωπος θυμηθεί να είναι ΑΠΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ?

δεμένη στην ασφάλεια μιας οθόνης - κλεισμένη στην ελευθερία ενός οικήματος... σκορπισμένη σε ιδέες και πράξεις χλωμές, δεν ξέρω αν πρέπει να ελπίζω ή να φοβάμαι, αν ειν να χάνομαι ή να προχωρώ με θάρρος... τι είναι αλήθεια όλες αυτές οι λέξεις;... φόβος, ελπίδα, θάρρος, αλήθεια, εξέλιξη, ελευθερία, καλό, κακό, πριν μετά... όλες κομμάτια της ίδιας ψευδαίσθησης που σκαλίζουμε ως ζωή, μου μοιάζουν απόψε...

κι εσύ, εγώ, μικροί ασήμαντοι μπρος σε τούτο το μεγαλείο... η σκέψη μας απ της οθόνης τη σιγουριά, την προσβάλει... την ποδοπατά... μιλάμε πολύ όλοι πια, μαθαίνουμε τόσα, δουλεία στο νου όλη η γνώση... η περιττή, εκείνη που αναγνωρίζει τα αστέρια με το όνομά τους, αλλά οχι τα χορτα του αγρού... εκείνη που φτιαχνει οθόνες να φυλακίζει μεσα τους ανθρώπινες ψυχές, αλλά δεν άρμεξε ποτέ μια αγελάδα να νιώσει την ηδονή του ζεστού γάλακτος στα χέρια, στα ρουθούνια....

πολιτισμέ μου σε σιχαίνομαι, μου στέρησες την ανθρωπιά, συνάνθρωπέ μου σε σιχαίνομαι, μου στερείς τον αέρα, τον ουρανό, την ησυχία με τα σπίτια τα ψηλά, το θόρυβο του φόβου σου, και την εξάτμιση του αυτοκινήτου σου.... μου στερείς την γνώση να φτιαχνω μόνη το φαγητό μου, και μου δίνεις θάνατο σε όμορφα κουτιά βαλμένο, έτσι απλά για να μπορώ να σε υπηρετώ ώρες πολλές, να εχω μυαλό ξένοιαστο να σου μαζεύω πλούτο....

δεν είμαι εσύ, αλλά νιώθω πως δεν μπορώ να σου ξεφύγω... την ώρα που η σκέψη ενός νέου πλανιέται απ την ψευδαίσθησή των ουσιών που του προσφέρεις... κι εγώ ανόητη ονειροπόλα, του βάζω μολύβια στα χέρια και νερομπογιές μπας και γίνει ο νους του λεύτερος μεσα απ το χρώμα... και τότε ειναι που φοβάμαι, που εσύ πολιτισμέ μου, μου δείχνεις τα νύχια και τα δόντια σου, το σαπιο σαρκίο σου κάτω από τα σινιέ ρούχα και τις άψυχες υποσχέσεις σου...

πες μου παληκάρι, πότε σήκωσες κεφάλι και κοίταξες το γαλάζιο του ουρανού κι ευχαρίστησες τα μάτια σου που το βλέπουν; πότε άγγιξες το χώμα το δροσερό, κι ευχαρίστησες τα χέρια σου που το αγγίζουν; πότε μύρισες ένα λουλούδι κι ευχαρίστησες την μύτη σου που το οσμίζεται;....

πες μου παληκάρι, εκτός απ τη μαγκιά σου εκείνη της πρέζας την ψευδαίσθηση, πότε ερωτεύτηκες ενα κορίτσι για τα μάτια του και τα ξέπλεκα μαλλιά του; πότε άγγιξες ενα κορμί κι αγάπησες τις ίνες του, κι όχι τον ξεδιάντροπο εγωισμό σου, και της πρέζας σου την παραμύθα;

κόσμε μου, σε φτύνω, σε σιχαίνομαι, γιατί κλέβεις τα νιάτα των παιδιών σου... γιατί στερείς τον έρωτα στα μάτια τους, και τη φύση στο κορμί τους... στερείς τη σκέψη στο νου τους, την προσπάθεια στα χέρια τους... στερείς τη ζωή τους...

παιρνω το κουβαδάκι μου και πάω σε άλλη παραλία, πού δεν ξέρω, αν ειναι πανω στη γη τη μικρούλα ή σε άλλο αστέρι, αλλά θελω μια άλλη παραλία παρθένα, εκεί να μείνω να ειμαι μόνο άνθρωπος όπως μου τάχτηκε απ της μάνας μου τη μήτρα....

κι εσείς συνεχίστε να πηδάτε με πάθος άχρωμο, πλαστικές γκόμενες, στα πολυτελή σας τζιπ, και να αραδιάζετε λέξεις χίλιες κι ιδέες χλωμές όπου βρείτε οθόνη, οπου βρείτε τοίχο, όπου βρείτε λαπ τοπ... εάν με χρειαστείτε αφήστε μήνυμα στον τηλεφωνητή μου, ή στείλτε e-mail ή sms, να είστε βέβαιοι πως ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΩ....

Χριστίνα Σαββατιανού - 8/2/2007

7 Φεβ 2007

Έλα



Απόσπασμα....

Έλα πάρε με,μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα,
να σεργιανίζουμε πέλαγα,
χαμόγελα σπαρμένα.
Έλα πλέξε μονοπάτια,
με κείνου του αστεριού
που πέφτει την τροχιά,
και στης πεθυμιάς τα όνειρα
πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.
Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο
και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα
να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας...

{Χριστίνα Σαββατιανού}



"ΠΑΡΕ ΜΕ"

Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.

Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες...

Χριστίνα Σαββατιανού (2001)

Εγκλήματα - 1





Το πράσινο τηλέφωνο της ρεσεψιόν χτύπησε μια δυο, τρεις...
Ξενοδοχείο "Η στροφή" απάντησε βήχοντας και φτύνοντας μαύρα υπολείμματα τσιγάρου ο Κυρ Λευτέρης σκουπίζοντας τα λιγδωμένα χέρια του στο λάστιχο του σώβρακου που εξείχε από το τριμμένο παντελόνι...
Θέλω ένα ραντεβού με την Αγνή... είπε τσακισμένα η βαριά φωνή από την άλλη άκρη...
Έλα όποτε θέλεις απάντησε ο κυρ Λευτέρης σήμερα δεν έχει τίποτα....
Αργότερα το ίδιο βράδυ.. μια σκοτεινή φιγούρα πέρναγε το ξεφτισμένο κατώφλι της Στροφής...
Ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιο της...
Ορυμαγδός συναισθημάτων τον είχε κυριέψει... την αγαπούσε και μισούσε εκείνο που καμε συνάμα... Ήθελε άλλη μια φορά να τη δει να αποφασίσει...
Εκεινη χτένιζε νωχελικά τα μακριά γκριζαρισμένα μαλλιά της στο ραγισμένο καθρέφτη... Τέτοιες στιγμές δε θύμιζε πόρνη... Ένα φωτοστέφανο φλερτάριζε με το γλυκό πρόσωπό της... έμοιαζε με τις μαντόνες τις αναγέννησης που θρηνούσαν το παιδί τους που αφήνονταν να τις παρασύρει ο χαμός του ενός...
Ο καλοακονισμένος σουγιάς του σάλεψε για μια στιγμή στα χέρια του...
Μια αναλαμπή έκανε θόρυβο στο νου του... Μια σκέψη... Αν της πάρω την ανάσα θα ναι για πάντα δική μου.. Μόνο δική μου....
Πήγε πίσω της ήσυχα νυχοπατώντας σαν αρπακτικό....
της πήρε τη βούρτσα από τα χέρια, της χάιδεψε τα μαλλιά,
ο σουγιάς άστραψε στο φως της γκαζόλαμπας που άχνιζε και μεγάλωνε τις σκιές....
Ο λαιμός της δεν αντιστάθηκε... αφέθηκε να πέσει στα χέρια του και ζεστό ρυάκι κόκκινο βαθύ ξεπετάχτηκε κι έβαψε τα λευκά της εσώρουχα... Ευχαριστώ ψέλλισε καθώς η τελευταία της ανάσα ακούμπησε πάνω του με ένα χαμόγελο λύτρωσης...
Μια τούφα από τα μαλλιά της παραδόθηκε στη μήνη του μαχαιριού κι έπειτα κούρνιασε στη τσέπη του....
Κατέβηκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε ανέβει....
κανένας ήχος δεν πρόδωσε την πράξη του, την ύπαρξή του...
Μονάχα η τούφα της ΄φώναζε και πανηγύριζε χαρούμενη στα χέρια τα αγαπημένα....
Η Αγνή είχε επιτέλους βρει τον σύντροφό της....
Πέταξε το σουγιά στη γωνιά του λερωμένου δρόμου, κι η γωνιά άστραψε από το φωτοστέφανό της που χε καρφωθεί πάνω του...
Αγόρασε ένα μπουκέτο κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα...
Τέτοια μόνο θα σου κάνουν συντροφιά πλέον αγαπημένη... Όχι άλλοι πεινασμένοι, όχι άλλοι άρρωστοι, όχι άλλοι βρώμικοι...
όχι άλλα λεκιασμένα σώβρακα, τίποτα δε θα ξαναλερώσει το λεπτό σου σώμα... τίποτα δε θα σκοτεινιάσει ξανά τα πράσινα μάτια σου σκέφτηκε...
Απίθωσε την τούφα από τα μαλλιά της δίπλα στη μοναδική φωτογραφία που της είχαν τραβήξει ποτέ... στόλισε τα τριαντάφυλλα γύρω της και κάθισε στην παλιά φθαρμένη πολυθρόνα του...
Οι φλόγες του τζακιού του ψιθύρισαν... Ευχαριστώ αγαπημένε....
Κι έσκασαν ένα χαμόγελο που του στειλε εκείνη μέσα από τον καθρέφτη της φωτιάς...
Την άλλη μέρα η πυροσβεστική δεν μπόρεσε να καταλάβει πως είχε γίνει το κακό...
Εκείνος είχε απανθρακωθεί αφήνοντας τις σκέψεις του να κάνουν συντροφιά στο μοναδικό πράγμα που δεν είχε καεί.... σε κείνη τη τούφα απ τα μαλλιά της....
Κάποιοι μίλησαν για θαύμα........

Χριστίνα Σαββατιανού

6 Φεβ 2007

Νυχτερινά 1 - 2007




και στάλα τη στάλα ρουφά η νύχτα τις ώρες μου,
κι ο ύπνος μια υποψία ανάμνησης
δεν παύει το ρημάδι το μυαλό να αγωνιά, να ψάχνει λύσεις,
να ονειρεύεται, να βρίζει, να σκαλίζει τη σιωπή της νύχτας...

το παλεύω μα στο κενό η προσπάθεια... χρόνια τώρα...
νύχτες πολλές, νύχτες γιομάτες ξημέρωματα...

και οι ήχοι των πλήκτρων θόρυβος, πονάνε...
και οι λέξεις στην οθόνη βρισιές... υποκρίνονται, αποκρίνονται...

κάποτε ήμουν εκεί, την ώρα που έπρεπε την ώρα τη σωστή...

τώρα παλεύω να φτάσω, μα πάντα αργώ... σκονίζομαι με ιδέες με σκέψεις...
κι ο χρόνος υδάτινος ουρανός που κυλά ένα γύρο...

φεύγει κι αυτή η νύχτα τρεχάτη σαν νιούτσικη κοπέλα στου έρωτα το κατόπι...

κι εγώ εδώ κι ακόμη σκαλίζω... τα χώματα της ψυχής, της σκέψης, του νου...

ξέχασα τι έψαχνα, ξέχασα τι ψάχνω... απλά κοιτάζω τριγύρω μου να δω ξεθωριασμένες πυγολαμπίδες να σταθώ κοντά τους, στην αδέξια προσπάθειά τους να γεμίσουν τη νύχτα φως....

καληνύχτα

Χριστίνα Σαββατιανού... 5-2-2007

5 Φεβ 2007

Ονειρέψου εσύ...




Oνειρέψου εσύ... ονειρέψου χαμογελαστά μουτράκια παιδικά...
κι ίσως το αίμα να σκιαχτεί και φύγει...
Ονειρέψου σοκκάκια γιομάτα παιδιά που δεν φοβούνται...
κι ίσως ο πόλεμος αλλάξει γνώμη...
Ονειρέψου εσύ ουρανούς γαλάζιους, οχι γκρι, όχι καπνο φωτιά γεμάτους.
κι ίσως η επόμενη μέρα ναναι ροδαλή σαν μάγουλο ανθισμένο..
Ονειρέψου πως δεν στερεύουν οι τροφές πως δεν διψάει κανένας,
κι ίσως η γη γίνει τροφός και οι κακοί χαθούνε...
Ονειρέψου εσύ, εγώ, ολοι... ονειρευτείτε...
Κι ίσως το όνειρο βρει χρώμα να γίνει αληθινό..
ίσως η εικόνα τουτου του κόσμου του φτωχού αλλάξει, ζωντανέψει...
Κάποιος κάποτε εγραψε, ότι όταν ποθούμε κάτι όλο το σύμπαν συννομωτεί για να πραγματοποιηθεί...
Ας ποθήσουμε όλοι έναν κόσμο ανθρώπινο κι ίσως το σύμπαν συμμαχήσει μαζί μας...
Ίσως οι πατριώτες μου στο Α του Κενταύρου γίνουν φίλοι και μας δείξουν τρόπους, δρόμους...
Μόνοι κι αδύναμοι είμαστε όταν πορευόμαστε σε μονοπάτια μοναχικά όταν τον εαυτό μας μονάχα θυμούμαστε να καλοπιάνουμε...
Ιδιώτης στην Ελλάδα την παλιά ήταν βρισιά ας την ξανακάνουμε βρισιά κι ας γίνουμε κοινωνία....
Να μην λυπάσαι, να χαίρεσαι που έχεις τα μάτια ανοιχτά...
Να χαιρεσαι που η καρδιά ακόμα μπορεί και πονάει.
Να χαιρεσαι που είσαι ζωντανός και ξύπνιος
Να χαιρεσαι που έχεις ώρα και διαμαρτύρεσαι
Να χαιρεσαι που είσαι άνθρωπος
Κι ίσως ζηλέψουν κι άλλοι τη χαρά σου
κι ίσως η επόμενη μέρα να είναι απ' του ονείρου το σεργιάνι γεννημένη....

Χριστίνα Σαββατιανού

Στις Κυκλάδες




Η δροσιά της αυγής της θύμισε καλοκαίρια στις Κυκλάδες... εκεί που χαύνωνε η ψυχή κάτω από τη ζεστή ματιά του ήλιου... Στην Αμοργό θυμήθηκε πως τρεχανε και σκάβαν το νησί να βρούνε μανδραγόρες να ακούσουνε το κλάμα της ρίζας της τρελλής...
Τα μάτια του λάμπαν με άγριες χαρές καθε που του γέλαγε... Τα χέρια του σκάλιζαν αχνές νότες στα μαλλιά της με κάθε χάδι του αερα, ίσα που άγγιζαν μα ήταν αρκετό η ψυχή να ριγήσει...
Μια αστραπή έδιωξε τη σκοτεινιά του πρωινού... κοίταξε ενα γύρο και το δωμάτιο εγινε φυλακή. Ηταν ακόμη εδώ.. η Αμοργός χάθηκε, το φως της ματιας του χάθηκε, ένα σπασμενο στολίδι στο τραπέζι της είπε πως τα ωραια τελειώνουν και γελασε ειρωνικά...
Το κουκουνάρι απο την εκδρομή στη Πάρνηθα της ψιθύρισε τριζοντας πως τα ωραια είναι μονο στη φαντασία της και σιώπησε με ενα λικνισμα σταματώντας στην ακρη του τραπεζιού...
Τα μάτια της φτύσαν γαλανά νερά, το θέλω της βγήκε σε χρωματιστες βροχές κι αρχισε να υψώνεται στο δωμάτιο...
Φόρεσε το πλεκτό της σκουφί να κρατήσει τη σκέψη δική της...
Ξεχασμένο κόκκινο ανθισε στα χείλη της... ΄Σκέφτηκε τοτε που φιλησε την ακρη των χειλιών του κι εκεινος κοκκίνησε σαν να ταν παιδαρέλι... Ξεχασμένο κόκκινο κι η μυρωδιά του η φρέσκια, η φορτωμένη με ζωή....
Ξανακοίταξε το κουκουνάρι και του αχνογέλασε....
Ναι αλήθεια μου είπες, τα ωραία ειναι μόνο δικά μας εκει στη φαντασία μας... ούτε ζουν ούτε πεθαινουν, μονάχα είναι εκεί να μας ξυπνουν, να μας κοιμίζουν, να μας πονούν...
Η ψυχή αποκαμωμένη γύρισε πλευρό και ξεχάστηκε χαιδεύοντας μια ρίζα μανδραγόρα που δεν εκλαιγε πια, μονάχα παιχνίδιζε στα χέρια μιας παρθένας...
Για αλλη μια φορά η ζωή έτρεχε λεύτερη σε ξένα χωράφια και μαζευε λουλούδια άχρωμα στολίζοντας τα μαλλιά καποιων άλλων....
Ηρθε η νύχτα κι η αστραπή της θύμισε την αλλαγή στα χρώματα...
Χαμογέλασε πονώντας και καληνύχτισε τις μικρες γλυκές της ελπίδες...
Αυριο θα βγω για ψώνια...
Κι έκλεισε τα μάτια σε εναν υπνο βυθισμένο σε σκοτεινά νερά...

Χριστίνα Σαββατιανού / 14-12-2002

Πριν - Μετά




Ξάφνου με μια στραφταλιστή λάμψη κάτι άλλαξε.... το ποτάμι λευτερώθηκε γίνηκε αέρας... το χέρι έσμιξε με το δέρμα της γης...
Από τα βάθια της υπαρξής του βγήκε από την κρυψώνα μια φωνή... αχνή και γλυκιά στην αρχή... άκαμπτη κι ακίνητη έπειτα....
Τα σύνορα ήταν κοντά... μια παράγκα έθετε το όριο του πριν και του μετά... χώριζε το τώρα από το αυριο και το χθες....
Λεύτερος από ερωτηματικά, νέος ξανά κίνησε για το μετά....
Αντάλλαξε το σκουριασμένο δέρμα του με μια νέα ανάσα... ο ουρανός ρόδισε, φόρεσε τα μαβιά του,΄τον αγκάλιασε... χάθηκε στο βάθος παρέα με ενα αετόπουλο που μάθαινε να πετάει....

Χριστίνα Σαββατιανού / 24-8-2002

Το νοίκι...




νοικιασμένες θέσεις... με την ώρα με το χρόνο, άντε ίσα όσο κρατάει ένα σόι στη ζωή.... σε τούτο το τσίρκο που ολο σκοντάφτει... ποιος θα προλάβει το θαυμα να δει;...

νοικιασμένες σκέψεις, με το σώμα με τη γεύση άντε ίσα οσο κρατάει ενα ποτήρι κρασί... σε τούτη τη ζήση που όλο χαζεύει... ποιος θα προκάμει το κόλπο να βρει;

Χριστίνα Σαββατιανού - 2005

Αύριο...




Kι όταν ξυπνήσεις απ το θόρυβο...
θα δεις της σιωπής την άλλη όψη...
εκείνη που ξεχνάει και εκείνη που δεν έχει χρώμα...

Αυριο θα πετάξεις ξανά...
σε εκείνο το αστέρι το γαλάζιο...
θα αγγίξεις πάλι το κενό κι εγώ θα ζηλέψω το πουθενά και το ποτέ...

Αύριο θα είσαι αλλού ξανά και ξανά αλλού...
Κι ακόμα μέσα στο τίποτα θα πνίγεσαι για μια στιγμή ουρανό...

(για τη μητέρα μου που έφυγε νωρίς)

Χριστίνα Σαββατιανού - 2004

ΓΙΑ ΣΕΝΑ




Με τα ξέφτια φτιάνω στρωσίδια
στα μαλακά να αναπαυθείς.
Με τους ήχους τραγούδια σκαρώνω
από τις κραυγές να φυλαχτεις..
Του ουρανού τα δάκρυα διυλίζω,
νερό αγνό για να λουστείς...
Τα στάχυα με χαμόγελα χτενίζω
να τα αγναντεύεις και ποτέ,
ποτέ μη φοβηθείς...

Χριστίνα Σαββατιανού - 2003

4 Φεβ 2007

Πίσω από.....



Πίσω από το καραβάκι

Η γαλήνη στη ζωή μπορεί να γίνει θάνατος, φουρτούνα,
Κίνδυνος, από τη μια στιγμή στην άλλη.
Δέσε γερά τη βάρκα σου.
Μπορείς και πάλι να την αφήσεις να πλεύσει, να παρασυρθεί
Από της γαλήνης την ένταση από της ηρεμίας το πάθος.
Κι αν βουλιάξει, μην κλάψεις,
δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι εκείνο που κρύβουν τα βάθη.
Ίσως και νάναι θησαυρός.



Πίσω από τα στάχυα

Μια μικρή κοινωνία
Αλήθεια δεν μοιάζει λίγο με κείνη των ανθρώπων;
Το κάθε άτομο στη ρίζα του χωρίς ελευθερία
Πηγαίνοντας όπου το σπρώξει ο αέρας…
όπου το θερίσει το χέρι, όπου το αγγίξει η φωτιά...



Πίσω από τον μικρό Άχμεντ

Τι καλύτερο θα μπορούσε να σου τύχει,
από το χαμόγελο ενός παιδιού,
και το ευχαριστώ που λάμπει μέσα στα μάτια του,
την ώρα που του στέγνωσες τα δάκρυα,
με μια σου γκριμάτσα λίγο αστεία!!!



Πίσω από τον Θεό

Μικρή ελπίδα και ζωής φυλακή συνάμα,
παραχώσαμε στο σακί που το ονομάσαμε Θεό.
Κι όμως αυτός τσαλαβουτάει στα λασπόνερα,
κάθε που ξημερώνει καφέ πίνει βαρύ στις πλατείες,
με κείνους τους γραφικούς ξεχασμένους βρώμικους γέρους.
Κι εμείς κοιτάζουμε τα σύννεφα και περιμένουμε..
Λύτρωση δύναμη ζωή.
Εγώ πάω για καφέ στην πλατεία…
Θα παίζω τάβλι με τον Θεό.



Χριστίνα Σαββατιανού

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)