Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Η Αλεξάνδρα το παληκάρι

Απρίλης του 48 ή εκεί γύρω κάπου, ήταν και η Αλεξάνδρα μικρό κοριτσι τότε έπαιρνε στο κατόπι τα μπουλούκια των τσιγγάνων που πέρναγαν ...

18 Μαρ 2007

Λέξεις χωρίς σκοπό



διάφανη απόψε η ματιά σου, διάφανη κι η ψυχή... κι ο κόσμος από τσίτι αραχνοϋφαντο φτιαγμένος

κάψε τα βιβλία με τα λόγια τα σπουδαία, φτύσε τις προκατασκευασμένες ιδέες που σε ποτίσαν, όλες εκείνες τις δικαιολογίες που σε κάνουν να αδρανείς πέταξε, κι έλα να ανακαλύψουμε τον κόσμο απ την αρχή...

να γίνουμε φιλόσοφοι, θεοί, κι ανθρώποι, να γίνουμε παιδιά και ζώα και δέντρα, να ενωθούμε με της γης και του ουρανού τα θαύματα...

φύγε απ το βόλεμα και έλα να ζήσεις κι εσύ...

θυμήσου, η ευτυχία δεν είναι στα πολλά, αλλά σε κείνα που αξία μοναδική έχουν... κι είναι τόσο λίγα! μια κουβέντα, μια ματιά, δυο τρεις λέξεις ένας ήχος κι ενα χρώμα...

όλα διάφανα απόψε... κι η ζωή απλή... παιδικό τραγούδι μοιάζει από γραμμόφωνο παιγμένο...

ξεβολέψου μην αργείς... θα ξημερώσει...


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

Τρεισίμιση λεπτά....




Τρεισίμιση λεπτά δημοσιότητας... αναγνώριση, ευκαιρία να κάνει εντύπωση! ευκαιρία να μιλήσει...

Μετά σιωπή, κλείνει η κουρτίνα και μένει εκεί, μόνος, με την αναμασημένη ιδέα που του φορτώσαν, τοτε που ήταν παιδί... με αυτή που μυρηκάζει σαράντα χρόνια τώρα...

Τρεισίμιση λεπτά ήταν σπουδαίος, τον βλέπαν όλοι, ξεστόμισε μια θορυβώδικη γνώμη, μαζί με τους υπόλοιπους που αλυχτούσαν σαν μανιασμένα σκυλιά, αν τον άκουσε κάποιος θα νιώσει καλά...

τρεισίμιση λεπτά, όλη η ζωή του...

Σκέψεις που σκούριασαν απ της αναμονής την υγρασία, καλοραμένα ρούχα που τσαλακώθηκαν μέσα στα χρόνια, και λίγη πούδρα να μη γυαλίζει ο ιδρώτας, όλη η ζωή για αυτά τα τρεισίμιση λεπτά...

Πόσο λίγα ήταν τελικά....

Μόνο τρεισίμιση λεπτά... κι όμως χώρεσε μέσα τους, πόσο μικρός ήταν!


Χριστίνα Σαββατιανού / 18-03-2007

17 Μαρ 2007

Νυχτας απορίες...

Όταν ξεφτίζει η ψευδαίσθηση, αρχίζει η ζωή...
μαζί της φέρνει όλα εκείνα που αρνούμαι να κοιτάζω, γιατί με πονούν, μαζί της φέρνει όλα εκείνα που με κάνουν να φωνάζω, γιατί με βαραίνουν...

Όταν τελειώνει το παραμύθι που έπλασα, μένει η μέρα στεγνή, γυμνή... Κοιτάζω και φοβάμαι, δεν μιλώ, λουφάζω και κοιτώ...

Τότε είναι που τα μάτια δακρύζουν, γιατί βλέπουν τα αληθινά χρώματα κι όχι εκείνα που η σκέψη μου ορίζει... κι η ψυχή σκίζεται απ το θόρυβό τους, κομμάτια ανύπαρκτα, σε παζλ που χλευάζει γίνεται...

Τότε παύω να ερωτεύομαι, τότε αρχίζει η οργή, και η φωνή από χαδιάρα γίνεται κραυγή, και το χέρι από τρυφερό γίνεται γροθιά... να σπάσει το γυάλινο τείχος ποθεί, μα η δύναμη λίγη, η ελπίδα λιπόθυμη...

Όταν η αυταπάτη γκρεμίζεται, αρχίζει η μέρα, η μέρα που μου ορίσανε, εκείνοι που δεν διάλεξα... η μέρα που δεν έχει ουρανό, τον κρύβει το τσιμέντο και το γυαλί τους, η μέρα που δεν έχει άνοιξη γιατί τα λουλούδια γίνηκαν θεμέλια για τα όμορφα σπίτια τους στα δάση που μου δίναν κάποτε αέρα κι όνειρα, και χώρο να παίζω...

και τότε ο έρωτας γίνεται ακίδα στην καρδιά, και κείνη η παιδική ιδέα ότι με όλα είμαι ερωτευμένη γίνεται αστεία, πως να ερωτευτώ την ασχήμια;...

Όταν τα χέρια ροζιάζουν απ το μόχθο και τον κόπο, κι όταν το σώμα το σκάβει ο ιδρώτας, ποια μάτια είναι εκείνα που θα δούνε πίσω απ το ψέμα τούτο που μας κερνάνε την ομορφιά που λουφάζει τρομαγμένη;

Που είναι κρυμμένα τα παιδιά, θυμάμαι τη γειτονιά παλιά, λαλίτσες και γελάκια ήταν γεμάτη, σαν σπουργίτια και αηδόνια κελαηδούσαν... τώρα σιωπή, και θόρυβος, όχι γέλια, όχι λαλίτσες, κι η καλημέρα κουρνιάζει στα χείλη των τρελλών, τώρα τα παιδιά τα φυλακίσαν πίσω από οθόνες και μεσα σε τσιμεντένιους διαδρόμους παίζουν σκοινάκι... φυλακίζουν τη νιότη... την ελπίδα μας, φυλακίζουν το αύριο το δικό μας, το δικό τους... κι εγώ, εσύ, κοιτάζουμε, σιωπούμε, ακολουθούμε... πες μου τι να ερωτευτώ; τα σταχτιά τους μάτια, και τα κιτρινισμένα μάγουλα; τη σιωπή μου; την αδράνειά μας; τι να ερωτευτώ που να εμπνέει; τι θα ζωντανέψει τα όνειρα;

Τι να ερωτευτώ, με τι καρδιάς απομεινάρι, που μου κλέβουν τον κόσμο μου μέρα τη μέρα, σταγόνα τη σταγόνα; που ορίζουν το συναίσθημά μου το ρυθμίζουν σε φόβο μόνο να πλησιάζει, σε αγωνία, σε αγώνα σε λειψή ελπίδα για ένα τώρα τόσο φτωχό και αδέξιο, και για ένα αύριο τόσο μα τόσο άχρωμο... πες μου πως να ερωτευτώ;

Τι να ερωτευτώ; και πως να συνεχίσουν οι λέξεις να αναβλύζουν; να αγγίζουν; πως;

Εσεις οι νέοι τι ερωτεύεστε;

Χριστίνα Σαββατιανού / 15-03-2007

16 Μαρ 2007

"ΠΑΡΕ ΜΕ"




Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.



Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες...

Χριστίνα Σαββατιανού

Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την αναπηρία...

http://stefosis.blogspot.com/2007/03/blog-post_16.html

How to Remove Spyware From Your PC

και κάτι χρήσιμο, από το περιοδικό PC World

* Visit the Spyware & Security Info Center for the latest in the fight
against spyware and spam:
http://www.pcworld.com/tc/spyware/?tk=nl_spxctr

Almost everyone needs to deal with spyware at one point or another.
This week we present PC World security expert Andrew Brandt's detailed
advice on how to recognize and remove spyware from your computer, plus
a review of the latest ZoneAlarm antivirus and antispyware security
suite. We've also got free software downloads that will protect you
from these nasties.

Top Story

"How to Remove Spyware From Your PC":
http://www.pcworld.com/article/id,129094/article.html?tk=nl_spxhow

Security Product Reviews

"ZoneAlarm Internet Security Suite 7.0":
This suite performs well and is easy to use, but it lacks a targeted
antiphishing component.
http://www.pcworld.com/article/id,129514/article.html?tk=nl_spxrvw

Free Security Software

AVG Anti-Virus:
Free program protects against viruses and hackers.
http://www.pcworld.com/downloads/file/fid,15202/description.html?tk=nl_spxdwn

Ad-Aware SE Personal:
This free antispyware program with a solid scanning engine lacks
real-time protection.
http://www.pcworld.com/downloads/file/fid,7423/description.html?tk=nl_spxdwn

Spybot Search & Destroy:
Perennial favorite antispyware tool has lots of settings.
http://www.pcworld.com/downloads/file/fid,22262/description.html?tk=nl_spxdwn

15 Μαρ 2007

Μικρά ασυλόγιστα ταξίδια... (παραληρήματα στης νύχτας τις άκρες)

Ο πρίγκιπας σκόνταψε στου λουλουδιού το αγκάθι και τσακίστηκε ανάμεσα σε βρώμικες σελίδες που ξεψύχησαν δίπλα στη φωτιά δυο ματιών που γλάρωσαν απ' της ανάγνωσης την λησμονιά.. Πρίγκιπα να σου βάλω ιώδιο;

Κηδέψανε της νιότης ένα λουλούδι και έναν πρίγκιπα που ήξερε εκείνη, καλό ταξίδι λουλούδι, καλό σου ύπνο πρίγκιπα...

Και ένα τραίνο να τρέχει να κρυφτεί μην περάσουν τον καπνό του για λέξεις και το σκοτώσουν πριν μεγαλώσει...

Εμπρός και στο χορό της φλόγας με το νταούλι και δυο εικόνες που τις κάνει αγίες μια μαζική υστερία κάτι σαν τις λέξεις μου απόψε, και με κάλπικες δεκάρες περασμένες σε κλωστή να κουδουνίζουν κάλπικες νότες

Να χαζεύουν μέσα σε σχήματα κακής γεωμετρίας στραβές διατάξεις δήθεν ζωής και πρώιμα χαμένα νιάτα

Τα όνειρα ξεχάστηκαν και πνίγηκαν στης μέρας το πηχτό ζουμί.. έφτυσε πάλι η ζωή και βγήκαμε εμείς, εμείς που ενδίδουμε στης φύσης τα τερτίπια και σε κείνα τα μικρά φλογισμένα ταξίδια που η φαντασία τα έκανε λέξεις και οράματα γυάλινα θαμπά

Δίνω κλωτσιά στην ψεύτικη εικόνα μου και αφήνω εκείνη την άλλη τη λιγνή και χαμογελαστή να τρέξει να ακαλιάσει θύελλες και καταιγίδες.. Μικρή δροσιά στα χέρια μου και δυο μικρές ακίδες από κείνο το λουλούδι που του στέρησα τη ζωή τα μαλλιά μου να στολίσω.. ακόμα το αγαπώ

Ένας γέρος λειψός βαρκάρης στάθηκε για λίγο στο καρνάγιο... θυμήθηκε στης νιότης του τη γλύκα τότε που τα χέρια ατσάλι κι η καρδιά λεύτερη όξω απ'το σώμα ταξίδευε και καλωσόριζε τον πουνέντε στα λευκά πανιά... θυμήθηκε εκείνη τη φυσαρμόνικα που ζωγράφιζε στο κύμα τα μάτια της αγάπης του και τώρα στέκει σκουριασμένη στο τσεπάκι του τριμμένου απ το κύμα γιλέκου... θυμήθηκε και δάκρυσε...

O δυόσμος γέμισε χνούδι από το ξεφτισμένο χρωματιστό κορδελάκι των μαλλιών της... έτσι κλεισμένος στο κουτί της μνήμης της θολής που μοιάζει με τη λήθη... άραγε τι χρώμα να'χει τώρα ο ουρανός; θυμάμαι το γαλάζιο σαν έσμιγε με της νυχτιάς τη δροσερή ανάσα πως γινόταν ροδαλό... θαρρείς ντρεπόταν απ'το σμίξιμο... τα δευτερόλεπτα κάναν τη νύχτα αρχόντισσα και το γαλάζιο όνειρο της μέρας... ο ανθός της λεμονιάς δίπλα του το κοίταξε κι έδωσε μια ανάσα από το πιο γλυκό του άρωμα το τελευταίο... αφέθηκε να ταξιδέψει... να δεθεί κι αυτός μέσα στα χνούδια και στα ξέφτια... μήπως ήταν της καρδιάς μου;

Τούτος ο πόλεμος ζωή χαρίζει και αθάνατο νερό ποτίζει τις στρατιές που τον υπηρετούν, μην πάψει η ψυχή να ανασταίνεται, να συνεχίσουν οι πεθυμιές να αποπλανούνται, να θεριέψουν τα όνειρα να ταξιδεύουν με του καπνού τις γιρλάντες και να χορεύουν τα χαμόγελα....

Ναι κοίτα, σαϊτιές κεντάνε το νερό... μικρές παιχνιδιάρικες φιγούρες με φλογισμένα μάτια ξεπροβάλουν, είναι της ζωής τα παιχνιδίσματα που ξεγλιστρούν μαζί του.... πόσο χαζή ήμουν όταν στεκόμουν στο σκοτάδι...όμως η ανάσα μου με οδήγησε στην άφεση... Ξεκόλλησα μια μέρα με μια ανάσα βαθιά κι αντί να πνιγώ ταξίδεψα... κι από τότε στο δρόμο μου φλόγες και μυρωδιές ευχάριστες συναντώ σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι. Κοίτα το φως, ναι πάντα σε οδηγεί αν δεν φοβηθείς στα μάτια να το βάλεις

Τα ταξίδια είναι μικρά, τα βήματα μεγάλα... τρέχει η ψυχή πιο γρήγορα με την ανάσα της χαράς παρέα, και τα τραγούδια την ακολουθούν και μπλέκονται στα ξέπλεκα μαλλιά της σαν μαγιάτικα κρίνα, μοσχοβολιές στον άνεμο σκορπώντας... κι εκείνη η φλογίτσα θεριεύει και χάνεται χωρίς να νοιάζεται για λογική.... απλά παιχνιδίζει με ορμή και τρυφεράδα κι όλες τις ίνες αγγίζει κείνες τις κρυφές....

Αλαργεύει ο φόβος πιο πολύ, στης προσμονής την σκέψη, και μέσα στις φυλλωσιές τρεμοπαίζει η ροδιά με του πάθους το φόρεμα ντυμένη και ξεγελάει ένα αγριοπούλι και του κλέβει μια ματιά.... Το τσιγάρο διέλυσε τη θολή καλημέρα και ο καπνός ανέβασε την ψυχή κοντά σε κείνο το βροχοσύννεφο, να πάνε μια βόλτα μαζί να πιουν και να μεθύσουν με τις στάλες και να ξεχαστούν στου όνειρου το διάβα το πολύχρωμο Ξημέρωσε ξανά και ο καπνός στάθηκε στης καλημέρας το κατώφλι να πάρει μιαν ανάσα ήρθε η ώρα του ονείρου μου

Πάλι σε μιαν ακτή ξέμεινα να κοιτάζω τον αφρό που τρεμοπαίζει και μου κλείνει το μάτι... Πιστή κι εγώ στην ακτή μου ξέχασα να πετάξω... Τα αστέρια έμαθα να μετρώ και να αναπολώ... Μα σαν εκείνη η φλόγα μέσα μου θεριεύει χείμαρρος γίνομαι κι ενώνομαι με της θάλασσας την απεραντοσύνη, ταξίδι πάνω στου βοριά το φύσημα αρχινώ και την ψυχή μου καθαρίζω πάλι και πάλι με του χαμόγελου το γάργαρο τραγούδι κι αν ξεχαστώ είναι το όνειρο που με ξυπνά και πίσω να ξεμείνω δεν με αφήνει

Χορδές τεντωμένες οι αισθήσεις να πιάσουν αναζητούν ν' αγγιξουν το άπειρο... Το χρώμα του φιλιού μαβί σαν μούρο μεστό, όχι η ζωή δεν έχει αρχή και τέλος μόνο να ζει ξέρει να πηγαίνει... Είναι παντού η φωτιά εκεί που πέφτει η ματιά σου και ο καπνός της οδηγός γίνεται για τις λέξεις που γεννιούνται εδώ, κι υψώνουν δειλά το πρόσωπο τους στον ήλιο των ματιών σου και προσμένουν μ' αγωνία το επόμενο χαμόγελο σου...

Το φεγγάρι κυλίστηκε σε ξεραμένα φύλλα και σε ανθισμένα χαμομήλια ανάμεσα...Μάδησε μαργαρίτες να του πουν αν το αγαπώ... Ο άνεμος δεν του ψιθύρισε αλήθειες και έκρυψε την φωτιά μου από τα μάτια του.. Κι εκείνο κάθε νύχτα στην πορεία του την βασανιστική ψάχνει, ψάχνει την μικρή του αγάπη πίσω από τις γραμμές των αστεριών

Δυο φτερά κι ένα κοχύλι, μέσα στης χαραυγής το γέλιο...μονοπάτι αταξίδευτο αυτό, τόσο βαρύ το σύννεφο που αγκρίφωσε η καρδιά μου... βάσανο το θαύμα αλύτρωτο... αλλόκοτη σιωπή σκίζει τη γαλήνη.. κάτι λείπει κάτι περισσεύει...φωτιά νερό γη αέρας κι εγώ... μα ναι το σύννεφο είναι περιττό κρύβει το φως κι εγώ φοβάμαι.

Μικρές φωτιές γλύφουν το κρύσταλλο και σκάνε ρυθμικά στα μάτια μου μπροστά.. Η φωλιά μου αδειανή έρμαιο και βορρά στου άνεμου την δίψα. Υφάδι ξέπλεκο πυκνό γιομάτο κόμπους στέκει στο λαιμό με πνίγει με φοβίζει.. Αχ! το αστέρι το χλωμό αχ! κι η δροσιά του πρωινού.. Αχ! και κείνο το μικρό δειλό το χάδι που έμεινε μακριά, στην άκρη να κοιτάζει της αγκαλιάς την μοναξιά.. Το βάλσαμο αργεί να μεγαλώσει και η σιωπή του σπόρου σφάζει. Κομμάτια κάνει την ψυχή που έμαθε στου αέρα τη δροσιά να χάνεται πνιγμένη σε ανάσες.

(19/01/02)

Χριστίνα Σαββατιανού

Μια λέξη σήμερα

μου έκανε εντύπωση!!!!

την άκουσα από μουσικό - και πολύ πολύ μου άρεσε ως ενδεικτική διαφόρων καταστάσεων και επιπέδων σε διάφορους χώρους καλλιτεχνικούς και μη

"βλαχομπαροκοανοργασμική"

λες να χει κανα δίκιο ο καλλιτέχνης?

Y.Γ. για πολιτικό μιλούσε πάντως...

Χριστίνα Σ.

14 Μαρ 2007

Παραληρήματα 2007-α (λέξεις του Μάνου μέρος βου)




Αναρωτιέμαι Υπάρχω Κόσμος Νησί Αγαπώ Διάλογος Εισαγωγή Κρίση Επίλογος


Αναρωτιέμαι πόσα πρέπει να θυσιαστουν από τους μικρούς προσωπικούς μας κόσμους στο βωμό των εξουσιών; ποιες αξίες είναι εκείνες που θα αντέξουν στης εποχής τη δίνη? ποιος θα τολμήσει να ζήσει όπως τάχτηκε κι όχι όπως του ορίσαν?

Τι ναναι εκείνο που αγαπάμε περισσότερο από την αξιοπρέπειά μας και μας κάνει μικρόψυχους μπροστά στις ευθύνες και στις υποχρεώσεις, ενώ γενναίους μπρος στην ατιμία και τη πουστιά; τι ναναι εκείνο που μας κάνει να διεκδικούμε βροντόφωνα "δικαιώματα" αλλά στις υποχρεώσεις κάνουμε τουμπεκί; ποια πειραγμένη ζυγαριά ορίζει τη ζωή μας; κι όλα όσα ειν κοινό συμφέρον δεν έχουν σημασία;

Στο νησί θα διψάσουν φέτος, υπάρχει λύση λένε οι επιστήμονες, εκείνοι που αποφασίζουν όμως μόνο διάλογο ξέρουν να κάνουν, δεν τολμούν... η τσέπη ναν καλά, κι ας διψάσει το νησί... ο κόσμος είναι μια ιδέα, μια εικόνα που την κάνουν παντιέρα όταν τη χρειάζονται μόνο... ας διψάσει κι ο κόσμος, η τσέπη ναν καλά.... πάρτε κόσμε θα με το καντάρι, κι εμείς συνεπείς θα σας πηδήξουμε όταν μας δώσετε την δυνατότητα της εξουσίας... προσοχή η βαζελίνη θα ακριβύνει...

Διάβασα κάποτε ένα βιβλίο, "Ψευδαισθήσεις" το λένε, η εισαγωγή του μιλάει για έναν διστακτικό μεσσία, και για ένα παράξενο πλάσμα που ζούσε κολλημένο με τη βεντούζα του στο πάτο ενός ποταμού, γερά κολλημένο κι αυτό όπως και όλα τα άλλα του είδους του... μια μέρα αποφάσισε να χαλαρώσει τους μυς της βεντούζας, κι αφέθηκε στο νερό... τσακίστηκε στα βράχια στην αρχή, αλλά μετά το νερό το αγκάλιασε τρυφερά, το ανέβασε, και το ταξίδεψε, τα άλλα του είδους του το ονόμασαν "Μεσσία" - κι ο διστακτικός μεσσίας της εισαγωγής έφυγε απ τα πλήθη και πήγε σε άλλη πολιτεία, άνοιξε φαναρτζήδικο και έζησε χαμογελαστός...

Και με τούτα και με κείνα, συνεχίζω να υπάρχω, το γιατί δεν το χω βρει, το πως το ξέρω, το μετά δεν με απασχολεί... στιγμές στιγμές λέω να φύγω κι εγώ, και που κάθομαι εδώ τι κάνω; άλλοτε πάλι όταν μιλώ με τα παιδιά, αγαλιάζω, αναλαμβάνω πνεύμα, μια μικρή ελπίδα, ότι μεσα σε κείνα τα μάτια που διψούν δεν θα χυθεί ναρκωτικό, ότι μεσα σε κείνα τα μυαλά τα άγραφα θα βρεθεί έστω κι ένα που θα δει τον κόσμο όπως ΕΙΝΑΙ κι όχι οπως τον αναμασούν για αυτούς... και μένω, κι υπομένω, και φωνάζω, και πονώ, και χαίρομαι, και πολεμώ... καθαιρώ και βρίζω, επαινώ κι εξυψώνω... θυμίζω άνθρωπο...

Αναρωτιέμαι ακόμη όμως, που είναι οι άλλοι;;;

Χριστίνα Σαββατιανού / 15-03-2007

Σκέφτομαι, ... άρα υπάρχω.: Μάαϊ φέϊβουριτ μούβιζ!

Σκέφτομαι, ... άρα υπάρχω.: Μάαϊ φέϊβουριτ μούβιζ!


παίρνοντας τη σκυτάλη από τον φίλο μου τον philos (ντροπή μου που δεν ξέρω ακόμη το όνομά του) θα σκαλίσω κι εγώ τη μνήμη μου να δω ποιες ταινίες ειναι οι επτά αγαπημένες μου... αν και συχνά δυσκολεύομαι να συγκρατήσω τίτλους, μόνο εικόνες και συναισθήματα κρατώ γερά...

Με το "πράσινο μίλι" θα συμφωνήσω με τον philos

"Η λάμψη" με έκανε και αγάπησα τον Τζακ Νίκολσον... και γέλασα με την ψυχή μου (ήμουν έφηβη όταν την πρωτοείδα βλέπετε με σπλάτερ αίσθηση του χιούμορ, και διάθεση να σκοτώσω όλους τους κακούς και βρήκα συμμάχους στα συμπαθή άυλα πλάσματα που κάνανε παρέα στον πρωταγωνιστή)




"Υπάρχει και φιλότιμο" νομίζω πως την λένε εκείνη με τον συγχωρεμένο τον Κωνσταντάρα ως ασύγκριτο Μαυρογιαλούρο... Το τι φάσκελο ρίχνω κι εγώ από τότε που την πρωτοείδα!!! ή μήπως από τότε που άρχισα να παρατηρώ τα πολιτικά τεκταινόμενα? θα σας γελάσω...

"Η μελωδία της Ευτυχίας" όταν με πιάνουν τα συναισθηματικά μου την παρακολουθώ ευχάριστα, και τραγουδώ το σουπερκαλιφρατζελιστικεξπιαλαντοσιους σε άπταιστα Εγγλέζικα...

"ΜΑΤΡΙΧ" ολέ, λατρεύω επιστημονική "φαντασία" ή και όχι τόσο φαντασία, τέτοιου ειδους ταινίες τις θεωρώ απλά ενημερωτικές για το τι θα ακολουθήσει...

Αγαπώ μερικές τηλεοπτικές μεταφορές από κλασσικά θεατρικά έργα όπως ο Γυάλινος Κόσμος, και κάτι Σεξπηρικά, (βίτσια είναι αυτά τι να κάνουμε....)

και λατρεύω Γούντυ Άλεν, και Αλμοδοβάρ.... χωρίς προτιμήσεις από αυτούς...

αυτά περι θεαμάτων από εμένα...

και παραδίδω τη σκυτάλη στους.... shades in the dark - anastasia - not paranoid - Klearchos

13 Μαρ 2007

Η παλιά πένα... (oλέξεις της artymedia)




άρκτος βαμβάκι σύλληψη χάντρες χοληστερίνη

Θα γίνουν συλλήψεις του είπε, να κρυφτείς... Σε έχουν σταμπάρει από την προχθεσινή πορεία... εσένα θα κατηγορήσουν οτι υποκινείς τα επισόδεια... ευκαιρία περιμένουν...

Του χαμογέλασε διστακτικά κοιτάζοντας σαν χαμένη γύρω της σαν να έψαχνε κάπου να τον κρύψει, να τον προστατέψει, και του χάϊδεψε τρυφερά τα γκρίζα μαλλιά...

Εκείνος έπαιζε βαρύθυμα με τις χάντρες του παλιού κεχριμπαρένιου κομπολογιού του... το χε από τότε που ήταν φοιτητής... τώρα, τριάντα και, χρόνια μετά, ο ήχος τους τον ηρεμεί ακόμη... είναι ο σύντροφός του από κείνα τα χρόνια... ο μόνος που δεν πρόδωσε που δεν ξεπούλησε τις ιδέες του για μια θέση στο δημόσιο ή για μια χούφτα λεφτά... ή για... καταξίωση!

Εγραφε, έγραφε σαν μανιακός, λογοκρινόταν συνεχώς, από παντού, άλλαζε τις φυλλάδες συχνότερα από τα πουκάμισά του... τον πολεμούσαν όλοι, οι παλιοί "σύντροφοι" σπουδαίοι πλέον στο χώρο, κατευθυνόμενοι, ποδοπατημένοι, αναγνωρίσιμοι, "δυνατοί" Δεν στέριωνε σε δουλειά, αλλά δεν ξεπουλούσε τα γραφόμενά του... δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα γράψει ότι του πουν... οι υποβολείς ειν για τους θεατρίνους έλεγε....

Το χαρτί στα χέρια του βαμβάκι γινόταν, έγνεθε τις ιδέες πανω του τα ιδανικά του, όλα εκείνα που τον έβαλαν στα νιάτα του να πολεμήσει, να ορθώσει το λιγοστό του μπόι μπροστά στα τανκς... Αδράχτι του η πένα, εκείνη η παλιά απ το σχολειό, που με δαύτη έμαθε γραφή, καλλιγραφία, έμαθε σκέψη, έμαθε ανάλυση, σύνθεση, έμαθε ομορφιά, γλώσσα, έμαθε αξίες κι ιδανικά, δεν μπορούσε να γράψει με τίποτα άλλο, τα φτηνιάρικα στυλό διαρκείας ήταν για τις ξεπουλημένες ιδεοληψίες τους, εγώ με πένα θα γράφω... όπως πάντα... Και ζωγράφιζε όνειρα κι ιδέες, σκέψεις και κόσμους αλλιώτικους με την πένα τούτη πάνω στο χαρτί... αντιστεκόταν πολεμούσε, καθαιρούσε και λευτέρωνε, ενοχλούσε... και οι εικόνες κόβονταν από τα "αφεντικά" οι εκδότες αρνούνταν να δημοσιεύσουν...

Τον πόναγε το σήμερα, τίποτα δεν είχε μείνει από κείνη τη θέρμη, από κείνο το όνειρο να αλλάξουν τον κόσμο, η Δημοκρατία που ποθούσαν τα νιάτα τους, βρώμισε, γέμισε χοληστερίνη από καλά εδραιωμένα βολέματα και παχυλές ανταποδώσεις... οι περισσότεροι ξεπουλήθηκαν... βολεύτηκαν, σκύψαν και υποκλίθηκαν, τους σιχαινόταν...

Σιχαινόταν και τον εαυτό του, που στάθηκε δίπλα σε δοσίλογους και πολέμησε για τα ίδια πράγματα με κείνους... έτσι νόμιζε έτσι νόμιζαν κι εκείνοι, τώρα τον έχουν όλοι στη μπούκα, τονε λένε αλήτη... τον λένε αιρετικό, μερικοί θαρρούν πως τρελλάθηκε από τότε που ταν φοιτητής, κι εκείνος, αναρωτιέται, τι πάθαν οι ιδέες? που πήγαν τα ιδανικά? πόσο φτηνοί είμαστε τέλος πάντων? για τόσο λίγα ξεπουλήσαν τόσους αγώνες? για τόσο λίγα αρνηθήκαν το βάρος της ιστορίας τους?

Κι αγκομαχούσε βλέποντας ότι μίσησε και αποποιήθηκε, να του ρυθμίζει τη ζωή, ή τουλάχιστον να προσπαθεί φιλότιμα να του τη ρυθμίσει... "Η πένα μου ναναι γερή, σκεφτόταν, κι ας λένε ότι θέλουν οι πουλημένοι, εγώ δεν θα σταματήσω να γράφω, κι ας είναι να τα κολάω στους τοίχους, κάποιος θα τα δει, κάποιος θα θυμηθεί, κάποιος θα καταλάβει..."

Τα βράδυα τα ανοιξιάτικα σήκωνε τα μάτια ψηλά, κοίταζε την μικρή Αρκτο, και της ψιθύριζε ρυθμούς και οράματα, καρφίτσωνε πάνω στα άστρα της τα ιδανικά του μήν τύχει και χαθούνε, σκαρφάλωνε στων αστεριών της τη ράχη, και άλλαζε με σκόνες μαγικές απ του σύμπαντος τα σπλάχνα βγαλμένους, τούτη την κοινωνία... που την αγάπησε με το πρόσωπο που του ιστορήθηκε, που τη μισεί με το τωρινό της πρόσωπο, την έφτιαχνε ιδανική, ισόνομη, αυτόνομη, αλληλέγγυα, πλήρη, με πολίτες γεμάτους συναίσθηση και ευθύνη, ευθιξία και αξιοπρέπεια, χωρίς βολέματα και ψευδαισθήσεις.... με ανθρώπους με κρίση και σκέψη ορθή, με ανθρώπους γεμάτους ιδανικά κι αξίες, ονειρευόταν τα ανοιξιάτικα τα βράδια... και ξανάπιανε την πένα...

Τα πρωινά τον καλημέριζαν πόρτες κλειστές, "συγνώμη κύριε "Χ" αλλά το άρθρο σας και ο σχολιασμός σας δεν συμπλέει με τη γραμμή της εφημερίδας μας, λυπούμαστε αλλά δεν μπορούμε να συνεργαστούμε μαζί σας... ξανά και ξανά...

Και απόψε εκείνη του λέει να κρυφτεί.... δεν καταλαβαίνει από τι, κι έτσι πιάνει το αδράχτι του και το βαμβάκι και αρχίζει ξανά να γράφει... να γνέθει της σκέψης το νήμα, να ιστορήσει όλα όσα αξίζουν... θα το μοιράσει στα παιδιά αύριο τούτο το αποψινό κομμάτι...

Αυριο έχει κι άλλη πορεία... θα είναι εκεί....


Χριστίνα Σαββατιανού / 13-03-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

12 Μαρ 2007

Αντέχεις... (οι λέξεις της not-paranoid)



νερό ροζ σύννεφο χαρταετός ψίθυρος

Ξεραίνονται οι λίμνες ένα γύρο, κι εσύ σκαλίζοντας σε ορίζοντες μακρινούς, ροζ σύννεφα, θυμάσαι τα τραγούδια που άκουγες παιδί, και δεν διψάς, μόνο θυμάσαι...

Και καθώς το δέρμα σου στεγνώνει, στον άνυδρο αέρα, κι η σκέψη ποδοπατιέται με ψίθυρους και ουρλιαχτά, ανόητων ημιφρενών που ορίστηκαν αφεντικά σου, ζωγραφίζεις σχεδόν ανέμελα, χαρταετούς στους τοίχους, να αφήσεις σημάδια για κείνους που θά ρθουν, να αφήσεις μια ανάμνηση... να αφήσεις διδαχή... αντιστέκεσαι.

Μέχρι να φύγεις βρίζεις φωνάζεις βλαστημάς, αλλά μόνο το ροζ σύννεφο σε ακούει, και κλαίει τις πολύτιμες σταγόνες του αλλού... στη γειτονιά σου μόνο φωτιά και οι ημιφρενείς αφέντες που χάσκουν, φτύνοντας αλλόκοτη εξουσία πάνω σου...

Το νερό είναι αλλού... ψιθυρίζει λόγια αγάπης στο ροζ σύννεφο και στον χαρταετό της παιδικότητάς σου...

Εδώ μόνο στειρότητα, εδώ εσύ κι οι άλλοι, μιας κόλασης καρικατούρα που σου λαχε να βιώνεις στιγμή τη στιγμή, βασανίζεται το άνυδρο κορμί, χαρακώνεται το ξεραμένο μυαλό...

Η σκέψη επαναστατεί, φωνάζει, το πνεύμα πρόθυμο, αλλά η βολή γερή... σε κρατάει εκεί, και οι ημιφρενείς, σου τρών τα σωθικά, στάλα τη στάλα πίνουν το αίμα τον ιδρώτα, το βιός σου... φτωχέ του Σήμερα αγωγιάτη... σε κοιτώ, σε πονώ...

Και ΝΑΙ ! Αντέχεις κι ας στέγνωσες, αντέχεις κι ας πονάς... ροή γίνεσαι και είσαι παντού...

Αντέχεις... Αντέχω μαζί σου κι εγώ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 13-02-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

10 Μαρ 2007

το λεξοπαίχνιδο και το ταξίδι του...



Τούτο εδώ, είναι παιχνίδι, δεν είναι αλυσίδα, είναι μοίρασμα λέξεων από δω κι απο κει, σε όσους αγαπάμε να διαβάζουμε, σε όσους είμαστε περίεργοι να δούμε που θα φτάσουν μεσα από τις λέξεις μας, μια και δυο και δεκα φορές δεν έχει σημασία, σημασία έχει να εμπνεστούμε, να φτιάξουμε κάτι τις από το τίποτα, όσο μικρό ή μεγάλο όσο έντεχνο ή άτεχνο, μια σκέψη μια πρόταση, μια ιδέα, μια ιδεολογία μια ιστορία ένα ανέκδοτο ή ενα ποίημα ή έστω ένα χαμόγελο...

μοιράστε το όπου αγαπάτε και όσο αγαπάτε, δώστε κι άλλες λέξεις σε κείνους που αγαπάτε να διαβάζετε να συνεχίσουν να ξανοίγουν την φαντασία τους και να μας κερνάνε ομορφιά, που τόσο λείπει απ τους ορίζοντές μας τελευταία...

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

οι 5 λέξεις του Μαραμένα Σύκα και ο κύριος Γιάκος μου

οι 5 λέξεις του Goas και τα καπούλια της Γενοβέφας μου

Νικηφόρος Ουρανός

5 vs 7

παιχνιδι νουμερο ενα/ουάν/αν/ούνο

παιζοντας με τις λεξεις .

5 λέξεις

Ας παίξουμε...

the chain - 5 λέξεις

Ο Δελφινάγγελος και το παιγνίδι των 5 λέξεων

Άλλος έχει το όνομα κι άλλος τη χάρη

Η αγριότητα της Μπουλντόζας

Όταν ο Μαρξ συνάντησε την Ναταλία Γερμανού...

Σόδομα και Μπλόγκορα Τούτο δω πολύ πολύ το φχαριστήθηκα λέμε....

Λόγια των ανέμων (οι λέξεις του Αίολου)

Έμπλεξα τις λέξεις και τα μπούτια μου!

Τα άλλα πέντε



Οι λέξεις των μονολόγων

Δελφινάγγελος (οι λέξεις του Νικόλα)

Λένη από την attalanti

Ένα (παράξενο) ταξίδι στο χρόνο με δανικές λέξεις

Παράξενο ταξίδι λέξεων.. 2

Η στιγμη - της fouliana

απ Το τετραδιο της candy - Αληθινη ιστορια (3)

Παιχνιδάκι ξανά!!

Wordgame 5

5 λέξεις και … ού μπλέξεις!

Διαδρομή...

Οι 5 λέξεις…

πιάνο, ημίμετρα, διορισμός, συλλήβδην, έβδομος...Allu Fun Marx! Ευχαριστώ...

CHALLENGE ACCEPTED!

Επειδή ΕΣΕΙΣ το ζητήσατε

Δουλιά και την Κυριακή!

The prince of Wor(l)ds

Αυτό με τις 5 λέξεις...

Πυραμίδα λέμε...

Πρό(σ)κληση από το Μάρκο



ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (λέξεις του shades in the dark)

Το Αγρίμι (οι λέξεις της Αναστασίας)

Το ζωάκι και τα παχύδερμα (οι λέξεις από tsalimi)

(οι λέξεις του Μάνου)

ΕΝΝΙΑ ΜΕΡΕΣ - ΕΝΝΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ (οι λέξεις του κλέαρχου)

ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΗΜΟΥΝ... (οι λέξεις του philos)

ΚΡΙΜΑ, ΚΡΙΜΑ.... (λέξεις από τον τυχάρσπαστο)


παραληρήματα 2




πανω σε ενα κλαδάκι από κουμαριά ανοιξε τα μάτια του ο κούκος... κλικ κλακ

χρυσά κτερίσματα γόμισε ο ουρανός καθώς ετρεξε να γιομίσει τα ασκιά κρασί κι απόσταγμα βελανιδιών... ήταν αργά για ονοματα, νωρίς για διακοπές

και καθώς μάδαγες την σκισμένη ομπρέλα σου ανοιξε η γη και ξέρασε του κόσμου τις σκεψεις... ονειρα εφιάλτες ελπίδες φοβοι... χόρεψαν όλα μαζί, αδέλφια ομοζυγωτά της ανοιξης να κλέψουν μυρωδιά...

ξεχάστηκε του αηδονιού μια νότα στο κεφαλόσκαλο, γιόμισε ήλιους και φεγγάρια η στιγμή... κι επειτα το ξύλινο ποδάρι του κυρ Λάμπρου της έκλεψε τη μελωδία με το τακ τακ στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ... θύμιζε αιώνιου αυνάνα καρδιοχτύπι... αέναα ανικανοποίητο και σιωπηλό...

σκιστηκε η σελίδα πανω στα λευκά ποδια, ξεχασε πως το βιβλίο ήταν το σπίτι της, έμεινε εκεί στο βελούδο να κοιτάζει χαύνα το νερό που επνιγε την εφηβη μοναξιά της... το βιβλίο δάκρυσε και ανέβηκε μελαγχολικό στο ράφι

δυο τούφες αρπάχτηκαν στου ανέμου τη δίνη και εσκαψαν του σύννεφου το όνειρο, αργησε η νύχτα να ερθει κι η βροχή ταξίδεψε αλλού... όποτε φεύγει έρχομαι, αλλιώς ξεχνιέμαι στο πουθενά.

και η βιασύνη ανοιξε τα χέρια κι αγκαλιάστηκε με τον ύπνο, στις ακρες της αμυγδαλιάς, και στις οχθες του αχέρωντα ανοιξε τα μάτια ενα παιδί, μικρό σαν δαχτυλήθρα ωχρό σαν κεράκι, χτυπησε τη βέργα του πανω στο κύμα, και ο ουρανός εβρεξε τρεντι πολυθρονίτσες

αργότερα θα ξυπνήσεις απ του εθισμού το κάλεσμα, θα ακούσεις ξινές μουσικές και μελάτες δικαιολογίες που υποννοούν ζωή... αργότερα θα θέλεις να φωνάξεις μα σου κόβουν τώρα τη γλώσσα... άργησες έχασες....

αδέσποτα ζευγάρια κουνάνε βαρκες βαρκάκια και φτιάχνουν πανάκια με ραβασάκια αλόκοτα... ξυπνάει η μερα ξανά και ξανά... εσύ κοιμάσαι ακόμη... αυριο ίσως....

μια μποτα τρύπια κι ενα κουτί παλιωμένος καφές κανουν παρέα στη γωνιά... κάποτε ήταν ζωντανός τώρα θυμίζει φαγιούμ ατέλειωτο στο κρεβάτι πεταμένο... δυστυχε κόσμε λιπόθυμε, κι ετσι σε θέλω κοντά, κι ετσι σε θελω κι ας πονάς

μικρές βελόνες κεντησαν δυο αστέρια κι ενα χαμόγελο πανω στο μαξιλάρι, ο ήλιος δεν ξύπνησε ουτε η νύχτα κύλησε, ολα εκεί καρφιτσωμένα σαν παιδιακίσια ζωγραφιά στο μουχλιασμένο τοίχο... τικ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου θυμίζει το εδώ

παλι μόνος πήγε στην κουζίνα, αυτός το μπρίκι και δυο αυγά απ τον περασμένο μήνα, σκεφτηκε να φύγει σκέφτηκε να μείνει, μόνος κι εδώ κι εκεί

κοιταξε το μπρίκι και πνίγηκε στη θολούρα του παλιωμένου μέταλλου, καθώς πασχισε για ανάσα θυμήθηκε τη Διονυσία... γιομάτη χυμούς να τρέχει να προφτάσει το τραινο

μικρή αναστάτωση κι αυτη, ανίκανη να διώξει τη θολούρα, μονος πάλι, κι εδώ κι εκεί... μόνος και στα μάτια της καθώς ειδε το καθρέφτισμα του στο τζάμι... τακ τακ το ποδάρι του κυρ Λάμπρου τον ενοχλεί

βεβαιωμένη αβεβαιότητα. ξημέρωσε και πάλι, το τίποτα θεριεύει, όλοι τρέχουν τρεχουν στο πουθενά, ζωή το λενε τώρα, εγώ γελώ στη θέα

κι εκείνο το ξύλινο ποδάρι χαλάει τη ροή, θυμίζει το τώρα το εδώ, σκάει το τακ του στης μοναξιάς τον ήχο και κουφαινει

το κλαράκι της κουμαριάς βαραίνει ακόμη απ τον κορυδαλό, και του αηδονιού η παγωμένη νότα σκίζει τη μέρα σε κομματια τόσα όσα τα ονειρα του πριν

ενα κομάτι του αγεριού ξεκόλησε κι εκαμε παρέα με μερικά βρεγμένα ρουχα της Φιλίτσας, θυμήθηκε ο Φίλιππος της νιότης το λουλούδι καθώς κοίταξε το παιχνίδι τους... ξύπνησε η θεια η Αρχοντούλα και φωναξε φαφούτικες λεξεις,

ζητωκραυγασε η Αρχοντούλα του αγεριού το σμίξιμο με της φιλιώς τα ρούχα, ολα στου ερέβους το βωμό ταγμένα τα ταξίδια...

δυο κόμποι ενα πιξελ και μια αισθηση παγιδευμένη στο τίποτα

πανω στο τσακισμα της μεσης και στου σπαθιού την κόψη, επιθυμίες σοβαρές για ακόλαστες υποψίες στιγμής.

σπασμένα νεύρα και του τσιμέντου το χρώμα ζωγραφισαν μια λέξη τόσο γκρίζα όσο το ξύλινο ποδάρι του κυρ λάμπρου.... τακ τακ τακ άκου...

ασθματικά ψαράκια πνίγονται στο βούρκο σας, ξερνούν τα περιττώματα σας, ταίζετε χολη και δάκρυ τα παιδιά σας, και το λέτε αυτό πολιτισμό, μικροί μονάχοι θνητοί, τακ τακ ο κυρ Λάμπρος ερχεται

ποτισε τη γλάστρα με μέλι άγριο και κρασί στιφό, ανοιξε τα χέρια και πεταξε μακριά, εκεί που δεν εχει χρόνο

ο κυρ Λάμπρος έρχεται... τακ τακ τακ άκου.... το ξύλινο ποδάρι στο πλακόστρωτο, τακ τακ τακ...

Χριστίνα Σαββατιανού / 21-02-2005

8 Μαρ 2007

Ποτέ χωρίς το Γιαούρτι μου....




Τι μπορεί να πάθει κανείς μέρα μεσημέρι, με ασυνήθιστη καλοκαιρία για την εποχή!

Εκεί που λες, που επέστρεφα από γνωστό και μη εξαιρεταίο κομπιουτερομάγαζο, με το νέο μου καλώδιο δικτύου και κάτι ψιλοπράγματα στη σακούλα, και μια μαραμένη μωβούλα ορχιδέα στο άλλο χέρι, δώρο από την ταμία (ναν καλά το κορίτσι που μου χάρισε έστω και μαραμένη άνοιξη) και πάνω που νομότυπα πέρασα το φανάρι της Κηφισίας, με τον "Γρηγόρη" αναμένο, ποιος βρέθηκε φάντης μπαστούνι μούρη με μούρη? (δηλαδή οχι ακριβώς μούρη με μούρη, γιατί πρώτο μπόι δεν είμαι)

Νάσου λοιπόν μπροστά μου (κόντεψα να πέσω πάνω του δηλαδή) ένας κοστουμαρισμένος κυριούλης με καραφλίτσα και διακριτικό μουστάκι, αλά μπρατσέτα με μια ξανθούλα, και δυο άλλους κοστουμαρισμένους, διακριτικά στο κατόπι του σε απόσταση ασφαλείας, μια φευγαλέα ματιά του έριξα, και ζαλισμένη απ τον ήλιο και διερωτώμενη εάν φταιει το καλώδιο δικτύου, που το μοντέμι δεν δουλεύει, (μετά από τον τιτάνιο πρωινό καβγά με τις βλάβες του ΟΤΕ) σκέφτηκα "κάπου τον ξέρω αυτόν τον αψηλό!"

Και μόλις το σκέφτηκα αυτό, ε παιδιά μα τους Θεούς, μου χαμογέλασε και έκανε και μια διακριτική υπόκλιση με το γλομπέ κεφαλάκι του... ΑΑΑ σκέφτηκα κοίτα να δεις, ένας άνθρωπος χαμογελάει... τυχερός είναι δεν θάχει δάνεια, ούτε προβλήματα... ή τρελλός για να χαμογελάει έτσι σε μια άγνωστη... (ακόμη δεν είχε γίνει συνείδηση βλέπεις, το ποιος ήταν - χεσμένους τους έχω όλους έτσι κι αλλιώς...)

Μόλις που λες έκανα δύο βήματα πίσω από τον άλλον, τον διακριτικά ακολουθώντα κοστουμαρισμένο κύριο, μου αποκαλύφθηκε!!!!

Ενας εκ των υποψηφίων πρωθυπουργών.... Κι άρχισα να φτύνω και να βρίζω που αντί να τονε πάρω χαμπάρι πάνω στο χαμόγελο και τον χαιρετισμό, και να του πω δυο κουβεντούλες κι ας με τσουβαλιάζαν οι διακριτικά ακολουθούντες, εγώ σκεφτόμουν το ρημαδοκαλώδιο λες και δεν εχω άλλα προβλήματα... Σκέφτηκα να πάρω ενα γιαουρτάκι απ το περίπτερο να του το δώκω μην πάθε αφυδάτωση απ τον ήλιο αλλά είχε απομακρυνθεί ήδη πολύ... κι εφτυσα κι εβρισα ξανά, που πιάστηκα απροετοίμαστη...

Για αυτό σας λέω, φίλοι κι οχτροί.... ποτέ χωρίς τον κεσέ το πρόβειο έξω, ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα δεις, και πρέπει να σαι προετοιμασμένος, για κάθε ενδεχόμενο, που ξέρεις μπορεί να μην είναι μόνο υποψήφιος ναναι και ο πρωθυπουργός... το γιαούρτι πάντως χαμένο δεν θα πάει....

Τωρα που ναι και προεκλογική περίοδος, και κάνει και λιακάδες θα βγούνε όλα τα παιδιά περατζάδα στα πεζοδρόμια, να ψηφοθηρίσουν με χαμόγελα και υποκλίσεις.... να τους δει ο κόσμος να χαρεί αφεντικά! να μην ξεχάσουμε και ρίξουμε την ψήφο πουθενά αλλού... και χαλάσουμε τις παραδόσεις τον σογιών.... κρίμα να χάνονται τέτοιες ευκαιρίες παιδιά... πολύ κρίμα.....

ολέ... και ουσττττττττ για όλους....

απείρως ενάντια σε κάθε τι χρωματισμένο πολιτικά....

σας χαρίζω τη μωβούλα την ορχιδέα...

και επαναλαμβάνω ΠΟΤΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΓΙΑΟΥΡΤΙ ΣΑΣ......

Υ.Γ. αν έχει κερασάκια πάνω οπως αυτό της φωτογραφίας, φάτε τα μην τα χαραμίσετε...

Χριστίνα Σαββατιανού... / 8-03-2007

7 Μαρ 2007

Τι είναι η πατρίδα μου;;;

έτσι θέλησα σήμερα να στείλω έναν χαιρετισμό σε όλους εκείνους που ηγούνται.... σε κείνους που αποφασίζουν, για σένα, για μένα, για τα παιδιά μας, για τη ζωή μας, για την αξιοπρέπειά μας, για την ασφάλειά μας, για την υγεία μας, για τον πολιτισμό μας....

δεν βρήκα καλύτερο τρόπο από το ακόλουθο βιντεο...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ..... ΡΑΒΕ ΞΗΛΩΝΕ



και....


http://www.youtube.com/watch?v=IArowiaBPys

Τότε που ζούσε...

Σκόρπιζε βίδες με χαλασμένες στροφές στο παγωμένο δρόμο, μη χαθεί... σε μια απάνεμη γωνιά που έστριψε παρέσυρε στο βήμα του ενα μικρό ΄τσαλακωμένο χαρτί... Έτσι χωρις αιτια αυτο του κινησε την περιέργεια και το πηρε στα χέρια του...
Ξεδιπλώθηκαν στα μάτια του λέξεις φουξια λέξεις πολλές δε πιστευε οτι χώραγαν τοσες λεξεις σε τουτο το μικρό χαρτάκι...
λέξεις ερωτευμένες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις θυμίαμα σε βωμούς ξεχασμένους παλιούς...
Μια έντονη μυρωδιά από λεβάντα τον ζωντάνεψε... θυμήθηκε τα χέρια της και τη φρεσκάδα του κορμιού της... θυμήθηκε την εποχή που ζούσε....
Ένα ράγισμα στα μάτια ακολούθησε το χτύπο της καρδιάς...
Μια σταγόνα αλμυρή ξεστράτισε στο μαγουλο... την έκρυψε το ψιλοβρόχι... ευτυχώς!
συνέχισε να σκορπά τις βίδες εκεινες που κρατούσαν το νου του σταθερό και τη ψυχή τρομαγμένη....
ο παγωμένος δρομος δεχόταν τις σταγόνες των ματιών στο κορμί του και τις εκανε δικες του τοσο απλα τοσο αθόρυβα!
τσαλάκωσε ξανά το χαρτί και το θυσίασε στον άνεμο και στη βροχή...
έτσι για να μπορέσει να το ξαναβρεί κάποτε μπροστά του και να θυμηθεί ξανά το τότε... Τότε που ζούσε...

Χριστίνα Σαββατιανού / 11-10-2002

Το Αγρίμι (οι λέξεις της Αναστασίας)



(λαβύρινθος καλοκαίρι ερωτεύομαι φεγγαροαχτίδα αγρίμι)

Στο γόμισμα του φεγγαριού πέρσι το καλοκαίρι, ένα αγρίμι πρόβαλε σε μια γωνιά του δρόμου... ένα πλάσμα χαμένο, αλλόκοτο, ξένο...

Τρομαγμένο, γυμνό, άγριεμένο, νυχοπατούσε πλάκα την πλάκα στο καυτό πεζοδρόμιο...
Γύρω του μικρές φωτιές σιγοκαίνε στους κάδους των σκουπιδιών, απομεινάρια της πορείας των εργατών που πήγε παρακάτω... καίνε αλλού τώρα, κι εκείνο φοβάται τη φωτιά...

Λαβύρινθος η πόλη στα μάτια του, δέντρα λιγοστά, αέρας πηχτός κόκκινος σαν αίμα, σαν χολή... μοιάζει με κείνους που την κατοικούν, αγέλαστοι, βιαστικοί, γκρίζοι, άχρωμοι, ανύπαρκτοι, σε κόσμους προσωπικούς και φτιασιδωμένους, ανίερους, ανυπόστατους...

Κι η μυρωδιά της φωτιάς, ντροπιαστική, του θύμιζε το δάσος, εκείνη τη μέρα που το κάψαν τα τομάρια... έτσι μύριζε θανατερά, καταστροφή...

Το δάσος είχε μάθει, το δάσος ήταν το σπίτι του, το δάσος η μάνα κι ο γονιός του...
Κι ήρθαν οι αλήτες με φωτιές λαίμαργες, ερήμωσε το σπίτι, φύγαν τα πουλιά, και κείνο για να αποφύγει την ερημιά που σπειρε η φωτιά, κατηφόρισε απ το βουνό στην πόλη που τα βράδυα την άκουγε να μουγκρίζει απειλητικά... πεινάει, φοβάται, απορεί... κουτιά παντού, δέντρα λιγοστά, βουή κουρνιαχτός....

Ηταν πιο άσχημη απ ότι φάνταζε από ψηλά, βρωμούσε, τα πλάσματα γυρω του με πανιά πάνω τους, πολύχρωμα, άλλα γυαλίζαν στου φεγγαριού τη λάμψη κι άλλα κρύβονταν στο σκοτάδι της νύχτας, ίδια τα πανιά που ντύναν τα κορμιά τους με τα μάτια τους... κενά κουρελιασμένα, χωρίς ζωή...

Κι η μυρωδιά τους, τι σκατά μύριζε έτσι? το αγρίμι μπερδευόταν, δεν μυρίζαν ανθρώπινα, ούτε καν σαν ζώα, βαριά μυρωδιά, του θύμιζε τα κουφάρια που σαπίζαν στον ήλιο τα καλοκαίρια... Ο κίνδυνος ήταν παντού... σιχάθηκε, τον οσμίστηκε, και ζάρωσε πίσω απ ένα σκουπιδοτενεκέ να ξεφύγει απ τα φανάρια ενός αυτοκινήτου...

Πατούσε στα ακροδάχτυλα και κρυβόταν κάδο τον κάδο, μέχρι που βρήκε μια γωνιά με δέντρα ανάμεσα σε κάτι χαμόσπιτα... μια μικρή ξεχασμένη πλατεία, σαν αυλή, σκαρφάλωσε επιδέξεια στο πιο ψηλό δέντρο, και κούρνιασε ανάμεσα σε δυο κλαριά... πονάει, πεινάει, αφουγκράζεται τη νύχτα, και ουρλιάζει σιωπηλά, μορφάζει πόνο κι αγωνία.... ησυχάζει...

Ο δρόμος κάτω ήσυχος, μόνο μια κοπέλα πέρασε και στάθηκε εκεί δίπλα, μύρισε τον αέρα γύρω της... σήκωσε τα μάτια ψηλά, μα κείνη η τρελλή φεγγαραχτίδα της έκρυψε το αγρίμι... Ξαναοσμίστηκε, τον αέρα και κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα του δέντρου του... νιώθει ζεστά εκεί, όμορφα, μάτια πάνω της, μια μυρωδιά χωμάτινη γεμίζει τη κρυφή αυτή γωνιά... της αρέσει, ησυχάζει μαζί της...

Το αγρίμι τη μύρισε νωρίς, από μακριά πριν στρίψει στη γωνία, φρέσκια μυρωδιά, γλυκειά σαν νιούτσικη πευκοκορφή, μεθυστική σαν παπαρούνας σπλάχνο, ελκυστική σαν μέλι απο κηρήθρα... ερωτεύεται, αχνοκουνιέται στο κλαρί κι ένα φύλλο δραπετεύει απ τα δεσμά του.. πέφτει πάνω στο κορίτσι.... το πιάνει το χαϊδεύει, και του λέει, όποιος κι αν είσαι, ότι κι αν είσαι, έλα, μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω, η μυρωδιά σου είναι γνώριμη, την αγαπώ.... έλα....

Εκείνο δεν καταλαβε τι είπε, αλλά η φωνή της το γλυκανε, έκατσαν εκεί μέχρι το ξημέρωμα που η φεγγαραχτίδα σαλπάρισε για άλλο ουρανό, εκείνη του τραγουδούσε νανουρίσματα και χαιδευε τη σκιά του πάνω στα κλαριά...

Λίγο πριν την πρώτη ηλιαχτίδα, ανηφόριζαν πιασμένοι χέρι χέρι προς το βουνό... μυρίζονταν και χαμογελούσαν, δεν φοβόνταν, δεν ανησυχούσαν, είχαν ένα σπόρο είχαν μια μυρωδιά, μια ανάσα, και φεύγαν, φεύγαν απ τη βρωμιά της πόλης, πηγαίναν εκεί που το χορτάρι πάλι ανάσαινε ανάμεσα απ τα αποκαϊδια που χε αφήσει η φωτιά των ανθρώπων... κάποτε, του είπε, θα έχουμε ξανά δέντρα θα δεις, και του τραγούδησε ένα θαλασσινό τραγούδι...

Στο δρόμο πέταξε το φουστάνι της, πέταξε τα εσώρουχα, και κείνο το κορδελάκι που χε δεμένο στα μαλλιά....

Οι πρωινές εφημερίδες, έγραφαν για τη μυστηριώδη εξαφάνιση της κόρης γνωστού μεγαλοβιομηχάνου, τα ρούχα της βρέθηκαν έξω από την πόλη, οι αρχές φοβούνται για το χειρότερο, μεγάλη αμοιβή δίνεται σε όποιον δώσει πληροφορίες στην αστυνομία....

Υποκληθείτε ρουφιάνοι, τρέξτε να πάρετε κωλόχαρτα, τρέξτε, μα κείνη δε θα τη βρείτε.... ποτέ....

Εκείνη ερωτεύεται το Αγρίμι....

Χριστίνα Σαββατιανού / 8-03-2007

Δώσε μου λίγες λέξεις... (λεξοπαίχνιδο)

4 Μαρ 2007

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ «ΖΩΗ» - (Παραμύθι)




Για ένα ταξίδι πολύ μακρινό απόψε θέλω να μιλήσω. Σ’ ωκεανούς με αλλόκοτα φυτά και ψάρια πεινασμένα.

Καβάλησα κάποτε ένα σάπιο σκαρί την «Ζωή» (όνομα κι αυτό! Γυναίκα και θάλασσα μαζί)…

Γρουσουζιά σκέφτηκα. Η γυναίκα είναι της στεριάς λουλούδι, άσε τη θάλασσα για πιο τραχιούς. Βρέθηκα λοιπόν ένα θαμπό χειμωνιάτικο χάραμα, μέσα στη «Ζωή» να ταξιδεύω. Παλιό μα όμορφο και δυνατό σκαρί κι ας έμοιαζε σάπιο, ποτισμένο με ιδρώτα και αίμα, με δάκρυ και κόπο χίλιων ψυχών που πέρασαν μέσα του.

Χίλιες ψυχές, χίλιες πνοές πάνω σε κάθε σανίδι, σε κάθε ίνα τούτου του καραβιού.

Και νά' μαι λοιπόν στα σπλάχνα του κι εγώ, να τραβάω πίσω μου το δικό μου φορτίο, να φεύγω μαζί του, αναζητώντας την ελευθερία και τη χαρά.

Χίλιες φουρτούνες είχε δει η «Ζωή». Χίλια πελάγη μανιασμένα, τόσα όσες κι οι ψυχές που είχε φιλοξενήσει.

Άλλους τους έτρωγε, άλλοι την τρώγανε. Ταξίδευα λοιπόν πάνω σε τούτο το σκαφίδι σαν επιβάτης, σαν βοηθός.

Το παιδί για όλες τις δουλειές. Κάνε αυτό, φέρε εκείνο, φουντάρισε την άγκυρα, δέσε κάβους. Σιγά σιγά, τα καθήκοντά μου άρχισαν να αυξάνουν, ωσάν τα ψάρια γύρω από το σκουλήκι στου ψαρά τα’ αγκίστρι.

Τα κύματα που κράταγαν τη «Ζωή» μέσα τους άρχισαν να θεριεύουν και ν’ αφρίζουν.

Τα σκυλιά μαζεύονταν κι έκαναν κύκλους πεινασμένα γύρω της προσμένοντας τον πρώτο αδύναμο ή απρόσεχτο να γλιστρήσει στο στόμα τους. Τα λουλούδια του βυθού σήκωναν πανηγύρι στην ποδιά της «Ζωής» και τα πλάσματα που ζούσαν στα βάθη του σήκωναν πεινασμένα μάτια να συναντήσουν τα δικά μου.

Μια βραδιά με φώναξε ο καπετάνιος «ο Νους» όπως τον φώναζαν, και μου είπε: - Ήρθε η ώρα σου να κυβερνήσεις τη «Ζωή». Θα κάτσεις στο τιμόνι της και θα την οδηγήσεις όπου θέλεις μέχρι τη στιγμή που θα τελειώσει το ταξίδι τούτο.

Πανικός, φόβος, άγνοια… Μα πώς καπετάνιο; Είναι δυνατόν να κυβερνήσω εγώ το καράβι; Ούτε κόμπους, ούτε καν την καντηλίτσα δεν ξέρω να φτιάχνω σωστά. Είμαι παιδί ακόμη, το μυαλό μου άγουρο, μικρό. Πού πότε και ποιος θα μου δείξει τον μπούσουλα να γνωματεύω και το τιμόνι ίσια να κρατώ; Τα χέρια μου λεύτερα τα θέλω όχι σε τιμονιέρα, κόντρα στον καιρό. Δύναμη δεν έχουν δες. Το νου μου ανέμελο και όχι με την έννοια των ψυχών που ταξιδεύουν με τη «Ζωή».

Ο καπετάνιος με κοίταξε μ’ ένα μικρό παράξενο χαμόγελο. Δεν είπε τίποτε άλλο… «Πήγαινε τώρα μέχρι να σκαντζάρεις βάρδια. Απ’ το πρωί ετούτο που θα έρθει, εσύ θα έχεις στα χέρια σου το τιμόνι της «Ζωής». Αυτά είπε κι άναψε την πίπα του με τον βαρύ κουβανέζικο καπνό, κι έγειρε πίσω απολαμβάνοντας την γεύση του.

Στο τραπέζι ένα σάπιο μισοφαγωμένο μήλο, στάλες από παλιό καφέ και νερό της φωτιάς. Ένα βαμβάκι και μια ένεση με ίχνη πενικιλίνης. Εκείνος τέλειωσε το ταξίδι του. Μπορεί τώρα κι απολαμβάνει λίγες στιγμές ησυχίας προτού αφήσει τη «Ζωή» για την σιγουριά ενός λιμανιού.

Τον κοιτάζω τρομαγμένος. Το γέρικο πρόσωπο έχει σημάδια απ’ την αρμύρα και τα κύματα. Κάθε φουρτούνα κι ένα σημάδι, μια χαρακιά στο κορμί. Κάθε λιμάνι και μια ένεση βαριά, κάθε γυναίκα και μια θύμηση που άλλη φέρνει πόνο άλλη θλίψη κι άλλη χαρά. Κάθε ταξίδι μια ρυτίδα στο σκαμμένο μούτρο του.

Κανείς δεν τον περιμένει. «Όταν ταξιδεύεις με τη «Ζωή», μου είχε πει κάποτε, δεν υπάρχει λιμάνι ή γυναίκα, απάγκιο ή σιγουριά. Το ταξίδι πάντα συνεχίζεται. Η «Ζωή» λιμάνι δεν έχει. Τραβάει μπροστά συνέχεια…. Πάει… λίγο μόνο σταματά και πάλι φεύγει… Προχωράει πάντα, σε καινούργιες θάλασσες αταξίδευτες. Καινούργιες ψυχές κουβάλα και πάει…

Σε κάθε μεγάλο ταξίδι και νέος καπετάνιος και μέχρι να το αποσώσει, γερασμένος και σημαδεμένος έχει γίνει. Να κοίτα κι εμένα…»

Αυτά μου είχε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».

Κι έλαχε σε μένα σήμερα να γίνω ο νέος καπετάνιος, ν’ αδράξω εγώ το τιμόνι, να φτάσω την «Ζωή» στο τέλος του ταξιδιού της , ή μήπως του δικού μου ταξιδιού;

Και η «Ζωή» όμως, ευλογημένο σκαρί και καλοτάξιδο κι ας μοιάζει σάπιο. Στη φουρτούνα τρίζει μα βαστάει γερά. Σιγά σιγά τα χέρια μου στο τιμόνι έπαψαν να σκίζονται σκλήρυναν. Ο καιρός δεν με πειράζει πια. Γίνομαι πιο δυνατός. Ο μπούσουλας καθώς στρέφει παύει να με ζαλίζει και να με μπερδεύει. Έμαθα τα’ άστρα να διαβάζω. Τώρα ξέρω πως είναι το καράβι που γυρίζει στον καιρό σαν το τιμόνι από τα χέρια μου ξεφύγει. Οι σκύλοι την θωριά μου συνήθισαν και τα σαγόνια τους δεν μοιάζουν απειλή. Για μήπως είμαι εγώ που έμαθα τα χούγια τους και φόβο πια δεν νιώθω; Τα φυτά της θάλασσας όμορφη ζωγραφιά στα μάτια μου γενήκαν. Τα λιμάνια κι η φούρια τους, θόρυβος πια που πονά τα’ αφτιά μου.

Μια βάρδια έχει η «Ζωή» στο τιμόνι. Μια βάρδια μακριά και δύσκολη, σκληρή και πλανεύτρα.

Φουρτούνα και μπουνάτσα, με το πούσι να νοτίζει τα ρούχα ώσου να γίνουν δεύτερο δέρμα και τη σοροκάδα να παρασέρνει τα πάντα στον τρελλό χορό της.

Έχει ομορφάδα η θάλασσα. Την ομορφάδα εκείνης της μικρής. Της φρέσκιας της πρωτάρας απ’ τα’ Αλγέρι, με τα τεράστια απορημένα μάτια. Έχει και πόνο για κείνο που αφήνεις πίσω και που μονάχα τη θύμηση του θα κρατείς.

Έχει ομορφιά και το ταξίδι με τη «Ζωή».

Ποτέ δεν ξέρεις αν θ’ αντέξει. Πότε το τρίξιμό της κοντά στον Ποσειδώνα θα σε στείλει και πότε σε λιμάνι απάγκιο θα βρεθείς. Πότε βίρα θα πάει και πότε θα μπατάρει. Πότε σαν λάγνα γυναίκα στην αγκαλιά του πέλαγου θα αφεθεί και θα χαθεί και πότε σαν γοργόνα ημίθεη θ’ αναδυθεί αφροστόλιστη.

Μου το’ χε πει ο καπετάνιος! «να προσέχεις τη «Ζωή». Πάντα με τα νερά της να την πας. Κόντρα ποτέ».

Οι σκύλοι απειλή μπορεί να πάψουν να σου μοιάζουν, μα πάντα πεινασμένοι περιμένουν.

Κι αλήθεια του, οι σκύλοι πάντα μ’ ανοιχτά σαγόνια περιμένουν. Και του βυθού τα πλάσματα τα σκοτεινά, ξάγρυπνα απομένουν, περιμένουν το λάθος.

Περιμένουν το τέλος του ταξιδιού σου. Το τέλος εκείνο που θα σε πάει σε λιμάνι παραδεισένιο όπως μου’ χε πει κάποτε ο καπετάνιος «ο Νους».

Στο λιμάνι που στο φως είναι λουσμένο.

Εκεί που τα’ αστέρια τα νυχτερινά συνέχεια λάμπουν και ακολουθούν του ήλιου τον φωτεινό χορό. Εκεί που ο καιρός πάντα πρίμα πηγαίνει. Εκεί που το ταξίδι με τη «Ζωή», αυτή η μία βάρδια της τελειώνει.

Εκεί όπου βαθειά μπορείς να σταθείς και να χαρείς για το ταξίδι.

Εκεί που το τιμόνι του σκαριού της παραδίδεις και ξαποσταίνεις καπνίζοντας βαρύ Κουβανέζικο καπνό απολαμβάνοντας τη θύμηση…..

Χριστίνα Σαββατιανού

Κάπου στη δεκαετία του ΄90

Σελίδες

Ετικέτες

τα δικά μου (327) περιβάλλον (91) writting (67) Greece (57) poetry (50) χρήσιμα (39) χαμόγελα (38) video (37) κοινωνία (35) φωτογραφία (32) health (30) environment (24) phtography (24) εθελοντισμός (24) υγεία (23) people (21) music (20) stories (15) blogging (14) children (13) παιδά (13) computers (12) information (11) μπλογκοπαίχνιδα (11) doctor (10) πολιτισμός (10) συνταγές (10) χιούμορ (10) medicine (9) ελλάδα (9) μουσική (9) activism (8) world (8) οι συνταγές της κρίσης (8) goverment (7) rights (7) safety (6) services (6) Πάρνηθα (6) γκρίνιες (6) εκθέσεις (6) ποίηση (6) Επιστήμη (5) amalia (4) earth (4) technology (4) Αναδάσωση (4) αηδιούλες (4) αρθρογραφία απο ιντερνετ (4) γιατρός (4) πολιτική (4) πρωτβουλίες (4) σοφά λόγια (4) emergency (3) theatre (3) Εναλλακτική οικονομία (3) εκδηλώσεις (3) εκθεσεις (3) με ενδιαφέρουν (3) φύση (3) χορός (3) ψυχαγωγία (3) economy (2) games puzles (2) είπαν (2) εκδόσεις (2) ελεύθερος χρόνος (2) κόσμος (2) νομικά θέματα (2) συναντήσεις (2) τεχνολογία (2) DVD (1) Greek movie (1) amber alert (1) antiwar (1) dance (1) documentary (1) down syndrom (1) facebook (1) first aid (1) funny (1) internet security (1) nature (1) plektaniart (1) privacy (1) protest (1) radio (1) ΕΜ (1) ΧΡ (1) απορίες (1) απόκριες (1) αστικά τοπία (1) βιβλιο - e-book (1) διάστημα (1) διαβάζω (1) εναλλκτική ζωή (1) ενεργοί μικροοργανισμοί (1) εφημερίδες (1) ζωγραφική (1) θέατρο (1) καλομηνιάσματα (1) κινηματογράφος (1) παράξενα (1) παραδοξόνιο (1) παραμύθια (1) παραξενα chemtrails (1) παρατηρώ (1) πειραματα (1) περιοδικά (1) τεχνες (1) της γειτονιάς.... (1) φακελλάκι (1) ψάχνω (1)